Στην ανά χείρας Ανθολογία (όμορφος ο ελληνόγλωσσος προσδιορισμός του συγκεκριμένου είδους βιβλίων· ο στίχος –τίτλος στο παρόν άρθρο– του Κώστα Μόντη ταιριάζει εδώ κι ας αναφέρεται στην «Αμυγδαλιά»), τιτλοφορημένη με τους στίχους, όπως υποσημειώνεται, του Κ.Π.Καβάφη, η ποικιλία του συγκεντρωμένου υλικού είναι αξιοσημείωτη: φτάνοντας πίσω στον χρόνο έως την αρχαία τραγωδία και, την ίδια στιγμή, πατώντας γερά στο παρόν ποιητριών/ποιητών και στιχουργών ευρισκόμενων τώρα, το 2025, «εν πλήρει δράσει», το πανόραμα που συναρμόζουν οι πολυάριθμες ψηφίδες είναι ικανοποιητικό και θελκτικό, καθώς κατορθώνει να απηχεί εντελώς διαφορετικές προτιμήσεις. Με άλλα λόγια, υπάρχει κάτι για όλες και όλους ή, τουλάχιστον, για ένα πολύ μεγάλο εύρος αναγνωστικού κοινού. Σκεφτείτε κάτι και ψάξτε το· εάν δεν το εντοπίσετε, ίσως βρείτε κάτι παρόμοιο ή κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον, μια νέα γνωριμία με πνεύμα συγγενές και αλληλέγγυο.
Επί παραδείγματι, υπάρχουν: Αθανάσιος Χριστόπουλος και Ελένη Βακαλό, Νικόλαος Ποριώτης και Γιάννης Ρίτσος, Δημ. Καμπούρογλου, Γεώργιος Σουρής, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Μιχ. Στασινόπουλος, αλλά και Κική Δημουλά, Δήμητρα Χριστοδούλου, Μαριανίνα Κριεζή, Δανάη Σιώζιου, Γεράσιμος Μαρκοράς, αλλά και Πάνος Σταθόγιαννης, Γεώργιος Βιζυηνός και Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Λουίς Σεπούλβεδα και Στέλιος Σπεράντζας, Διονύσιος Σολωμός, Κωστής Παλαμάς και Γ. Χατζηπιερής, Μάνος Ελευθερίου, Ανδρ. Λασκαράτος, Κώστας Μόντης και Παρ. Καρασούλος, Ζωή Καρέλλη, Θωμάς Γκόρπας, Νίκος Εγγονόπουλος και Μπέρτολτ Μπρεχτ, Γιώργος Σεφέρης και Γεώργιος Δροσίνης, Οδυσσέας Ελύτης, Ε.Χ. Γονατάς, Ορέστης Λάσκος και Σοφία Κολοτούρου, Μίλτος Σαχτούρης και Γιώργης Κρόκος, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Τίτος Πατρίκιος και Αγγέλα Γαβρίλη, Γ.Μ. Μαρίνος, Αργύρης Χιόνης, Γκ. Γκοσποντίνοφ, Ρίτα Μπούμη-Παπά, Ρένα Καρθαίου αλλά, επίσης, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Social Waste· και, οπωσδήποτε, πανέμορφα δείγματα της Ανώνυμης Μούσας του δημοτικού τραγουδιού.
Η παρούσα Ανθολογία σχεδιάστηκε με αγάπη και σεβασμό τόσο απέναντι στο αντικείμενό της (το σώμα είναι, μάλιστα, πιο συνεκτικό από το αναμενόμενο για μια τέτοιου είδους συμπαρουσία, καθώς τα ποιήματα συμβαίνει κάποτε να διαλέγονται, δίνοντας τη σκυτάλη το ένα στο άλλο) όσο και απέναντι στο κοινό. Πρόσθετη απόδειξη των παραπάνω αποτελούν οι παρατιθέμενες στις τελευταίες σελίδες πληροφορίες σχετικά με: τις «Πηγές» του ποιητικού υλικού και τα Βιογραφικά στοιχεία των δημιουργών, ορισμένα από τα οποία η επιμελήτρια εμπλούτισε με αποσπάσματα συνεντεύξεων, βάζοντας έτσι μια πιο ζωηρή πινελιά.
Στις «Ανθολογίες», γενικά, «είθισται» άλλοι/-ες να λείπουν και άλλοι/-ες να περισσεύουν (δεν αποφεύγεται)· η «ταυτότητα», δε, τέτοιων «αδυναμιών» εξαρτάται από το ποια/ποιος τις παρατηρεί. Αναπόφευκτες δεν είναι μόνον οι συνειδητές πράξεις παράλειψης ή προβολής. Στην ανά χείρας θα μπορούσε να καταλογιστεί μία άλλης κατηγορίας αδυναμία, σχετιζόμενη με τη, μη αποδίδουσα πάντοτε καρπούς, αναζήτηση της ακριβούς βιβλιογραφικής πηγής όσων μεταφρασμένων εκ των ποιημάτων. Αλλά, αν το προαναφερθέν πταίσμα χρεώνεται στην επιμέλεια, για τα παρακάτω δεν ισχύει το ίδιο.
