ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ντίνος Σιώτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλά βιβλία φθάνουν καθημερινά στο γραφείο ή στο σπίτι μου, στην Αθήνα ή στην Τήνο. Τα πιο πολλά με αφήνουν αδιάφορο. Ξεχώρισα τρία (δεν είναι τα μόνα) από τις πρόσφατες αφίξεις. Κοινό τους χαρακτηριστικό: έρχονται από χαμηλόφωνα μέρη. Προορισμός τους: ένας τόπος λυτρωτικός. Και τα τρία βιβλία τραβούν την ανιούσα.

Το «Κασκαντέρ» του Ιορδάνη Παπαδόπουλου (Εκδόσεις Ικαρος) είναι η ψηλαφητή αφήγηση μιας πτώσης και η προβολή του μέλλοντος πάνω στον διάστικτο από μνήμες χάρτη της ζωής. Τα άτιτλα κείμενα πυκνά, ζωντανά, αισθησιακά, ελκυστικά, ανασαίνουν βαριά και κατευθύνονται ευθύβολα στο μέλος του σώματος που λέγεται χέρι, μεταδίδοντας παλλόμενες κινήσεις και συγκινήσεις. Το χέρι κινεί τα πάντα, ψάχνει τα πάντα, καθοδηγεί τα πάντα. Εδώ κάθε πτώση είναι μια ανυψωτική εκδοχή του υπάρχειν. Ειλικρινά, όποιος ενδιαφέρεται για ψαγμένη λογοτεχνία, καλό είναι να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Δείγμα γραφής η σελίδα 34:

Το χέρι είναι μύθος, είναι μια ιστορία που τη γράφει και τη λέει το ίδιο. Το χέρι αφηγείται και πείθει όπως και το στόμα, αλλά στην περίπτωσή του θεωρείται γραφικότητα ή, στην καλύτερη, ιδιοτροπία παρά πλεονέκτημα. Ισως φταίει που γράφει κυρίως στον αέρα.

Δεν θέλουν όλοι ν’ ακούσουν. Σπάνια εξιστορεί κάτι οικείο, αλλά, παρ’ όλα αυτά, μένει για ώρα πάνω από τα κεφάλια τους. Οχι σαν φωτοστέφανο, σπαθί ή γλώσσα, αλλά σαν ένας πολύ χαμηλωμένος δεύτερος ουρανός.

Δύο ειδών ιστορίες υπάρχουν: αυτές για χέρια που σε βοηθούν να μην πνιγείς, να σωθείς πρόσκαιρα, κι εκείνες για χέρια που σε βοηθούν να χαθείς, να πας μια και καλή στον πάτο. Το χέρι δεν τις ξεχωρίζει. Τις εκφωνεί όλες με τον ίδιο μηχανικό τόνο. Η κατάληξη είναι αδιάφορη για αυτό.

Εσύ, πάλι, δεν έχεις περιθώρια επιλογής.

Ο Λουάν Τζούλις είναι Αλβανός ποιητής που μένει στην Ελλάδα εδώ και 30 χρόνια. Γράφει και στα ελληνικά. Τον ξεχώρισα απ’ το 2006, γιατί όντως γράφει ποίηση που ξεχωρίζει από τη μάζα. Η πιο πρόσφατη συλλογή του «Κομμένος στα τέσσερα» (Εκδόσεις Τόπος) αποτελείται από κουλουριασμένες αναπολήσεις, σκεπασμένες με τη μυρωδιά του χρόνου που περνά αλλά και με ένα πικρό χιούμορ που σε διαπερνά ολόκληρο και δεν σε αφήνει αλώβητο.

Δείγμα το ποίημα με τίτλο «Χρόνια σου πολλά»:

Τη μέρα των γενεθλίων μου, βράχνιασαν τα τηλέφωνα.
Η τεχνολογία θαυματούργησε κι εγώ
εισέπραξα μια τούρτα γενέθλιων σε σχήμα υδρογείου.
Αν και υδρόγειος, παραδόξως
είχε λεπτή γεύση μανταρινιού.
Από δώρα, μπορώ να αναφέρω τρία.
Το μπαστούνι, δώρο απ’ τη γυναίκα μου,
τη ζώνη του παντελονιού, απ’ τον κολλητό μου φίλο
και έναν ωραίο χαρτοκόπτη από τα παιδιά μου.
Πέσαμε στα τσίπουρα και στις ευχές.
Τραγούδησα κιόλας
χωρίς να ξεχνώ τους ανθρώπους που μου έλειπαν.
Το μπαστουνάκι το έκρυψα πίσω από την πόρτα
«άσ’ το να βρίσκεται», είπα
και άναψα τα κεράκια στην τούρτα
με βοηθό τον εγγονό μου.
Στη ζώνη άνοιξα άλλες δύο τρύπες.
Δοκίμασα τον χαρτοκόπτη
κόβοντας σε μικρές φέτες
τη ζαλάδα με το τελευταίο μου ποίημα.
Κούνησα δυνατά το μπουκάλι με το τσίπουρο
σαν να μετρούσα πονηρά τη δύναμή μου.
Χαμογέλασα δίνοντας ευχές σε όλους.
Απ’ τις ευχές που περίσσεψαν και δυνατά φώναξα:
«Δυο αιώνες έχτισα ελπίδες
και μόνο τα χρόνια μου θέλω να ζήσω…».

Το «Βάθος πεδίου» του Κωνσταντίνου Τσεκλένη (Εκδόσεις Το Ροδακιό) είναι μια συλλογή από 45 ποιήματα και 15 μικροαφηγήματα που κοιτούν τη ζωή από μέσα κι απ’ έξω με βλέμμα κινηματογραφικό. Το κατευθύνει ο άσπαρτος χρόνος. Βουτάνε με χάρη στη βιωματική καθημερινότητα, στην πραγματικότητα και στις πεδιάδες της ύπαρξης. Η μνήμη λειτουργεί ως καθρέφτης, συνδέοντας εμπειρίες και σιωπές με εικόνες κρυμμένες. Το αποτέλεσμα σου αφήνει μια γεύση αμίλητης ειρωνείας, νοσταλγίας και ονείρου. Πολύ μου άρεσε αυτή η συλλογή.

Δείγμα το ποίημα «Ανατομία μιας πτώσης»:

Σήκωσε ψηλά τα χέρια
όπως ο αιχμάλωτος
εκείνος με το αθώο βλέμμα.
Εμοιαζε μ’ ατίθασο παιδί
που μάταια προσπαθούσε
γινωμένους να κόψει τους λωτούς
από τ’ άφταστα κλαδιά στο ψύχος.
Ανοιξε τα χέρια διάπλατα
όπως βυθίζεται κανείς Κυριακή πρωί
στα άρθρα μιας εφημερίδας.
Διόλου διστακτικά
όπως η νυχτερίδα τα φτερά
κρεμασμένη ανάποδα απ’ το γείσο.
Κι ύστερα την έκανε.
Αφέθηκε στο θαύμα της βαρύτητας
με μια αμφιβολία να πλανάται στον αέρα.
Αραγε θα ’ναι ακαριαίο,
μπιστάει το κρανίο στο τσιμέντο;
Απονενοημένο πλην σαφές
να σπα την γκλάβα του κανείς
στο τέλειο βιογραφικό σημείωμα