Της «Πόπης», οι σημαίες ευκαιρίας και οι ναύκληροι εφοπλιστές
Ιωάννης Παλούμπης, Στέφανος Μίλεσης
Ψηφίδες Ελληνικής Ναυτικής Ιστορίας
Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος
Δίγλωσση Εκδοση
Εκδόσεις Μένανδρος, 2020
ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ Γ. ΤΣΟΥΠΡΟΥ
«Η “Θαλασσία ισχύς” ενός κράτους είναι η συνισταμένη όλων των στρατιωτικών ή πολιτικών δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με τη θάλασσα». Αφότου το ελεύθερο ελληνικό κράτος έγινε πραγματικότητα (πάντως, οι συγγραφείς δικαίως επισημαίνουν τη δυσανάλογα «μικρή» δόξα που απολαμβάνουν οι Ελληνες ναυμάχοι του 1821, με τα μετασκευασμένα σε πυρπολικά παλαιά σκάφη τους, σε σύγκριση με τους κλεφταρματολούς της στεριάς) και αφού πέρασαν οι 3-4 δεκαετίες που χρειάστηκαν για τη μετάβαση από την ιστιοφόρο στην ατμοκίνητη ναυτιλία (μέγιστη στάθηκε εδώ η συμβολή της διάνοιξης του Ισθμού της Κορίνθου/1893), μετάβαση για την οποία ο Ελληνας ναυτικός χρησιμοποίησε όλες τις δεξιότητες που είχε αποκτήσει μέσα από αιώνες ιστιοφόρων θαλασσινών διαδρομών, η Ελλάδα κλήθηκε να αποδείξει και απέδειξε τη «θαλάσσια ισχύ» της, τόσο στους Βαλκανικούς όσο και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και, μάλιστα, όχι μόνον χάρη στις πολεμικές/στρατιωτικές δυνάμεις της, αλλά και με τα επίτακτα επιβατηγά και φορτηγά πλοία της (τα κατορθώματα της εμπορικής ναυτιλίας συνήθως παραμερίζονται), τα οποία συνέδραμαν παράλληλα και τους συμμαχικούς στρατούς, ενώ πολλά από αυτά (τα εμπορικά) έγιναν θυσία στα υποβρύχια και στις νάρκες.
Στα στιγμιότυπα που επιλέγουν οι Ι. Παλούμπης και Στ. Μίλεσης ως «ψηφίδες» για το «μωσαϊκό» της περιόδου του Μεσοπολέμου, ανήκει και το τραγικό ναυάγιο του επιβατικού ατμόπλοιου «Πόπη» (1934), μιας ιδιωτικής, αρχικά, θαλαμηγού αναψυχής, ναυπηγημένης το 1880, η οποία το 1920, και μετά από αρκετές αλλαγές χρήσης, είχε καταλήξει να μετασκευαστεί σε πλοίο ακτοπλοΐας (τότε ακόμη, αυτά δεν διέθεταν ασύρματο τηλέγραφο, η υποχρεωτική εγκατάσταση του οποίου, έναν χρόνο αργότερα, προκάλεσε την αντίδραση των πλοιοκτητών) και να εκτελεί ένα πολύ μεγάλο δρομολόγιο, που ξεκινούσε από τον Πειραιά, ύστερα από πολλές στάσεις έφτανε στα Κουφονήσια και, στη συνέχεια, επέστρεφε στον Πειραιά κάνοντας πάλι μερικές στάσεις.
Στην αρχή του δρομολογίου της 27.11.1934, το «Πόπη» εξόκειλε σε μια βραχονησίδα του Σαρωνικού· μετέφερε περίπου 140 επιβάτες καθώς και εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων και τυριά. Αυτά τα τελευταία ήταν τα πρώτα που εκφορτώθηκαν με σπουδή μετά την πρόσκρουση, ενώ, αντίθετα, οι επιβάτες και οι επιβάτιδες αφέθηκαν στην τύχη τους από τους αξιωματικούς και το πλήρωμα, με αποτέλεσμα 11 άνθρωποι να πνιγούν εξαιτίας του πανικού που επικράτησε και όχι επειδή δεν θα μπορούσαν πολύ απλά να καθοδηγηθούν από τους αρμόδιους και να σωθούν. Από εδώ προέκυψε η παροιμιώδης έκφραση «έγινε της Πόπης», η επιεικώς «ανάλαφρη» χρήση της οποίας, μέχρι και σήμερα, έχει απολύτως αποσυνδεθεί από το τρoμερό συμβάν στο οποίο αναφερόταν κάποτε.
