Τώρα που οι ΗΠΑ θέτουν σε πλήρη εφαρμογή το «δόγμα Τραμπ», τουτέστιν ξεδιπλώνουν τις αξιώσεις τους για την αναμόρφωση και συγχρόνως συμμόρφωση του δυτικού κόσμου στις απαιτήσεις αναστήλωσης του δικού τους «μεγαλείου», εκ των πραγμάτων τίθεται το ερώτημα «πού βρίσκεται και τι θέλει η Ελλάδα;» σε μια Ευρώπη που καταρρέει υπό το βάρος της εκβιαστικής αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής. Η οποία εγκυμονεί θερμά επεισόδια και δυτικότερα της Ουκρανίας. Καυτά. Αλλά και «τακτοποιήσεις» εκκρεμοτήτων κατά παράβαση των ιστορικών παρακαταθηκών κυρίως στο Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο.
Η κρίση δεν είναι απλώς βαθιά. Είναι δομική. Τρίζουν τα θεμέλια του δυτικού οικοδομήματος έτσι όπως χτίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανακαινίστηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, συμπεριλαμβανομένης της προμετωπίδας της, του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ή κατά Τσόρτσιλ «Σιδηρού Παραπετάσματος». Το πείραμα του Αμερικανού προέδρου δοκιμάζει την εφαρμογή του όχι μόνο στο περίπλοκο παιχνίδι της διεθνούς κατανομής των ισχυρών επιρροών, αλλά και εντός της δυτικής συμμαχίας: ποιοι θα ωφεληθούν από αυτήν την ανακατάταξη και ποιοι θα ζημιωθούν. Ποιοι εντός του ΝΑΤΟ θα είναι οι ισχυροί και ποιοι οι αδύναμοι, παρακατιανοί και ακόλουθοι. Ως εκ τούτου, ενώπιον ποιων υπαρξιακών διλημμάτων βρίσκεται η Ελλάδα τόσο σε σχέση με το «είναι» της όσο και με τους γειτόνους της, κυρίως τον εξής ένα: τον αναθεωρητικό νεο-οθωμανισμό, την Τουρκία.
Στη συγκεκριμένη συγκυρία τον δικό του προβληματισμό καταθέτει ο Λαοκράτης Βάσσης στο νέο του βιβλίο «Ανεκπλήρωτη Ρωμιοσύνη – Εθνεγερσία του 1821 – Μακεδονικό – Κυπριακό» από τις εκδόσεις «Στοχαστής». Περιδιαβαίνει την τελευταία, πλήρη γεγονότων, εικοσαετία και κρούει την καμπάνα του κινδύνου για την επόμενη μέρα. Η οποία δεν είναι μεθαύριο. Είναι αύριο.
Δεν πρόκειται για αναδρομή. Πρόκειται για ανάλυση στοιχείων και πολιτικών επιλογών της κρατούσας πολιτικής τάξης, που έχουν φέρει τη χώρα μας στη σημερινή ασφυκτική κατάσταση.
Πιάνει το νήμα από εκεί ακριβώς που το πιάνει ο τουρκικός ρεβανσισμός (αναθεωρητισμός κατά την τρέχουσα ερμηνεία): την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Επανάσταση του ’21 ήταν αυτή, που, όπως επισημαίνει, άρχισε να ξηλώνει το πουλόβερ του σουλτάνου κόντρα στον ισχυρότατο διεθνή συνασπισμό της εποχής, την Ιερά Συμμαχία. Κι «ένα από τα πλέον ιστορικά έθνη του κόσμου αναγεννιέται, υπό την έννοια της αφυπνιστικής επανάκαμψής του στο ιστορικό προσκήνιο», μήνυμα που έλαβαν μεταξύ άλλων ο Μπάιρον, ο Ουγκό, ο Πούσκιν, ο Ντελακρουά κ.ά. Μια επανάσταση, που «ήταν σε διαρκή σύγκρουση με το υποτίθεται ρεαλιστικό πνεύμα του συμβιβασμού, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την οργανική και όχι με την τακτική του έννοια στην ιδεολογία του ραγιαδισμού». Αυτός λοιπόν ο «μεγάλος εθνο-αναγεννητικός σταθμός μας» είναι «που δένει με ακατάλυτους αξιακούς αρμούς το νεότερο με τον προαιώνιο Ελληνισμό».
