Αποτελεί κοινό τόπο ότι η ελληνική φιλολογία για τον Λούκατς –και αυτό αφορά εξίσου τις εκδόσεις έργων του και τις κριτικές μελέτες ερευνητών– είναι αρκετά φτωχή. Από τα μεγάλα έργα του, μόνο το «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» έχει μεταφραστεί στα ελληνικά («Οδυσσέας», 1975 και «Εκδόσεις των Συναδέλφων», 2023). Από όσα άλλα έχουν μεταφραστεί, τα μισά περίπου είναι εξαντλημένα, οι δε νέες εκδόσεις μετά το 2000 γίνονταν με ρυθμό ενός ή δύο έργων ανά δεκαετία. Από αυτές, άξιες μνείας είναι η συλλογή δοκιμίων για τον Λούκατς Γκέοργκ «Λούκατς. Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις» («Αλεξάνδρεια», 2006) και το κεφάλαιο της «Οντολογίας του Κοινωνικού Είναι για τον Χέγκελ» («Ηριδανός», 2015).
Από τα τέλη της δεκαετίας του 2010 ωστόσο, κάτι άρχισε να αλλάζει. Η ευρεία συζήτηση για το έργο του Λούκατς στο εξωτερικό βρήκε μια αντανάκλαση στη χώρα μας και οι εκδόσεις έγιναν συχνότερες. Εγιναν επίσης αφιερώματα στον Λούκατς σε περιοδικά όπως η «Ουτοπία» και ιδιαίτερα η «Μαρξιστική Σκέψη», με μια ογκώδη συλλογή κειμένων του (τόμος 32, Φεβρουάριος-Ιούλιος 2021) και μια συλλογή κυρίως μελετημάτων για τον Λούκατς (διαδικτυακός τόμος 33, Αύγουστος 2021-Φεβρουάριος 2022).
Ακόμη κι έτσι, μετά βίας μπορεί να ειπωθεί ότι η ελληνική φιλολογία για τον Λούκατς έχει εμπλουτιστεί επαρκώς. Η πρόσφατη έκδοση μερών από δύο κύρια έργα του Λούκατς δημιουργεί την ελπίδα ότι είμαστε στην απαρχή μιας ουσιαστικής αλλαγής. Πρόκειται συγκεκριμένα για το κεφάλαιο «Καταστροφή του Λόγου. Νίτσε» («Εύμαρος», 2025, μετάφραση Ηώς Δούκα και Νίκου Φούφα) και δύο κεφάλαια από την «Οντολογία του Κοινωνικού Είναι» («Τόπος», 2025, μετάφραση Χρήστου Υφαντή, με ένα εκτενές εισαγωγικό δοκίμιο του Νικόλα Τερτουλιάν).
Τι όμως κάνει τις συγκεκριμένες εκδόσεις ιδιαίτερα σημαντικές; Πέρα από την εξαιρετική μεταφραστική εργασία και τις κατατοπιστικές εισαγωγές, και τα δύο έργα θίγουν επίκαιρα ιδεολογικά ζητήματα. Η κριτική του Λούκατς στον Νίτσε άπτεται της ανόδου του φασισμού και της ανορθολογικής αντίδρασης στις μέρες μας· η «Οντολογία», από την άλλη, βοηθά να στοχαστούμε τη βαθιά κρίση του μαρξισμού, από τη σταλινική περίοδο ώς τις πρόσφατες δεκαετίες μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τις προοπτικές μιας ουσιαστικής αναζωογόνησής του. Είναι έτσι χρήσιμη μια συνοπτική αναφορά σε αυτά.
Κυκλοφορώντας το 1954, η «Καταστροφή του Λόγου» ανατέμνει τις εξελίξεις του 19ου και του 20ού αιώνα που οδήγησαν στην ανορθολογική εκτροπή: η στροφή της αστικής τάξης στην αντίδραση, η συμμαχία της με τις παλιές φεουδαρχικές τάξεις ενάντια στον ανερχόμενο σοσιαλισμό, ο ιμπεριαλισμός και, ως ιδεολογική έκφραση όλων των παραπάνω, η άνοδος του ανορθολογισμού. Ο Λούκατς συνδέει στενά το ανορθολογικό ρεύμα με την προπαρασκευή του φασισμού και εξηγεί γιατί η Γερμανία αποτέλεσε τον προνομιακό χώρο του. Τοποθετώντας στο επίκεντρό του τον Νίτσε ως τον κύριο και πιο διορατικό εκπρόσωπό του, αναλύει τα κομβικά θέματα της φιλοσοφίας του, δείχνοντας πώς εξέφρασαν με μυθικό, αφοριστικό τρόπο τις ανάγκες του αντισοσιαλιστικού αγώνα της αστικής τάξης.
