ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από μικρός έδειξε καλλιτεχνικές τάσεις, πρώτα στη ζωγραφική και στο σχέδιο, μάλιστα σε μια εποχή που η Δύση μόλις στεκόταν πάλι στα πόδια της. «Η τέχνη είναι μέσα στη ζωή μου γιατί από εκεί άρχισαν όλα για μένα», είχε πει ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, το 2018, σε μια συνέντευξη στο Hollywood Foreign Press Association.

«Ενηλικιώθηκα μέσα από την τέχνη. Στα παιδικά μου χρόνια έπαιξε μεγάλο ρόλο η τέχνη γιατί είχα δυσκολία στη συγκέντρωση της προσοχής μου. Στο σχολείο ονειρευόμουν πάντα άλλα μέρη, άλλα πράγματα, εκτός όταν σχεδίαζα. Εκείνες τις μέρες όμως, λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η τέχνη θεωρούνταν μια ανούσια απασχόληση. Αντίθετα, για μένα ήταν κίνητρο και πάθος. Αισθανόμουν, λοιπόν, ότι έπρεπε να το κρύψω και ζωγράφιζα κάτω από το τραπέζι, μέχρι που με τσάκωσε μια δασκάλα της τρίτης Δημοτικού. Με ρώτησε: Τι το σημαντικό γίνεται κάτω από το τραπέζι; Νόμιζα ότι θα με έκαιγε, αλλά με κάλεσε να δείξω στην τάξη το σχέδιό μου: Βομβαρδιστικά Β52 πετάνε πάνω από καουμπόηδες που τρέχουν καβάλα σε άλογα, πυροβολώντας Ινδιάνους που πέφτουν από έναν γκρεμό. Η δασκάλα είδε ότι είχα κάποια έφεση και μου υποσχέθηκε ότι, αν πρόσεχα στο μάθημα, θα μου έδινε ένα καβαλέτο και χαρτί και θα με άφηνε κάθε Τετάρτη να ζωγραφίζω κάτι για την τάξη. Αν με είχε μαλώσει και μου είχε απαγορεύσει να ζωγραφίζω, ποιος ξέρει πώς θα αισθανόμουν τώρα… Αλλά η εκτίμηση και ο σεβασμός που μου έδειξε, μου επέτρεψαν να συνεχίσω στον δρόμο της τέχνης. Ηταν ένα σημαντικό σταυροδρόμι στη ζωή μου όπου κατάλαβα ότι η τέχνη θα ήταν για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας με τον κόσμο».

Σε ηλικία 21 χρόνων, η ακαταμάχητη γοητεία και η απαράμιλλη φυσική ομορφιά του, όμως, ξεπέρασαν τις φιλοδοξίες του να γίνει ζωγράφος και έτσι, απρόθυμα στην αρχή, στράφηκε προς τις παραστατικές τέχνες – το θέατρο, την τηλεόραση και τελικά τον κινηματογράφο, σφραγίζοντας με την παρουσία του έργα που συγκλόνιζαν τα πλήθη.

Η ταινία που τον «γέννησε» σαν τον ήρωα που λατρέψαμε ήταν αυτή που πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα στο αντιστασιακό πνεύμα της εποχής και τον αρχετυπικό καουμπόη που δεν μπορεί παρά να ζει ανεξάρτητος, στο περιθώριο της κοινωνίας… το Butch Cassidy and the Sundance Kid (1969). Η ταινία δεν άδραξε μόνο τον παλμό της εποχής αλλά και του Ρέντφορντ προσωπικά, αφού ως Sundance Kid πλησίαζε τα βάθη της ψυχής του, μιας αγνής αμερικανικής ψυχής, γαλουχημένης στην Αγρια Δύση, που ήθελε να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο χωρίς πολλά λόγια, αλλά με βλέμματα και πράξεις. Πάνω από όλα η ταινία ήταν μια ωδή στη θεμελιώδη και αναμφισβήτητη αξία της ατομικής ελευθερίας που, στην τελευταία ανάλυση, υπερβαίνει οποιονδήποτε θεσμό και νόμο.