Η φροντίδα της εκδοτικής «όψης» ενός βιβλίου δεν εξαντλείται, ως γνωστόν, στο εξώφυλλο. Ως εκ τούτου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα δύο συνοδευτικά κείμενα –ο, έξυπνα απευθυνόμενος στην/στον αναγιγνώσκουσα/-οντα «φίλη/φίλο», «Πρόλογος», και η απευθυνόμενη σε γονείς και εκπαιδευτικούς «Εισαγωγή», όπου η Νόρα Αναγνώστου εξηγεί και τεκμηριώνει θεωρητικά τη μέθοδο της εργασίας της– δεν τιμούν τον συνολικό πνευματικό μόχθο που δαπανήθηκε εδώ, καθώς εμφανίζονται, αφ’ ενός, χωρίς πλήρη στοίχιση, αφ’ ετέρου, με αρκετές συντακτικές αστοχίες· αμφότερα σαφείς ενδείξεις προχειρότητας – βιασύνης. Η (ίδια) «αριστερή στοίχιση» ζημιώνει την εικόνα και των τελευταίων, πληροφοριακών, σελίδων· επιτέλους, δεν έχουν γίνει ακόμη άπαντα διαδικτυακός αέρας κοπανιστός, το «scripta [στο χαρτί] manent» εξακολουθεί να ισχύει, έστω και παρά τη θέληση όσων στέκουν μακάρια ξυπόλυτοι/-ες μπροστά στα αγκάθια.
Παρόμοια εκτυπωτική διάταξη κειμένου ακολουθείται στο βιβλίο με τα φρέσκα, με πρωτότυπες ιδέες ποιήματα του παλαιού γνωστού στον χώρο Γιάννη Παπαδάτου (συμμετεχόντος, μάλιστα, και στην ως άνω «Ανθολογία» με το ομότιτλο της προκείμενης συλλογής ποίημα), αλλά δεν ενοχλεί όσο στην προηγούμενη (διαφορετικών προθέσεων, στόχων και πραγματώσεων) έκδοση, όπου την ανθολόγο-επιμελήτρια (αλλά και μεταφράστρια ορισμένων ποιημάτων), η οποία «συντονίζει» τη συνομιλία αναγνωστικού κοινού – δημιουργών, οφείλουν να συνδράμουν, ως προς τη γραμματολογική κατοχύρωση, και οι λοιποί συντελεστές.
Διότι στο «Φεγγάρια παιδιά», με την έγχρωμη στο εξώφυλλο, και εύγλωττα ασπρόμαυρη εντός, εικονογράφηση, η ανάγνωση δεν χρονοτριβεί (ούτε πρέπει) ασχολούμενη με τέτοια ζητήματα· ο δημιουργός βρίσκεται αυτοπροσώπως σε συνεχή διάλογο με το κοινό του, δοκιμάζοντας, μάλιστα, διαφορετικούς, τεχνικά ή/και θεματικά, τρόπους διεξαγωγής αυτής της επικοινωνίας: με ομοιοκαταληξία ή χωρίς, με χαϊκού ή με λίμερικς, με ποιήματα για την ποίηση, με νανουρίσματα, «οικολογικά οκτάστιχα», «ρίμνες, ποιήματα έμμετρα και μύθους λαϊκούς» αλλά και «με τον τρόπο του Ν. Βρεττάκου». Αλλα ποιήματα είναι αστεία και άλλα σοβαρά, ενώ υπάρχουν και ποιήματα διακειμενικά, όπως τα: «Τα σύνορα των σελίδων», «Η καλύτερη παρέα»· σε ετούτα, τίτλοι, ήρωες και ηρωίδες, κάποιοι/-ες μισοκρυμμένοι/-ες αλλά οι περισσότεροι/-ες φανεροί/-ές, κατοικούν μαζί με τον δημιουργό και το κοινό τους «στον πλανήτη που [τον]λένε “Βιβλίο”».
Οι ανά χείρας εκδόσεις καλούν, η καθεμία με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σε μια διαρκή σύναξη αναψυχής και ανακαλύψεων. Κάποιες από τις προσκλήσεις δεν θα παραληφθούν, κάποιες άλλες θα παραδοθούν αλλά θα γίνουν αποδεκτές αργότερα ή θα χαριστούν σε ορισμένους/-ες που δεν έλαβαν δική τους και που ίσως θελήσουν να συμμετάσχουν. Μερικές παραλαβές πάλι, της «Ανθολογίας» ειδικότερα, θα οδηγηθούν στα ράφια της βιβλιοθήκης του σπιτιού, ως «λεξικογραφικό» βοήθημα. Ωστόσο, μια πρώτη δοκιμή μπορεί να γίνει άμεσα: αφημένη (δήθεν) τυχαία σε οικιακή θέση ορατή και προσβάσιμη, η παρούσα «Ανθολογία», ευέλικτη και ευπροσάρμοστη, δύναται να αποδειχθεί αρκούντως δελεαστική για τους/τις εφήβους/έφηβες της οικογένειας. Τα βραχύσωμα ποιήματα, κυρίως, δυνατόν να λειτουργήσουν ως «τυράκια»-πειρασμοί: καθώς έχουν σοβαρές πιθανότητες να «φαγωθούν», πιθανόν να «ξεγελάσουν» τα στόματα ώστε να μείνουν ανοιχτά, περιμένοντας την επόμενη μπουκιά· το στοίχημα, τότε, θα έχει κερδηθεί.
