Δεν τον πρόλαβα. Πέθανε σχεδόν σαν γεννήθηκα, οπότε κομματάκι δύσκολο. Ωστόσο οι μαθητές και οι συνεργάτες του είναι πολλοί και ζουν. Εκατοντάδες ιστορίες, άλλες φωτεινές, άλλες όχι και τόσο. Ο Κάρολος Κουν είναι πάντως από τους ανθρώπους που και επανακαθόρισαν και άλλαξαν, ολιστικά σχεδόν, το ελληνικό θέατρο. Ακόμη και τη χωροταξία του άλλαξε: στο Υπόγειό του δεν υπήρχε η σκηνή ψηλά, πάνω από τα πρόσωπα των θεατών, αλλά χαμηλά, στο έδαφος, με τους θεατές να είναι γύρω γύρω, να συμμετέχουν δηλαδή συνολικά, ακόμη και με το πώς μπορούσαν να κοιτάξουν απλά τον ηθοποιό. Λειτουργικό; Προφανώς. Δημοκρατικό; Σχεδόν σοσιαλιστικό. Καινοτόμο; Εντελώς.
Επρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια από τη δεκαετία του ’40 που ξεκίνησε τόσο το θέατρο όσο και τη σχολή του ο Κουν, για να αρχίσουν η κοινωνιολογία, η σημειολογία και η ψυχολογία να στρέφονται στον «θεατή» όχι ως μεμονωμένη έννοια ενός που παρακολουθεί ένα θέαμα ή, μεταφορικά, κάποιου που μένει αμέτοχος μπροστά σε κάποια ενέργεια, αλλά ως συλλογική οντότητα. Πριν από λίγα χρόνια, ο σπουδαίος αλγερινής καταγωγής, Γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ρανσιέρ έγραψε για τον «Χειραφετημένο θεατή» (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εκκρεμές): «Η χειραφέτηση ξεκινά όταν αμφισβητήσουμε την αντίθεση ανάμεσα στη θέαση και τη δράση, όταν κατανοήσουμε ότι τα προφανή δεδομένα που δομούν έτσι τις σχέσεις ανάμεσα στον λόγο, την παρατήρηση και την πράξη ανήκουν τα ίδια στη δομή της κυριαρχίας και της υποταγής. Ξεκινά όταν κατανοήσουμε ότι και η θέαση είναι μια δράση που επιβεβαιώνει ή μετασχηματίζει την κατανομή των θέσεων. Ο θεατής δρα και αυτός: Παρατηρεί, επιλέγει, συγκρίνει, ερμηνεύει. Συνδέει αυτό που βλέπει με πολλά άλλα πράγματα που έχει δει σε άλλες σκηνές, σε άλλους τόπους. Συμμετέχει στην παράσταση, αναπλάθοντάς τη με τον δικό του τρόπο, καθώς παραμερίζει, για παράδειγμα, τη ζωτική ενέργεια που θέλει να μεταδώσει η παράσταση, για να την καταστήσει μια καθαρή εικόνα και να συνδέσει αυτή την καθαρή εικόνα με μια ιστορία που διάβασε ή ονειρεύτηκε, που έζησε ή επινόησε. Είναι έτσι ταυτόχρονα απόμακρος θεατής αλλά και ενεργός ερμηνευτής του θεάματος που του παρουσιάζεται».
Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε περαιτέρω τον Ρανσιέρ. Τα είπε όλα και με πλήρη σαφήνεια. Το μόνο που θα τονίσουμε είναι πως κανένα έργο τέχνης, πόσο μάλλον παραστατικής, όπως είναι το θέατρο, δεν φέρει καμία αυτάρκεια δίχως τον θεατή – τον δέκτη δηλαδή. Αλλά και η ίδια η ηδονή του θεατή (με την επικούρεια σημειολογία της λέξης) έγκειται στις διαρκείς αναζητήσεις του, κατά τη διάρκεια, αλλά και πριν και μετά την παράσταση, ώστε να θυμηθεί, να συγκρίνει, να ερμηνεύσει το τι ένιωσε – με μία λέξη, να διευρυνθεί. Ως οργανικό μέλος της παράστασης αυτής καθεαυτήν. Δεν ήταν βλάκας ο Μπρεχτ που έστησε όλη του τη γραφή αλλά και τη θεατρική απόδοση αυτής πάνω στη συγκεκριμένη διαπίστωση: στο θέατρο, το κοινό ρυθμίζει την παράσταση.
Τη φετινή θεατρική περίοδο (Οκτώβρης 2024-Γενάρης 2025) όπως κάθε χρόνο ανέβηκαν εκατοντάδες θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα. Κάποιες από αυτές ξεχώρισαν στις κριτικές, κάποιες στα εισιτήρια και άλλες και στα δύο. Ετυχε να δούμε παράσταση πολύ κατώτερη του βασικού της ηθοποιού (το «Χόρεψέ με πατέρα», που θα είχε τους λόγους του που το επέλεξε ο Γ. Αρμένης, ο οποίος στάθηκε αξιοπρεπέστατα στη σκηνή, αλλά αυτό δεν αρκεί), καθώς και κάποιες ακόμη για τις οποίες διαβάσαμε συγκλονιστικές κριτικές, ωστόσο αυτές δεν συνάδουν ακριβώς με αυτό που είδαμε. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά δύο από αυτές: Ο ταλαντούχος Δημήτρης Καραντζάς ανέβασε (και συνεχίζει) το «Λεωφορείο ο Πόθος». Η αποπνικτική ατμόσφαιρα μεταφέρθηκε μέσω της επιλογής συγκεκριμένων σκηνικών και φωτισμού, ωστόσο, πέραν εξαιρέσεων σε κάποιες από τις ερμηνείες, δεν καταφέραμε να μεταφερθούμε στο μεγαλείο του κειμένου – συμβαίνουν αυτά: οι καλοί σκηνοθέτες παίζουν ανάμεσα στο καλό και το καλύτερο. Τις υπερβολές στην κριτική δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε όμως: Το να διαβάζουμε ότι ήταν το καλύτερο ανέβασμα στην Ελλάδα είναι τόσο υπερβολικό που δεν αποτίει τιμή ούτε στην ίδια την παράσταση – κοινώς, πάει η Μερκούρη (1949, σε σκηνοθεσία Κουν).
Ο Κουν είχε κάνει το πρώτο και μοναδικό έως τα τώρα ανέβασμα του έργου του Αλέξη Σολομού «Ο τελευταίος Ασπροκόρακας». Ανέβηκε και πάλι από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Ελένης Μαυρίδου, με εξαιρετικούς ηθοποιούς (οι παραστάσεις ολοκληρώθηκαν πριν από λίγες ημέρες). Κάθε φορά το θέατρο ήταν γεμάτο. Πέραν των ερμηνειών ωστόσο (που δυστυχώς, για να σώσουν ό,τι μπορούσαν, κάποιες θύμιζαν κακή επιθεώρηση σε στιγμές), τα σκηνικά ήταν, ευγενικά μιλώντας, λιτά (σε παραγωγή του Εθνικού) και δεν καταλάβαμε πλήρως ούτε τη σκηνοθεσία ούτε την επιλογή του έργου. Ωστόσο, το θέατρο ήταν γεμάτο, αν και δεν ήταν παραγωγή που να άξιζε τα χρήματα του εισιτηρίου.
Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά, καταδεικνύουν ωστόσο το ίδιο: τη μοναξιά του θεατή, όταν η θεατρική πράξη αποξενώνεται εκ προοιμίου από τον ίδιο, δίχως να έχει αυτός την ευθύνη. Και σίγουρα, δεν είναι καιρός για να μένουμε μόνοι…
