Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανταπόκριση από το Βέλγιο

Η ζωή τους θα μπορούσε να γίνει ταινία, από αυτές τις νοσταλγικές, για μια Ελλάδα που χάθηκε, αλλά και κάποιους καλλιτέχνες που τα κατάφεραν. Οσα έχουν ζήσει είναι ικανά να κάνουν τους σημερινούς συναδέλφους τους να ζηλέψουν, αφού συμπεριλαμβάνουν μια λαμπρή, διεθνή καριέρα, μεγάλες επιτυχίες και ιστορικές συνεργασίες! Κι αν τελικά η πορεία τους σφραγίστηκε από απογοητεύσεις, η ικανότητά τους να ξαναστέκονται στα πόδια τους επιβεβαίωσε στην πράξη τις επιλογές τους.

Ο Σταύρος Ταρλίζος και ο Πολύκαρπος (Πόλις) Ευθυμιάδης ζουν σήμερα στο Βέλγιο. Εχοντας συνδέσει τη ζωή τους με τη διάσημη νυχτερινή ζωή της Αμβέρσας, πέρασαν από τα μπουζούκια της πόλης και άφησαν το στίγμα τους σε μια ολόκληρη γενιά ναυτικών που κατά εκατοντάδες περνούσαν από το μεγάλο λιμάνι της βόρειας Ευρώπης για να μπαρκάρουν στα υπερατλαντικά τους ταξίδια. Μαζί σημάδεψαν και τον Ελληνισμό της διασποράς, αλλά και τους Βέλγους που γνώρισαν κι αγάπησαν την ελληνική μουσική.

Μας τους σύστησε η Πόλυ Ρουμελιώτη και ο Κρις Κάερτς, δύο εμπνευσμένοι καλλιτέχνες που ερευνούν μαζί την παρουσία των Ελλήνων στην Αμβέρσα και κυρίως τη μουσική κουλτούρα τους. Οι δυο τους έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τα ονόματα των νυχτερινών κέντρων που βρίσκονταν στη λεγόμενη συνοικία των Καπεταναίων (Schipperskwartier) της πόλης: Παρθενών, CanCan, Olympique, Η Σπηλιά, Thessalonikia (Θεσσαλονικιά), The Greek Corner και βέβαια το Rotterdam που οι Ελληνες το έλεγαν «στου Κουμιώτη», επειδή ο ιδιοκτήτης του καταγόταν από την Κύμη Εύβοιας. Ο Κουμιώτης ήταν ναυτικός και έμεινε στην Αμβέρσα ήδη από τη δεκαετία του ’20 του προηγούμενου αιώνα. Εφτιαξε μια ολόκληρη αυτοκρατορία με τη Φλαμανδή σύζυγό του, ξεκινώντας με ένα ναυτικό μπαρ-καφενείο που είχε και ζωντανή μουσική.

Η Πόλυ και ο Κρις κατάφεραν να βρουν μουσικούς που έπαιξαν εκεί, όπως ο Πόλις και ο Σταύρος, και να καταγράψουν την ιστορία τους. Το καλλιτεχνικό δίδυμο πραγματοποίησε έκθεση στην Αμβέρσα με φωτογραφίες και αντικείμενα της αξέχαστης εποχής των μπουζουκιών της Αμβέρσας.

Οι δύο μουσικοί μάς έκαναν την τιμή να μιλήσουν στην «Εφ.Συν.» για την πολυτάραχη ζωή τους. Συναντήσαμε τον Σταύρο στην Αμβέρσα και τον Πόλι λίγο έξω από τη Γάνδη. Μείναμε μαζί τους ώρες, για να μας διηγηθούν τις μικρές και μεγάλες ιστορίες τους. Ναι, ίσως αν δεν ήταν Ελληνες να είχαν καλύτερη τύχη στην αποστρατεία τους. Αλλά το πιο συγκινητικό πάνω τους είναι πως είναι ωραίοι ως Ελληνες.

Σταύρος Ταρλίζος: από σαξοφωνίστας… ιδιοκτήτης του «Rodos Palace»

Ενα παιδί από το χωριό Παραδείσι της Ρόδου που έπαιζε κλαρίνο στη Φιλαρμονική του νησιού και σε μουσικές σκηνές στο λιμάνι. Η νεανική περιέργεια και τα μουσικά του ακούσματα όμως τον οδήγησαν στον «μαύρο» ήχο του σαξοφώνου. Και η φήμη του έφτασε ως την άλλη πλευρά της Ελλάδας. Μουσικοί από την Κέρκυρα, μέλη του συγκροτήματος «Φαίακες», κατέφτασαν στη Ρόδο για… μεταγραφή αεροδρομίου. Ηταν στη μόδα τα μουσικά συγκροτήματα κι ήθελαν τον Σταύρο Ταρλίζο για να μπορέσουν να διεκδικήσουν δουλειά σε νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και του εξωτερικού. «Εγώ τους λέω “Ρε παιδιά, δεν έχω στο μυαλό μου να φύγω για το εξωτερικό. Είναι μακριά από την οικογένεια, το μπαρ που παίζω, τη μητέρα μου, την οικογένειά μου”», ήταν η πρώτη αντίδραση του Σταύρου.