Ετσι ο χαρακτήρας του Sundance Kid, μαζί με αυτόν του Butch Cassidy που άφησε στην ιστορία ο φίλος του Πολ Νιούμαν, ταυτίστηκε με το πρόσωπο του ηθοποιού στα μάτια όλων όσοι τον αγάπησαν, έχοντας δει την ταινία ή όχι, συνδέοντάς τον μια για πάντα με το αγαθό της ανεξαρτησίας.

«Αυτό που με τρομάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι η συρρίκνωση του περιβάλλοντός μου», έλεγε σε μια συνέντευξη του BBC με τον Melvyn Bragg το 1976, στο απόγειο της καριέρας του, για το πρόβλημα της διασημότητας. «(Οταν γίνεσαι διάσημος) όλο και περισσότερο οι άνθρωποι αρχίζουν να σε αντιμετωπίζουν σαν αντικείμενο, ενώ υπάρχει κίνδυνος κι εσύ ο ίδιος να βλέπεις τον εαυτό σου σαν αντικείμενο και να πράττεις ανάλογα». Σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης πρόσθεσε: «Είναι δύσκολο να παρατηρείς τους άλλους όταν οι άλλοι παρατηρούν εσένα».

Ωστόσο, παρά την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε μια προσωπική ζωή ελεύθερη και ανεξάρτητη και στους αυτόματους περιορισμούς που επέβαλλε το κοινωνικό του καθεστώς ως ένα από τις μεγαλύτερα ονόματα του Χόλιγουντ, ο ηθοποιός ακολούθησε τον δρόμο που διέγραφε το αστέρι που μεσουρανούσε σε όλη τη δεκαετία του 1970.

Συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Σίντνεϊ Πόλακ σε πασίγνωστες ταινίες, όπως τις The Way We Were («Τα καλύτερά μας χρόνια»,1973), Three Days of the Condor («Τρεις μέρες του Κόνδορα» 1975) και το βραβευμένο με το Οσκαρ καλύτερης ταινίας, Out of Africa («Πέρα από την Αφρική», 1985). Σε μια συνέντευξη στο σωματείο των ηθοποιών της Αμερικής, SAG-AFTRA Foundation, το 2004, ο σκηνοθέτης προσπάθησε να εκφράσει το μυστήριο της γοητείας του Ρέντφορντ. «Ηταν πάντα απόλυτα άνετος… θα ήταν αδύνατον να είναι λιγότερο χαλαρός όταν τον κοιτούσε η κάμερα», δήλωσε, «οπότε ακολουθούσε το κάθε ένταλμα της διαίσθησής του όσο μικρό κι αν ήταν». Και το εξήγησε έτσι: «Η κάμερα είναι ένα μεγάλο μικροσκόπιο. Οταν είσαι χαλαρός –εδώ βρίσκεται το κλειδί– η κάμερα αντιλαμβάνεται ακόμα και τη σκέψη σου. Αν δεν είσαι χαλαρός, αυτό δεν γίνεται».

Αυτή η ίδια η άλογη διαίσθηση, η πηγαία αμεσότητα του ηθοποιού, φανερωνόταν στην κάθε του ερμηνεία αλλά και στις επιλογές των ρόλων του: Μάλλον ασυναίσθητα, ο Ρέντφορντ διάλεγε ταινίες που σχοινοβατούσαν σε καταστάσεις ανάμεσα στη σύμβαση και στο περιθώριο, στον νόμο και στην αναρχία, στο ήθος και στη διαφθορά, από τις οποίες συνήθως ο πρωταγωνιστής στο τέλος δραπετεύει, χωρίς να επιλέγει το σωστό ή το λάθος, διατηρώντας έτσι μια εσωτερική ουδετερότητα στον απερίγραπτο χώρο πέρα από τη δυαδικότητα.

Ως Hubbell Gardiner στο ρομαντικό δράμα «Τα καλύτερά μας χρόνια» (1973), δίπλα στην Μπάρμπρα Στρέιζαντ, παίζει τον συμβατικό άνθρωπο που όμως ερωτεύεται μια ασυμβίβαστη αγωνίστρια. Ως γκάνγκστερ Johnny Hooker στο «Κεντρί» (The Sting, 1973) απαρνιέται το χρήμα για μια αφιλόκερδη φιλία. Ως νομοταγής πράκτορας της CΙΑ, Joe Turner, στις «3 μέρες του Κόνδορα» έρχεται αντιμέτωπος με τα υψηλά κλιμάκια του οργανισμού. Και μαζί με τον Ντάστιν Χόφμαν, υποδύεται έναν από τους δύο δημοσιογράφους που τόλμησαν να ξεσκεπάσουν το σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ με κίνδυνο της ζωής τους στο All the President’s Men («Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου»,1976)…