Οι τραγικές ιστορίες έμελλε να αυξηθούν ιλιγγιωδώς, σε αριθμούς συμβάντων, θυμάτων αλλά και στην ένταση των συναισθημάτων αποτροπιασμού, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα καταγραφόμενα περιστατικά από τον χώρο της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία, όπως σημειώθηκε, υπηρέτησε με αυταπάρνηση δίπλα στην ένοπλη ναυτική δύναμη, συμπεριλαμβάνονται: η καταβύθιση (1941) του πλοίου «Ελλάς» στο λιμάνι του Πειραιά από τους Γερμανούς, με εκατοντάδες νεκρά γυναικόπαιδα, όπως και η εν ψυχρώ εκτέλεση των ανυπεράσπιστων ναυαγών που αποτελούσαν το πλήρωμα του ελληνικού φορτηγού «Πηλεύς», αμέσως μετά τον τορπιλισμό του από γερμανικό υποβρύχιο, τον Μάρτιο του 1944· ο κακούργος κυβερνήτης του υποβρυχίου βρέθηκε ενώπιος ενωπίω με τον διασωθέντα υποπλοίαρχο του «Πηλεύς» (η μαρτυρία–αφήγηση του οποίου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εθνος», Οκτώβριος 1945, σε 4 συνέχειες και αποτελεί ουσιαστικά εκδοχή αυθεντικού προτύπου για μια σειρά κινηματογραφικών ταινιών) στο συμμαχικό ναυτοδικείο, συσταθέν για την καταδίκη των εγκληματιών Ναυτικού Πολέμου. Οι πολλές αντίστοιχες υποθέσεις ντροπής υποδεικνύουν την, αναμφίβολα συστηματική, εξόντωση από τους Γερμανούς, διά πολυβολισμού και χειροβομβίδων, των ναυαγών των εμπορικών πλοίων. Το «διεθνές θαλάσσιο νεκροταφείο», βαριά κληρονομιά της Β΄ Παγκόσμιας Σύρραξης, ανέλαβε στα καθ’ ημάς να ξεκαθαρίσει ο Οργανισμός Ανελκύσεως Ναυαγίων, ιδρυθείς τον Ιούλιο του 1945 και υπαχθείς στο υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας· αν και για τις εν λόγω απώλειες δεν υπάρχει αντιστάθμισμα, εντύπωση κάνει το γεγονός ότι κάποια από τα ανελκυσθέντα ναυάγια ήταν επαναχρησιμοποιήσιμα, εν όλω ή εν μέρει.
Ο ελληνικός Εμφύλιος, που ακολούθησε, δεν ήταν, σίγουρα, εκείνο το γεγονός που θα ανέκοπτε την ηθική καταβύθιση, η οποία, πάντως, ουδόλως προϋποθέτει ένα πολεμικό επεισόδιο για να «αναδειχθεί». Η τραγωδία (από τις βαρύτερες στη χώρα) του δις μετασκευασμένου, διάσημου για την ταχύτητά του, επιβατηγού «Χειμάρρα», στις 19.1.1947, λόγω διέλευσης πάνω από μαγνητική νάρκη στον Ευβοϊκό Κόλπο, συνιστά όνειδος, πέραν των πολλών αναπάντητων ερωτημάτων που άφησε πίσω της, εξαιτίας της ανήκουστης συμπεριφοράς ορισμένων επιβαινόντων, οι οποίοι και διεσώθησαν. Στις 21.1.1947, η εφημερίδα «Ελευθερία» έγραφε στο πρωτοσέλιδό της: «Επαίσχυντος υπήρξεν η συμπεριφορά των χωροφυλάκων και των στρατιωτών. Ησαν οι “άνδρες” και ήσαν ένοπλοι. Πυροβολούντες ημπόδισαν τα γυναικόπαιδα να επιβιβασθούν των λέμβων. Τας ήρπασαν κυριολεκτικώς και τας επεφύλαξαν διά τους εαυτούς τους και μόνον. Δεν εδέχθησαν να επιβή αυτών ούτε είς του πληρώματος διά να τας επαναφέρει εις τον τόπον του δυστυχήματος ώστε να σωθούν και άλλοι. Και αι λέμβοι έμειναν έτσι αχρησιμοποίητοι αφού έσωσαν τα τομάρια των οι ένοπλοι… Εχει μια παράδοσιν ηρωικήν το ελληνικόν ναυτικόν. Γεμάτην ανδρισμόν και αυτοθυσίαν και πρωτοβουλίαν. Εσπασε και αυτή; Από τας αρχαιοτέρας είναι».
Οι καλές παραδόσεις είθισται να σπάνε, γενικώς. Διότι, δεδομένης της μεγάλης προσφοράς των πλοιοκτητών στον Αγώνα του Γένους (από τότε έχει διατηρηθεί το προσωνύμιο «εφοπλιστής», παρ’ όλο που τα πλοία πλέον δεν «εξοπλίζονται»· στη βυζαντινή ορολογία ο εφοπλιστής λεγόταν «ναύκληρος»! – η ετυμολογία είναι κάποτε εξοργιστική: η αρχική σημασία του (πρωθ)υπουργός ήταν «υπηρέτης, βοηθός»…), πώς να γίνει η σύγκριση με το παρόν, όπου οι «σημαίες ευκαιρίας» (τακτική εγκαινιασθείσα, για ευνόητους λόγους, επί Τουρκοκρατίας) επιβαρύνουν αντί να ανακουφίζουν τους σκλαβωμένους φορολογούμενους; «Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;»: πώς θα αντιμετώπιζαν σήμερα οι δύο αξιέπαινοι συγγραφείς το εν λόγω ερώτημα, το οποίο τόσο ωραία ερμηνεύουν αναφερόμενοι στο υπόδουλο Γένος;
