ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο «Aνδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα» θέτει το ερώτημα: Σε ποιον ανήκει η ιστορία; Ποιος έχει το κύρος να μεταφέρει την ιστορία και ποια υποκείμενα του παρελθόντος έχουν δικαίωμα στην ιστορία;

Ο Κώστας Γιαννακόπουλος γράφει την ιστορία των ομοερωτικών σχέσεων στην Ελλάδα από την οπτική των ίδιων των υποκειμένων. Με τη μεθοδολογική σκευή της κοινωνικής ανθρωπολογίας και το βλέμμα στραμμένο στην ιστορικότητα, ανασυγκροτεί τις υποκειμενικότητες των ανδρών που εμπλέκονταν σε ομοερωτικές σχέσεις.

Εχοντας πραγματοποιήσει μακροχρόνια εθνογραφική και αρχειακή έρευνα, αναλύει την ομόφυλη υποκειμενικότητα στη μεταπολεμική Ελλάδα και την οργάνωση, αποδιοργάνωση και επανασυγκρότησή της, αναδεικνύοντας την πολλαπλότητα του υποκειμένου και τους μετασχηματισμούς του σε μια περίοδο 50 χρόνων. Το βιβλίο αποτελεί συλλογή μελετών τις οποίες διατρέχει η εξέταση των τομών και των συνεχειών των ομόφυλων πρακτικών και λόγων, της ιστορικότητας της διάκρισης ετεροφυλόφιλος/ομοφυλόφιλος, η ανάδειξη της διεκδίκησης μια ομοφυλοφιλικής ταυτότητας και ο ακτιβισμός του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ) και του περιοδικού «Αμφί», η εξάπλωση της γκέι κοινότητας, καθώς και η αναταραχή κάθε γραμμικότητας όσον αφορά την ομοφυλόφιλη ζωή στην Ελλάδα από τις δεκαετίες του 1950 έως σήμερα.

Στην καρδιά του βιβλίου βρίσκεται η ιστορικότητα, ως μια μεταφορά του χρόνου. Ανασυγκροτεί τις πολλαπλές χρονικότητες οι οποίες διαπερνούν την ομοφυλόφιλη ταυτότητα. Η ιστορικότητα συνυφαίνει τις επιβιώσεις του παρελθόντος στο παρόν, τη δεύτερη ζωή του παρελθόντος στο παρόν, το στοίχειωμα του παρόντος από το παρελθόν. Είναι μια σφαιρική ιστορία με την έννοια ότι λαμβάνει υπόψη όλες τις μορφές της διάρκειας: τη μακρά διάρκεια, το γεγονός, τη συγκυρία.

Τι σημαίνει ιστορικότητα για τον Κ. Γιαννακόπουλο; Τι σημαίνει το να γράφει την ιστορία των ομοερωτικών σχέσεων από την οπτική των υποκειμένων; Είναι μια ιστορία «κοντά στο έδαφος»: Μέσα από την πυκνή περιγραφή, την κίνηση, δηλαδή, από τον λόγο των υποκειμένων στα συμφραζόμενα –δηλαδή το πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό πλαίσιο– και την ένταξη του λόγου των υποκειμένων σε αυτά τα πολλαπλά πλαίσια, αποκτά νόημα το γεγονός του λόγου.

Πρώτον, αναδεικνύει τις ρωγμές του κανονικού. Η διαμόρφωση του υποκειμένου είναι ρευστή καθώς οι άνθρωποι υπόκεινται στις κανονιστικές αντιλήψεις για το τι είναι άνδρας και γυναίκα και ταυτόχρονα συμμετέχουν στη διαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων.

Δεύτερον, τις δυνατότητες των υποκειμένων να επινοούν τον εαυτό τους εντός των περιορισμών στους οποίους γεννιούνται. Αναλύει το ρεπερτόριο των νοημάτων που συγκροτούν τις κατηγορίες του νόμου: άνδρας, γυναίκα, ομοφυλόφιλος. Την αλληλεξάρτηση της κανονικότητας από το μη κανονικό. Πάνω από όλα δείχνει ότι η συγκρότηση των κατηγοριών αφορά την οικοδόμηση των σχέσεων εξουσίας σε μια κοινωνία.