Η αναζήτηση της μοναχικότητας μέσα σε έναν χώρο που την απαγορεύει, ίσως αποτέλεσε έναυσμα για το έργο του ως σκηνοθέτη. Εχοντας απεμπολήσει κάπως το βάρος της διασημότητας, στις επόμενες τρεις δεκαετίες, 1980-2000, ο Ρέντφορντ προχωρά πίσω από την κάμερα και συγκεντρώνεται σε θέματα που πάντα τον ενδιέφεραν, αλλά τώρα ως παρατηρητής και σχολιαστής – τα κρυφά πάθη της οικογενειακής ζωής (Ordinary People-«Συνηθισμένοι άνθρωποι», 1980), η εκμετάλλευση και η ομορφιά της φύσης («Milagro Beanfield War-«Μιλάγκρο, η γη της σύγκρουσης», 1988, A River Runs Through it-«Το ποτάμι κυλά ανάμεσά μας», 1992) και βέβαια το πρόβλημα της διαφθοράς (Quiz Show, 1994, Lions for Lambs-«Λέοντες αντί αμνών», 2007). Παράλληλα συνεχίζει να δρα ως παραγωγός και να πρωταγωνιστεί σε ταινίες που θεωρεί άξιες προσοχής.

Ετσι το δεύτερο και «ώριμο» κομμάτι της επαγγελματικής του ζωής κύλησε ανάμεσα σε διάφορες δημιουργικές εκφάνσεις του κινηματογράφου, χωρίς όμως να φτάσει ποτέ τα ύψη της δεκαετίας του ‘70, όταν σκηνοθέτες, ηθοποιοί και κοινό σμίλευαν μαζί έναν νέο δρόμο τέχνης. Ο ίδιος διάλεξε να αναφέρει ως μια από τις πιο αγαπημένες του ταινίες το «Κεντρί» (The Sting), ευχαριστώντας τον σκηνοθέτη George Roy Hill με τον οποίο είχε προηγουμένως συνεργαστεί στο Butch Cassidy and the Sundance Kid («Οι δυο ληστές»). Το 2018, τη χρονιά που βγήκε στις αίθουσες η τελευταία ταινία του, The Old Man & the Gun («Ο κύριος και το όπλο») σε σκηνοθεσία του David lowery, σε ηλικία 82 χρόνων, ο Ρέντφορντ ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από τη βιομηχανία ως ενεργό μέλος της, χωρίς όμως να αποκλείει τίποτα. «Δεν θέλω να χάσω το παιδί μέσα μου», είπε σε συνέντευξη στο Hollywood Foreign Press Association. «Οσο είσαι μικρός συνεχώς ανακαλύπτεις πράγματα. Οταν μεγαλώνεις οι στιγμές αυτές φθίνουν. Παρ’ όλα αυτά όσο συμβαίνουν ακόμα, θα είμαι ευτυχισμένος».

Τα πολλά βραβεία που κέρδισε στη ζωή του –ανάμεσα στα οποία και το Οσκαρ σκηνοθεσίας για το Ordinary People το 1980 και το National Medal of Arts από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον (1996)– δεν ισοδυναμούν με την τεράστια συμβολή του δημιουργού στην τέχνη, την κοινωνική και οικολογική δικαιοσύνη. Το ανήσυχο πνεύμα του πέρασε από διάφορες οδούς, βρίσκοντας τελικά το «σπίτι» του και καταφύγιό του στην Πολιτεία της Γιούτα, σε ένα απόμακρο βουνό όπου αγόρασε ένα κομμάτι γης το οποίο μετονόμασε Sundance. Εκεί κοντά, ο Ρέντφορντ κατάφερε να συνδυάσει τις δύο μεγαλύτερες αγάπες του: τη φύση και τον κινηματογράφο.