Είναι αυτό αποδεκτό από την κρατούσα αντίληψη; Οχι, καθώς κατά τον συγγραφέα «παν τι το εθνικό και ελληνικό κατέστη ύποπτο εθνικισμού». Αυτό καταδείχτηκε και με τη χρεοκοπία του 2010, ως «βαθύ ρήγμα στην ιστορική μας κανονικότητα», αφού «μπήκαμε σε τροχιά νεο-αποικιακής υποτέλειας, εντός μάλιστα ευρωζώνης, όπως αυτή παγιώθηκε με τις μακροχρόνιες, ώς και ενός αιώνα (!) ρήτρες των τριών μνημονίων».
Η ρίζα του κακού βεβαίως εντοπίζεται στις δανειακές συμβάσεις μεσούντος του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και την «Πράξη Υποταγής» του 1825 στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Αλλά άλλο είναι, όπως τονίζει ο συγγραφέας, το «κατ’ ανάγκην» του Κολοκοτρώνη στην υπογραφή της, «τελώντας υπό αφόρητο εκβιασμό, και άλλο του Μαυροκορδάτου, που συνέπραξε πρωταγωνιστικά, επί σκηνής και παρασκηνίως, με τον Φρειδ. Ανταμς από την πλευρά της Αγγλίας». Και εννοείται… κάθε Μαυροκορδάτου.
Οι πιέσεις όντως είναι αφόρητες στη συνέχεια καθ’ όλη τη διάρκεια της αναγεννησιακής πορείας -συμπεριλαμβανομένων των αγώνων του 1912 και 1913- αλλά, όπως επισημαίνει, κόντρα στη συγκυρία των καιρών και σε κάθε ιστορική περίοδο, ακόμα και τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ιστορική συνείδηση επικρατεί. Κάπου εκεί είναι που υιοθετεί την παρατήρηση του ιστορικού Σαράντου Καργάκου να σταματήσουν οι αυτοτραυματισμοί, γιατί «πληγώνοντας το παρελθόν, πληγώνουμε και το μέλλον».
Μέσα στη λαίλαπα των μνημονίων ήρθε και το Μακεδονικό, το οποίο ταλαιπώρησε επί μακρόν τον νεότερο Ελληνισμό, μέχρι που φτάσαμε στη Συμφωνία των Πρεσπών. Ωστόσο, όπως παρατηρεί, η ιστορική της βάση «μόνο πειστική δεν είναι, μιας και νομιμοποιείται η γενετική ρίζα του “μακεδονικού προβλήματος”, ο εσώτερος δηλαδή πυρήνας του “μακεδονισμού”», δηλαδή «των όλο και μειούμενων εθνικών μας αντοχών και αντιστάσεων, ιδίως αφότου απολέσαμε με τη Χρεοκοπία την εθνική μας αυτεξουσιότητα και μοιάζουμε να έχουμε αποδεχτεί ως λαός και ως έθνος την ήττα μας και τη μοίρα μας». Και προσθέτει: «δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί, με πειστική σοβαρότητα, πως η αφύσικη αναγνώριση Βόρειας Μακεδονίας των… Μακεδόνων (με μακεδονική γλώσσα, μακεδονική ιθαγένεια και μακεδονικό λαό) που είναι απόλυτη νομιμοποίηση του “μακεδονισμού” συνιστά και λύση του προβλήματος». Υπάρχει το χειρότερο; Ναι «το απόλυτο κακό, που θα είναι η κλωνοποιημένη προέκταση αυτής της λογικής και στα άλλα μεγάλα εθνικά μας θέματα, όπως είναι το Αιγαίο και η Κύπρος».
Επ’ αυτού και η πρόσκληση του διανοητή: «οφείλουμε ως Ελληνισμός, ως Ελλαδίτες, ως Κύπριοι, ως Ελληνες όπου γης, να επαναπροσδιορίσουμε τη συνολική μας στρατηγική […] με αφετηρία και έμφαση στις πολιτιστικές μας συντεταγμένες, που συνυφαίνονται με την ατομική και εθνική αξιοπρέπεια, με το ατομικό και το εθνικό μας φιλότιμο, με όλες τις αρετές που μας καταξίωσαν διαμέσου των αιώνων ως φορείς οικουμενικής λογικής πολιτισμού. Που σημαίνει, να ανατροφοδοτήσουμε και τον ιδεολογικό πυρήνα του Κυπριακού Προβλήματος και να πιάσουμε γερά το νήμα, που δεν επιτρέπει ελαστικοποίηση χειρισμών και προσαρμοστική συρρίκνωση στόχων, με μια ασυγκράτητη πρεμούρα… ξοφλημένου λαού, λες κι ήρθε το τέλος της ιστορίας μας». Και προσθέτει: «να ξαναθυμηθούμε τα απλά, πως η ελευθερία δεν χαρίζεται, πως κανένας αξιοπρεπής λαός δεν ζει κατά παραχώρηση του γείτονά του».