«Ομως η γυναίκα μου, μου λέει “Σταύρο, πρέπει να φύγουμε γιατί υπάρχει πολλή φτώχεια ακόμα, να πάμε στην Ευρώπη και βλέπουμε μετά”», διηγείται.

Ηταν στη δεκαετία του ’60 και μας περιγράφει τις μουσικές σκηνές της Αθήνας: στη Χαριλάου Τρικούπη το Μουσείο, το Κουίν Αν στη Γλυφάδα. Τότε μεσουρανούσαν οι μουσικές της λατινικής Αμερικής, αλλά και οι δυτικοί ήχοι των συγκροτημάτων που θα γίνονταν θρύλοι.

Το ’66, οι «Φαίακες» δέχθηκαν πρόταση να ταξιδέψουν στο Βέλγιο για να τραγουδήσουν. «Φτάσαμε στις 17 του Μάρτη, πολύ κρύο και σκοτάδι. Είπαμε πως θα πάμε στο νοσοκομείο πριν βγάλουμε σεζόν!», θυμάται ο Σταύρος. «Τελικά δουλεύουμε στο μαγαζί του Κουμιώτη, ένα μικρό, αλλά καλό μαγαζί. Ολοι οι ναυτικοί το ξέρανε και παλιοί Ελληνες Βρυξελλιώτες. Μας έκανε συμβόλαιο για ένα χρόνο. Βγάλαμε και την πράσινη κάρτα, ήμασταν νόμιμοι».

Από του Κουμιώτη ξεκινάει μια μεγάλη, πολύχρονη περιοδεία στην Ευρώπη. Οι «Φαίακες» (που έγιναν «Feakes») ήταν πολύ πετυχημένοι και οι μεταγραφές μέσω ατζέντηδων δεν άργησαν. Ο Σταύρος μάς αναφέρει για παράδειγμα το μαγαζί Ρούτεξ στο Ρότερνταμ όπου τραγουδούσαν Beatles, Σινάτρα, Λάτιν και ελληνικά. Ακολούθησαν άλλα μαγαζιά σε Ολλανδία και Γερμανία.

«Στην Ολλανδία και τη Γερμανία μπορούσαμε να μείνουμε μόλις έξι μήνες, για να μην αποκτήσουμε δικαιώματα. Ηταν ο νόμος. Δεν μας δίνανε το περιθώριο ούτε μία μέρα παραπάνω. Εδώ στο Βέλγιο, ήταν διαφορετικά και πιο συμπαθητικοί άνθρωποι, πιο ήπιοι». Στα 7 χρόνια, οι «Φαίακες» διαλύθηκαν κι εκείνος γύρισε στο Βέλγιο.

«Δούλεψα 13 επαγγέλματα στη ζωή μου, κατέληξα επαγγελματίας μουσικός στην Ευρώπη», μας λέει ο Σταύρος που το 1982 αποφάσισε να αλλάξει πίστα: άνοιξε το μαγαζί «Rodos Palace» στην Αμβέρσα.

Τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου πέρασαν από εκεί: Μαίρη Λίντα, Μανώλης Αγγελόπουλος, Αντύπας, Ρίτα Σακελλαρίου κ.ά. «Ανοιξα το μαγαζί μου για τους ναυτικούς που θαλασσοπνίγονταν και ερχόντουσαν εδώ στα καταγώγια, τους μεθούσανε και τους αδειάζανε την τσέπη», θα μας πει. Διατηρούσε και ο ίδιος ένα κομμάτι του προγράμματος, γράφοντας δικά του τραγούδια, μερικά από τα οποία έκανε και δίσκο. Το κέντρο δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα ελληνικά μπουζούκια: σε μια από τις φωτογραφίες που μας δείχνει ο Σταύρος, το πάτωμα είναι γεμάτο από σπασμένα πιάτα. «Να περίμενα από μπουκάλι να έχω κέρδος δεν θα μπορούσα να πληρώσω τράπεζες. Είχα ένα φορτηγό στην αυλή γεμάτο με πιάτα για σπάσιμο!», εξηγεί.