Οταν επισκέφθηκα το φεστιβάλ το 2006, μπροστά στα μάτια της φαντασίας μου, αυτόν έβλεπα παντού:

«Η εικόνα του Ρόμπερτ Ρέντφορντ που ξεπεζεύει από την πανέμορφη φοράδα και μπαίνει στο χιονισμένο λουξ ράντσο του για να καθίσει μπροστά στο τζάκι με την εκλεκτή παρέα του και να απολαύσει ένα εξαίσιο ποτό – συνόδευε την κάθε μου εντύπωση και στιγμή στο Park City της Γιούτα, κέντρο του Sundance Film Festival. Είναι ιδιοφυές, σκεφτόμουν ενώ το χιόνι έτριζε κάτω από τις μπότες μου και η ανάσα μου διαχεόταν στο σύμπαν. Το μοναδικό φεστιβάλ που έχει αφιερωθεί αποκλειστικά στον ανεξάρτητο κινηματογράφο όλου του κόσμου βρίσκεται πάνω στα βουνά, μέσα στα χιόνια, σ’ έναν χώρο παραμυθένιο, όπως τα παιδιά φαντάζονται τον Βόρειο Πόλο, με έλκηθρα, σταλακτίτες και αστεράκια στον ουρανό… Μακριά από τις ουρές των αυτοκινήτων του Λος Αντζελες και τα άυπνα γραφεία των πολυεθνικών, το Sundance προκαλεί όλους τους σινεφίλ, τους δημιουργούς και τους εμπόρους να προσαρμοστούν στο γούστο και στην ιδιοφυΐα του ευεργέτη του…».

«Και όμως, το φεστιβάλ δεν ήταν επινόηση του Ρέντφορντ. Αρχισε ως Utah/US Film Festival το 1978 με πρωτοβουλία του αντιπρόσωπου της κρατικής επιτροπής κινηματογράφου της Πολιτείας, John Earle, και του κινηματογραφιστή Sterling van Wagenen, με τρεις στόχους: την προσέλκυση κινηματογραφιστών στη Γιούτα, την παρουσίαση και συζήτηση αντιπροσωπευτικών ταινιών του αμερικανικού κινηματογράφου και, τρίτον, την καθιέρωση ενός φόρουμ για τον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο. Η πόλη του Park City, με τις φυσικές ομορφιές της και το χαλαρότερο καθεστώς ποτοαπαγόρευσης στην «Πολιτεία των μορμόνων», ήταν η φυσική επιλογή του τόπου που θα φιλοξενούσε ένα τέτοιο εθνικής σημασίας γεγονός. Επτά χρόνια αργότερα, το 1985, ο Ρέντφορντ ανέλαβε το φεστιβάλ υπό την αιγίδα του Sundance Institute. Διορατικός αλλά και σίγουρος για τις προτιμήσεις του, o Ρέντφορντ έδωσε στο φεστιβάλ το νόημα ύπαρξή του και το βάφτισε ως επίσημο κέντρο του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Το 1991 μετονομάστηκε Sundance Film Festival, την ίδια χρονιά που το «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες» του Steven Soderbergh σηματοδότησε μια νέα εποχή για τον μη χολιγουντιανό κινηματογράφο κι έδωσε νέα ώθηση στους κινηματογραφιστές του περιθωρίου».

Ωστόσο, ακόμα και οι λίγοι που γνωρίζουν την ιστορία του Sundance, θα παραδέχονταν την ουσιαστική εκπροσώπησή του από τον Αμερικανό γίγαντα του κινηματογράφου. Γιατί όσοι έχουν δει το έργο του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, γνωρίζουν επίσης το πάθος, αυτό το μοναδικά ισχυρό αίσθημα, που διαμόρφωσε τη ζωή του και τις επιθυμίες του – της απόλυτης και δικαιωματικής ελευθερίας του ανθρώπου αλλά και της φύσης όλης.

Το γεγονός ότι πέθανε ήσυχα στον ύπνο του στις 16 Σεπτεμβρίου, μας παραπέμπει στον χαρακτήρα του Sonny Steele που ο ίδιος έπαιξε στον «Ηλεκτρικό καβαλάρη» (1979), όπου παλεύει ηρωικά με τη διαφθορά στον κόσμο του ροντέο, ενώ στο τέλος, καθώς ελευθερώνει το άλογό του, αποσύρεται κι αυτός στην ανακούφιση της ανωνυμίας…