Ο Λούκατς ασκεί μια πολυεπίπεδη κριτική στον Νίτσε. Υποστηρίζει ότι ακόμη και τα πιο φαινομενικά απομακρυσμένα περιεχόμενα της σκέψης του καθορίστηκαν από αυτές τις προοπτικές. Ρίχνει φως σε αυτό που αποκαλεί μέθοδο της έμμεσης απολογητικής, την κοινή στον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε παρουσίαση των δεινών του καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης και της βαρβαρότητας, ως αναπόδραστου ανθρώπινου πεπρωμένου, αλλά και στις διαφοροποιήσεις που επιφέρει ο Νίτσε, σε συμφωνία με τις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής εποχής. Ο μυθολογικά μεταμφιεσμένος υποκειμενικός ιδεαλισμός, η ριζική εναντίωση στην Ιστορία, ο ελιτισμός και ο φυλετισμός, όλα καλυμμένα πίσω από μια πνευματώδη, οξυδερκή κριτική της παρακμής, αποκαλύπτονται ως τα κομβικά μοτίβα της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, προορισμένα να μεταμφιέσουν σε μια ψευδο-επανάσταση την κατάφαση στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα. Αυτά τα μοτίβα, επιμένει ο Λούκατς, καθιστούν αντικειμενικά τον Νίτσε έναν κύριο ιδεολογικό πρόδρομο του ναζισμού. Ταυτόχρονα, ανιχνεύει τις μακροχρόνιες τάσεις της ιδεολογικής αντίδρασης, που τυποποιεί και προάγει ο Νίτσε: η αλλαγή μετώπου από την αντίθεση υλισμός-ιδεαλισμός στην αντίθεση διαλεκτική-ανορθολογισμός και η προσπάθεια να αντιπαρατεθεί στον μαρξισμό μια ψευδο-διαλεκτική της αστικής εξέλιξης.
Η μεταθανάτια εκδοθείσα «Οντολογία του Κοινωνικού Είναι» και η προγενέστερή της «Ιδιοτυπία του Αισθητικού» αποτελούν την κατακλείδα και την κορυφή της θεωρητικής συνεισφοράς του Λούκατς. Κοινός στόχος των δύο έργων είναι να ξαναπιάσουν τη διαλεκτική μέθοδο του Μαρξ, εφαρμόζοντάς τη σε νέα πεδία και εκκαθαρίζοντας τον μαρξισμό από τις δογματικές σταλινικές στρεβλώσεις.
Στην «Οντολογία», ο Λούκατς επιχειρηματολογεί ότι ο μαρξισμός ενσωματώνει μια υλιστική οντολογία της πραγματικότητας, θεμελιωμένη στο ρίζωμα του κοινωνικού είναι στην εργασία. Τα δύο κεφάλαια που περιλαμβάνουν οι εκδόσεις Τόπος, «Οι βασικές οντολογικές αρχές του Μαρξ» και «Εργασία», εκθέτουν τον πυρήνα της προβληματικής του. Βασιζόμενος στον Μαρξ, ο Λούκατς αναπτύσσει τις ιδέες του για την εργασία ως μοντέλο κάθε δημιουργικής ανθρώπινης δραστηριότητας, περιλαμβανόμενης της επιστήμης και της τέχνης, και ως θεμέλιο των ηθικών αξιολογήσεων, εδραζόμενων στη δεοντολογία και τις αρχές που διαμορφώνονται κατά τη διαδικασία της εργασίας.
Η επιχειρηματολογία του Λούκατς, πολύπλευρη, συστηματική και λεπτή, απλώνεται για να αγκαλιάσει την ολότητα του κοινωνικού είναι, τόσο στη σύμφυτή του δυναμική της αυξανόμενης κοινωνικοποίησης, όσο και στις αλλοτριωτικές στρεβλώσεις του υπό τον καπιταλισμό. Οπως εκτιμά ο Νικόλας Τερτουλιάν στο εισαγωγικό του δοκίμιο:
«Μια κατευθυντήρια ιδέα διαπερνά το έργο: αν και ο ίδιος ο Μαρξ δεν διατύπωσε την μέθοδό του σε μια συστηματική και περιεκτική μορφή, αγκαλιάζοντας τους κύριους τομείς της φιλοσοφικής επιστήμης –από την οντολογία και τη γνωσιοθεωρία στη λογική– η σκέψη του περικλείει ένα ομογενές και συστηματικό σύνολο κατηγοριών, του οποίου ο πλούτος και η εξαιρετική γονιμότητα ζητούν την αξιοποίησή τους. Είναι ακριβώς ο προτεινόμενος στόχος της Οντολογίας του Λούκατς… μιας προσεκτικής επανεξέτασης… των κύριων κατηγοριών της μαρξιστικής σκέψης, για να εδραιωθεί η στιβαρότητά τους, να αποδειχθεί η δύναμή τους για την καθολική συμπερίληψη και να εξαγνιστούν από τις δογματικές στρεβλώσεις και σκωρίες»(1).
Η γνωριμία με το έργο του Λούκατς πείθει τον απροκατάληπτο αναγνώστη ότι αποτελεί την τελευταία λέξη του μαρξισμού στον 20ό αιώνα και ένα ζωτικό σημείο εκκίνησης για την ανανέωσή του στην εποχή μας. Από αυτή την άποψη δεν είναι τυχαία η εχθρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται ο Λούκατς τόσο από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία όσο και από τους νεοσταλινικούς δογματιστές των ημερών μας(2). Από τη μεριά μας δεν μπορούμε παρά να ελπίζουμε ότι αυτές οι εκδόσεις θα έχουν συνέχεια, με την πλήρη έκδοση των συγκεκριμένων έργων και άλλων σημαντικών γραπτών του Λούκατς.
* Συγγραφέας και αρθρογράφος