Οι υπάλληλες υποκειμενικότητες φωτίζουν το πώς συγκροτούνται οι σχέσεις εξουσίας και αυτή η αποκάλυψη της πολιτισμικής συγκρότησης των κατηγοριών είναι κατά βάση πολιτική και για αυτό απειλητική για το καθεστώς της αλήθειας και για το πολιτικό καθεστώς. Αποσταθεροποιεί τη φυσικοποίηση των κατηγοριών αποκαλύπτοντας το πώς δημιουργήθηκε η αληθοφάνεια της φυσικοποίησης και πόσο σαθρή είναι.

Η ιστορία των ομόφυλων σεξουαλικών σχέσεων έχει σημασία για να κατανοήσουμε πώς βίωσαν οι άνθρωποι σε μια δεδομένη κοινωνία και εποχή τις σχέσεις αυτές και την εκβολή αυτών των βιωμάτων στο παρόν. Η ιστορία των ομοερωτικών σχέσεων μας αφορά γιατί ακριβώς αφορά την εξουσία. Μας αφορά, επειδή η συγκρότηση του ομοφυλόφιλου εαυτού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση της ανδρικής ταυτότητας.

Αυτό που καθιστά κάποιον άνδρα στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία την περίοδο 1950-1970 δεν είναι, σύμφωνα με τον Κ. Γ., η ετεροφυλοφιλία, ο σεξουαλικός δηλαδή προσανατολισμός, αλλά το φύλο στο οποίο θεωρούν ότι ανήκουν. Οι ταυτότητες του φύλου καθορίζονται με βάση τους σεξουαλικούς ρόλους. Διότι, όπως δείχνει ο Κ. Γ., η ομόφυλη σεξουαλική πρακτική δεν καθιστά κάποιον μη άνδρα. Αυτή η εννοιολόγηση της σεξουαλικότητας επέτρεπε σε άνδρες να έχουν ομοερωτικές σχέσεις χωρίς να στιγματίζονται ως «ομοφυλόφιλοι».

Ο Κ. Γ. πηγαίνει ακόμα πιο βαθιά την ανάλυση, όταν ασχολείται με την αρρενωπότητα που βασίζεται στην ενεργητικότητα, τη σωματοποίηση της ανδρικής σεξουαλικότητας και την ασυμβατότητα της ομόφυλης σχέσης με το συναίσθημα. Η εμπλοκή του Εαυτού σε μια ομόφυλη σεξουαλική πρακτική καθιστά κάποιον μη άνδρα. Ο κανόνας της αρρενωπής ομοφυλοφιλίας που η ανδρική σεξουαλική «φύση» υπαγορεύει συνίσταται στον διαχωρισμό εαυτού και σεξουαλικών πρακτικών. Η ανάμειξη εαυτού και σεξουαλικότητας, η εμπλοκή του σεξουαλικού σώματος στον ψυχικό εαυτό εξηγεί τον ευρύτερο στιγματισμό των σεξουαλικών αυτών προσώπων, δηλαδή το ότι κατηγορούνται όχι τόσο για τις σεξουαλικές πράξεις τους αλλά για ανηθικότητα: «πουστιά/πουτανιά».

Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Κ. Γ. ακούει τις αφηγήσεις των συνομιλητών του και επιτελεί την ανάλυση «κοντά στο έδαφος». Ο τρόπος που αναλύει το φιλί, το βλέμμα, το στόμα και τα μάτια ως διόδους του πόθου στην ψυχή, ώστε να στηρίξει το επιχείρημα ότι η αρρενωπή ταυτότητα βασίζεται στην αποκοπή των συναισθηματικών σχέσεων από τις καθαρά σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες. Και ταυτόχρονα τοποθετεί την ιστορία της ομοφυλοφιλίας στην Ελλάδα στο διιστορικό και διεθνικό πλαίσιο, από την αρχαιότητα, στην queerness του Μεσαίωνα, στις προπολεμικές και μεταπολεμικές δυτικές αντιλήψεις. Υπάρχει μια βαθιά γνώση των ιστορικών και ανθρωπολογικών μελετών της ομοφυλοφιλίας και η διεπιστημονική θεωρητική πλαισίωση του υλικού του. Αυτή η ευρυμάθεια δίνει καρπούς καθώς οδηγεί στην πολλαπλότητα και πολυπλοκότητα των ερμηνειών. Θέτει στον εαυτό του ερωτήματα σε σχέση με το υλικό του, βλέπει τα κενά κάθε ερμηνείας, σε κάθε ερμηνεία τη δυνατότητα της αναθεώρησής της. Είναι μια θαρραλέα πράξη. Για αυτό και επανέρχεται στο πεδίο. Δεν πρόκειται για επανάληψη, αλλά για αναστοχασμό και μια διαρκή διερώτηση του πεδίου. Αυτός ο αναστοχασμός συνέχει το βιβλίο, είναι το νήμα που διαπερνά, πλέκει, ξηλώνει και ξαναπλέκει την αφήγηση.

Ολη η ιστορία των έμφυλων, φυλετικών/εθνοτικών και ταξικών σχέσεων μπαίνει σε εισαγωγικά, ως αποτέλεσμα της αποφυσικοποίησης των κατηγοριών στη μελέτη του. Αναστοχάζεται και μελετά τις λέξεις ξανά και ξανά σε διαφορετικό κάθε φορά πλαίσιο, τις διαβάζει σε σχέση με τον λόγο της εξουσίας (νομικό, ψυχιατρικό, δικαστικό, ιατρικό), τον λόγο των υποκειμένων, τη μαρτυρία, προφορική και γραπτή, την ποίηση, τον επιστημονικό λόγο (θεωρία της λογοτεχνίας, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία, ψυχανάλυση). Θα μπορέσουμε, άραγε, να βγάλουμε κάποτε τα εισαγωγικά;

Τα κείμενα αλληλοσυμπληρώνονται. Στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται το στοίχειωμα, το φάντασμα του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου, των επιζώντων ομοφυλοφίλων και επιζησάντων τρανς γυναικών. Εδώ αναδεικνύεται η βία σε όλες τις μορφές της: αστυνομία, νόμος, «τσόλια»/αγόρια που δέρνουν τους θηλυπρεπείς άνδρες. Αυτή η τραυματική μνήμη στοιχειώνει όχι μόνο τις τρανς γυναίκες αλλά και την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία. Το φάντασμα αυτό μέχρι το βιβλίο του Κ. Γ. δεν είχε βρει ένα ασφαλές καταφύγιο.

Το βιβλίο μελετά τις απαρχές του κινήματος των ομοφυλοφίλων στην Ελλάδα, εμβαθύνοντας ακόμα περισσότερο στη διάχυση των καλυμμένων ομοφυλοφιλικών επιθυμιών στη μεταπολεμική Ελλάδα και στην ένταξή της στην ανδρική νόρμα. Ο διάλογος ανάμεσα στον Κώστα Ταχτσή και τον σκηνοθέτη Ανδρέα Βελισσαρόπουλο, ακτιβιστή και ιδρυτικός μέλος του ΑΚΟΕ, αναδεικνύει τις ιδεολογικές προκείμενες των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων στο πλαίσιο της πατριαρχικής δομής της ελληνικής κοινωνίας. Εκφράζοντας το γκέι κίνημα, ο Βελισσαρόπουλος υποστηρίζει έναν συνειδητό ομοφυλοφιλικό λόγο ή μια ανοιχτή ομοφυλοφιλική πρακτική προκειμένου να λειτουργήσει σαν έκρηξη αλήθειας, να αποτελέσει ένα «σκάνδαλο αλήθειας» και να οδηγήσει σε μια αναγνώριση της διαφορετικότητας που δεν αναμετριέται διαρκώς με την ετεροκανονικότητα. Καθώς η αρρενωπή ομοφυλοφιλία αντλεί τη νομιμοποίησή της από την ετεροκανονικότητα με κορυφαία διάστασή της τον γάμο, η διεκδίκηση ενός ομοφυλοφιλικού λόγου δεν είναι περιχαράκωση αλλά μια απελευθερωτική πράξη που αποδομεί τη μάτσο εκδοχή του ανδρισμού, τις συνεκδοχές της με ανωτερότητα και τη λειτουργία της ως μεταφοράς για την κατοχή δύναμης.

*Ιστορικός, καθηγήτρια Ιστορικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου