ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι λογικό να συμβαίνουν αγριότητες στα μπλόκα των αγροτών, που διαμαρτύρονται για την αγροτική πολιτική της κυβέρνησης, απαιτώντας απ’ αυτήν να δώσει άμεση λύση στα φλέγοντα προβλήματά τους. Είναι λογικό: η απόγνωση ανακατεμένη με οργή είναι ένα καύσιμο υψηλών οκτανίων για τους κινητήρες των τρακτέρ. Επίσης είναι λογικό, γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δείξει επανειλημμένα πως θεωρεί τη βίαιη καταστολή ως το ύστατο επιχείρημα, με το οποίο πείθει τους διαφωνούντες και αμφισβητίες για την ορθότητα των θέσεων και των επιλογών της.

Οντως, είναι λογικό να συμβαίνουν αγριότητες: από θεαματικές, όπως είναι η ανατροπή ενός αστυνομικού αυτοκινήτου με τα χέρια, του στιλ «βάλτε όλοι ένα χεράκι, ρε παιδιά, να βγάλουμε από τη μέση το περιπολικό που μας εμποδίζει», μέχρι αγριότητες με οσμή κτηνωδίας, όπως αυτή του αστυνομικού που δέρνει μια γυναίκα, μια αγρότισσα, μέχρι που επεμβαίνουν έξαλλοι οι συνάδελφοί της και τη γλιτώνουν από τα χέρια του.

Είναι λογικό, λοιπόν, να σχετίζονται οι αγριότητες με τους αγρότες, για όλους τους προηγούμενους, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: αυτές οι τρεις λέξεις, ο άγριος, η αγριότητα και ο αγρότης, έχουν στενή ετυμολογική σχέση! Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας αφηγείται μια ωραία ιστορία: τον παλιό καιρό η δουλειά στους αγρούς ήταν πραγματικά σκληρή.

Κι όσο παλιότερα κοιτάμε, τόσο πιο δύσκολη ήταν η ζωή του αγρότη – μια διαρκής, ανειρήνευτη μάχη για τη σοδειά και την επιβίωση. Δεν είναι τυχαίο που οι αγρότες που δούλευαν έξω, στους αγρούς, ονομάστηκαν «ξωμάχοι» (έξω + μάχομαι).

Αυτή η τραχύτητα του καθημερινού μόχθου στους αγρούς γέννησε πολλές λέξεις – «άγριος» αρχικά σήμαινε «ο των αγρών, αυτός που ζει ή ανήκει στους αγρούς». Η σημερινή έννοια, δηλαδή «σκληρός, τραχύς» για ανθρώπους, «επιθετικός ή/και ελεύθερος» για ζώα, απορρέουν από ιδιότητες ζωής στους αγρούς, λέει το Λεξικό.

Παρόμοια νοηματική εξέλιξη είχε κι ο «αγροίκος», που ενώ αρχικά σήμαινε αυτόν που ζει στους αγρούς, κατέληξε να αναφέρεται στον άξεστο, τον αγενή, τον χωρίς καλούς τρόπους άνθρωπο. Ομως δεν είναι μόνο αρνητικά τα εννοιολογικά παράγωγα της λέξης «άγριος»: ο «άγρυπνος», π.χ., είχε αρχικά την έννοια αυτού που κοιμάται έξω στους αγρούς (άγρυπνος = αγρός + ύπνος), συνεπώς αυτού που εύκολα κοιμάται, αλλά και εύκολα ξυπνά, ή παραμένει ξύπνιος (ξαγρυπνά). Από αυτή την ιδιότητα του υπαίθριου κοιμώμενου, ο άγρυπνος έφτασε να σημαίνει κι αυτόν που ξαγρυπνάει, που είναι εν εγρηγόρσει, που βρίσκεται σε ετοιμότητα, που επαγρυπνεί.

Πόσο θαυμαστή είναι η περιπέτεια των λέξεων! Από τα βάσανα και τους καημούς της ζωής του αγρότη στις δυναμικές κινητοποιήσεις του για καλύτερη ζωή και τις συγκρούσεις του με τις αστυνομικές δυνάμεις. Κι από τον ύπνο στα χωράφια, στους αγρούς, που τον λένε και ύπνο του λαγού, αυτόν τον ελαφρύ ύπνο με το ένα μάτι ανοιχτό, όπως κοιμόντουσαν τα παλικάρια του ’21 κι οι αντάρτες, που ’σουν έτοιμος να πεταχτείς πάνω ανά πάσα στιγμή για να αντιμετωπίσεις έναν αιφνίδιο κίνδυνο…

… μέχρι την υπεύθυνη ιδιότητα του φρουρού, του φύλακα, που επαγρυπνεί, που μένει άγρυπνος στις επάλξεις της κοινότητας και της κοινωνίας για να ειδοποιήσει τους συμπολίτες του, τους συγχωριανούς και συντρόφους του, τους αγρότες εν προκειμένω, για την επερχόμενη επίθεση του Καθεστώτος στο εισόδημα, στα δικαιώματα, στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου.