Ο Γεώργιος Αραμπατζής, με τη μελέτη του αυτή, μας καταθέτει μια μοναδική προσέγγιση της διερώτησης περί της σχέσης της φιλοσοφίας και του κινηματογράφου. Ή, καλύτερα θα λέγαμε, πως διανοίγει έναν νέο τόπο σύνδεσής τους. Η μελέτη του δεν αναφέρεται στη φιλοσοφία του κινηματογράφου, που ανήκει κυρίως στο πεδίο της φιλοσοφίας των μέσων, ούτε σε μια οντολογία της οπτικοακουστικής δημιουργίας, ειδικά στην περίπτωση της κινούμενης εικόνας και της σχέσης της με τις έννοιες.
Ο συγγραφέας δημιουργεί την προβληματική του μέσα από τη μελέτη της θεσμικής συγκρότησης του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ), θεωρώντας ότι αποτελεί ένα ιδιαίτερο φαινόμενο για την ελληνική πραγματικότητα. Επομένως, θα κινηθεί στον άξονα του θεσμικού λόγου προκειμένου να αποσαφηνίσει τη φιλοσοφική άρθρωση του συγκεκριμένου κινηματογραφικού φαινομένου. Θα λέγαμε λοιπόν ότι το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό και το αισθητικό παραγόμενο της «αναγέννησης» του ελληνικού κινηματογράφου επισημαίνεται από τον συγγραφέα μέσα από την υπέρβαση χαρακτηριστικών όπως η πολιτική στράτευση ή η οργάνωση της παραγωγής, γνωρίσματα που είναι πραγματικά αλλά όχι επαρκή για την κατανόηση του ΝΕΚ.
Με αυτή τη μελέτη, ο συγγραφέας ανοίγει νέους διαλόγους και προοπτικές για την κατανόηση του κινηματογράφου στην άρθρωσή του με τη φιλοσοφία, προτείνοντας ότι ο θεσμικός λόγος του ΝΕΚ μέσα από τη δημιουργική τροπικότητά του προσφέρει ένα πλούσιο γόνιμο έδαφος για φιλοσοφικό στοχασμό. Αυτό το έργο είναι καθοριστικό για όσους ενδιαφέρονται να διερευνήσουν τις συνδέσεις μεταξύ αισθητικής, θεσμών και φιλοσοφίας στον κινηματογράφο. O συγγραφέας, προτού περάσει στη διερώτηση περί του θεσμικού παραγόμενου λόγου από το φαινόμενο ΝΕΚ, ερμηνεύει με βαθύτητα το φαινόμενο του σκηνοθέτη-auteur, μέσα από το παράδειγμα του Ιγκμαρ Μπέργκμαν, ο οποίος συντάσσει μια νέα κινηματογραφική γλώσσα η οποία στοχάζεται μέσα από την αφήγηση του σεναρίου και την εικόνα με παραδειγματικό τρόπο. Η υπαρξιακή αγωνία των χαρακτήρων και η λογική των εικόνων του δημιουργού στην περίπτωση αυτή δίνουν τη δυνατότητα να αναδυθεί η προοπτική μιας νέας οπτικοακουστικής γλώσσας η οποία θα διαμορφώσει τις κινηματογραφικές πρωτοπορίες. Οπότε, πολύ έγκυρα, ο Αραμπατζής μάς τοποθετεί απέναντι στην καθολική, ως προς την επίδρασή της, περίπτωση Μπέργκμαν. Στη συνέχεια, μας εισάγει στο φαινόμενο του ΝΕΚ και των νέων θεσμών που κατασκευάζονται ως απόρροια της ελληνικής κοινωνικο-πολιτικής μετάβασης, κατά την οποία αναδύεται ο σκηνοθέτης-διανοητής που, μαζί με την εσωτερική σεναριακή του αφήγηση, δημιουργεί και μια εξωτερική, άλλη, ώστε να συνδέσει το έργο με μια ερμηνεία της πραγματικότητας.
Ο Αραμπατζής επιχειρεί χωρίζοντας σε δύο μέρη το βιβλίο να αποδώσει θεωρητικά το φαινόμενο της μετεξέλιξης του ελληνικού κινηματογράφου διαμορφώνοντας τους όρους για μια γενεαλογία των δημιουργών του. Εκκινεί από τον λαϊκό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960 και την αναγκαιότητα μιας λαϊκίστικης λογικής της αισθητικής του πλάνου και της αφήγησης η οποία προσφέρεται από δημιουργούς και σεναριογράφους, ανθρώπους της διανόησης και όχι λαϊκούς δημιουργούς, ενώ ακολουθεί η μετάβαση στη δομή του Παλαιού Ελληνικού Κινηματογράφου (ΠΕΚ) και τους σκηνοθέτες του που παράγουν ταινίες με μεγάλη λαϊκή αποδοχή, προκειμένου να επιτύχει μια σφαιρική αντίληψη του φαινομένου. Εξετάζει τη μεταβατική περίοδο, το «πέρασμα» στον ΝΕΚ, αναλύοντας τον ποιοτικό λεγόμενο κινηματογράφο (Κακογιάννης, Κούνδουρος, Κανελλόπουλος) και τις αισθητικές που χαρακτηρίζουν τη νέα αυτή εκδοχή κινηματογράφου. Μέσα από αυτήν την ανάλυση, ο συγγραφέας αναδεικνύει τις θεμελιώδεις διαφορές και ρήξεις που υπάρχουν ανάμεσα στον ΝΕΚ και τον λαϊκό αλλά και τον ποιοτικό κινηματογράφο, προσφέροντας ένα πλούσιο πεδίο για θεωρητικό στοχασμό και κατανόηση της εξέλιξης του ελληνικού κινηματογράφου η οποία μετακυλίεται στο διεθνές τοπίο της πρωτοπορίας. Τα παραδείγματα εμβληματικών μορφών όπως ο Δήμος Θέος, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, αλλά και τηλεοπτικές σειρές όπως η «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» του Κώστα Αριστόπουλου κ.ά., λειτουργούν ως ικανοί τελεστές εμβάθυνσης στη φιλοσοφική και κινηματογραφική συνδυνατότητα. Το βιβλίο καταλήγει ότι η μορφική έκ-σταση ήταν το κύριο γνώρισμα του ΝΕΚ, εκφρασμένη παράλληλα με μια «δίψα για αλήθεια». Τα Παραρτήματα Α’ και Β’, τα οποία ταξινομούν και αποδίδουν διαγραμματικά το ζήτημα, είναι εξαιρετικές προσθήκες πολύ χρήσιμες για τον μελετητή.
Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως ο Αραμπατζής παράγει έναν φιλοσοφικό λόγο του οποίου η δομή αφορά τον κεντρικό άξονα του θεσμικού λόγου, διαπερνάει το ζήτημα της υποκειμενικής ιστορικότητας σε σχέση με τους κυρίαρχους λόγους της κάθε κινηματογραφικής εποχής, προτάσσει την ιδέα του αισθητικού φαινομένου ως διεργασία θεσμίσεων και καταδεικνύει πώς το οπτικοακουστικό αυτό μέσο αποτελεί μια «μηχανή» εννοιών, εικονο-λεκτικής μορφής, ικανό να συζευχθεί με την καθεαυτό «μηχανή» εννοιών που είναι η φιλοσοφία. Το βιβλίο είναι μια ολοκληρωμένη έρευνα, γραμμένο από έναν διανοητή που προσεγγίζει με εμμένεια και τα δύο πεδία, απαραίτητο για κάθε ερευνητή/τρια ή καλλιτέχνη/χνιδα των μέσων ή για όποιον/α θέλει να ανοίξει το «βλέμμα» του/της.
* Δρ Φιλοσοφίας (ΑΠΘ-Paris 8), ψυχαναλυτής