Το εγχείρημα πήγε καλά στην αρχή, αλλά τελικά ναυάγησε. «Μεγάλη πίκρα όταν έχασα το μαγαζί μου», θυμάται.

Στο μεταξύ όμως, είχε προλάβει να γράψει και ένα τραγούδι για την ΑΕΚ. Οχι τον ύμνο της, που τραγουδιέται από Καζαντζίδη και Παπαϊωάννου, αλλά το «ΑΕΚ αθάνατη ιδέα». «Είμαι στο μεγάλο βιβλίο της ΑΕΚ ως συνθέτης», μας λέει με περηφάνια.

Πόλις Ευθυμιάδης: με τη Μελίνα αλλά και τον Σεφέρη

Η συναρπαστική του ιστορία ξεκινάει πριν γεννηθεί: μικρασιατική καταγωγή, προπάππους παπάς με τέσσερα παιδιά που πέθανε νωρίς, παπαδιά που ξαναπαντρεύτηκε και έκανε ακόμη τέσσερα παιδιά. Ενα από αυτά τα οχτώ παιδιά ήταν ο πατέρας του που πριν από τον πόλεμο διατηρούσε κατάστημα κατασκευής μουσικών οργάνων δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό του Πειραιά το οποίο έκλεισε με τον πόλεμο.

Χωρίς να το καταλάβει, ο μικρός Πόλις άρχισε να παίζει κιθάρα μετά την πείνα και την κακουχία της Κατοχής. Στη Νέα Ιωνία όπου μεγάλωσε, ήταν γείτονας με τον Στέλιο Καζαντζίδη -θα τον συναντήσει αργότερα στη Γερμανία με τη Μαρινέλλα.

Ο πατέρας του σκληρά εργαζόμενος σε ένα εργοστάσιο ως μαραγκός και μετά στο σπίτι επισκευάζοντας όργανα. Οταν του ζήτησαν να γίνει επιστάτης, εκείνος απάντησε «Εγώ ρουφιάνος δε γίνομαι» και η απόλυση δεν άργησε. Τότε, ο Πόλις έπρεπε να βοηθήσει.

«Οταν τελείωνα το Γυμνάσιο, γύρω στα 15, άρχισα να δουλεύω το πρωί σε μαγαζί συγγενή που πουλούσε τα πάντα για ράψιμο και πήγαινα το βράδυ σχολείο. Ολες οι μοδίστρες έρχονταν να ψωνίσουν κι εγώ είχα λίστα με ραντεβού! Κάθε Κυριακή είχαμε πάρτι ρεφενέ κι εγώ έπαιζα κιθάρα», διηγείται ο Πόλις Ευθυμιάδης.

Ενα τροχαίο ατύχημα σταμάτησε προς στιγμήν την έντονη ζωή του. Οταν συνήλθε, ήταν της μόδας τα μουσικά τρίο και αποφάσισε να φτιάξει ένα με τους φίλους του από το σχολείο. Το «Τρίο Τέμπο»!

Για αρκετά χρόνια, το Τρίο έπαιξε σε μαγαζιά της Αθήνας, με Γιώργο Οικονομίδη, Μάγια Μελάγια και άλλους καλλιτέχνες. Μέχρι που ένα βράδυ, στο Μουσείο που έπαιζαν, ήρθε ένας κουρδιστής πιάνου. «Ο γιος του ήταν στο Παρίσι και μας ρώτησε αν μας ενδιαφέρει να πάμε κι εμείς. Ηταν η εποχή με τα “Παιδιά του Πειραιά” και ήθελαν ελληνική μουσική! Κάνουμε συμβόλαια, παίρνουμε το τρένο για Παρίσι, φτάνουμε στην Πόλη του Φωτός, αλλά… φως δεν είδαμε! Ηταν βράδυ. Ωστόσο η πόλη αποτελούσε το κέντρο των καλλιτεχνών!», μας λέει.

«Το εστιατόριο ήταν ελληνικό και λεγόταν “Ποτέ την Κυριακή”. Ο διευθυντής ήταν Ελληνας αλλά ο ιδιοκτήτης εβραίος. Μετονομαστήκαμε σε Trio Hellenique και μείναμε δύο χρόνια, το Τρίο και ο πιανίστας Νίκος Ελευθεριάδης», θυμάται. Πολλά είναι τα περιστατικά που μας αφηγείται από το μαγαζί. Οπως για παράδειγμα η παρουσία του γιου του Αριστοτέλη Ωνάση, Αλέξανδρου. Ερχόταν, όταν ήταν μαθητής ακόμα, με έναν πρώην αρχικαπετάνιο του Ωνάση, κυρίως το μεσημέρι.

«Και μια μέρα έρχεται ένας Ελληνας με καρό κουστούμι και μαύρο παπιγιόν και μας λέει “παιδιά έχω ένα εστιατόριο στις Βρυξέλλες. Θέλετε να έρθετε όποτε τελειώσει το συμβόλαιο;”», συνεχίζει την εξιστόρηση. Παρόλο που ο τύπος αυτός δεν του άρεσε, όταν τελικά έκλεισε το μαγαζί στο Παρίσι, το Τρίο μετακόμισε στις Βρυξέλλες για τρεις μήνες.

Ενα βράδυ, δέχονται μια αναπάντεχη επίσκεψη. «Ενας άνδρας, ο οποίος μας είπε: “ο θείος μου έχει ένα μαγαζί στην Αμβέρσα, το λένε ‘Κουμιώτη’, έχει ανάγκη από μουσική, έρχεστε; Σας δίνω τα διπλά”. Αφού έληξε το συμβόλαιο με τις Βρυξέλλες, πήγαμε στην Αμβέρσα. Είχε ένα μπουζούκι ήδη, το μαγαζί ήταν γεμάτο από Ελληνες ναυτικούς, φέραμε και τον πιανίστα από το Παρίσι. Γίναμε πέντε. Το μαγαζί ήταν μόνο για ποτό. Ζητούσανε ζεϊμπέκικο και το πιάνο γέμιζε λεφτά. Είχαν λεφτά οι ναυτικοί, πληρωνόντουσαν σε συνάλλαγμα», εξηγεί. «Αλλά και οι Βέλγοι είχαν τη σειρά τους γιατί πολλοί γυρίσαν από Κονγκό με πολλά λεφτά».

Περνούσαν, μας λέει, τόσο καλά που ούτε που κοιμόντουσαν. Επαιζαν μέχρι το πρωί και μετά στις 10 το πρωί πήγαιναν σινεμά! Στην Αμβέρσα γνώρισαν και τη Μελίνα Μερκούρη, το 1962. Ηρθε να προωθήσει την ταινία της «Φαίδρα» και τη συνόδευσαν στο τραγούδι σε ένα θέατρο της πόλης.

Στο μεταξύ, ο διευθυντής του μαγαζιού στο Παρίσι είχε πάει στη Σουηδία και έγινε ατζέντης. Μέσω εκείνου, ξεκίνησε μια ολόκληρη καριέρα στη Σουηδία όπου έγιναν πολύ δημοφιλείς. Εκεί γνώρισε ο ίδιος και τη σύζυγό του με την οποία είναι ακόμα μαζί. Στη Σουηδία έκαναν και τον πρώτο τους δίσκο με ελληνικά τραγούδια!

Είχαν την τύχη, μάλιστα, να είναι στη Στοκχόλμη όταν ο Γ. Σεφέρης πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στο επινίκιο δείπνο, έλαχε στο Trio Helleniques να παίξει μουσική στον διάσημο ποιητή. «Τον ρωτήσαμε, θυμάμαι, αν είχε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση σε τραγούδι, να του παίξουμε. Μας ζήτησε του Χατζιδάκι, το “Παλληκάρι που αγαπώ”(“Κυπαρισσάκι”)».

Μεγάλη επιτυχία είχαν και στην Ολλανδία. Ηχογράφησαν πολλούς δίσκους, ήταν πρώτα ονόματα και το ραδιόφωνο έπαιζε παντού τα τραγούδια τους! «Είχαμε μεγαλύτερη επιτυχία και από τους Beatles, το πιστεύεις αυτό;», λέει.

Το 1964, βγήκε η ταινία «Ζορμπάς» που απογείωσε την καριέρα του Τρίο. «Η μόδα για την Ελλάδα άρχισε από τα “Παιδιά του Πειραιά” με τον Χατζιδάκι και εξαπλώθηκε το σουξέ με τον “Ζορμπά” του Θεοδωράκη. Μέχρι τότε παίζαμε με κλασικές κιθάρες, αλλά όταν έγινε τέτοιο σουξέ με το μπουζούκι, το γυρίσαμε όλοι στο μπουζούκι».

Στην Ελλάδα δεν είχαν την ίδια τύχη. Σύντομα επιβλήθηκε δικτατορία. Το γεγονός ότι έπαιζαν Θεοδωράκη τούς οδήγησε στη «δαγκάνα» της λογοκρισίας. Οι δίσκοι τους απαγορεύτηκαν. Μόνο εκείνοι με τα παραδοσιακά βρήκαν διέξοδο στα ραδιόφωνα της χούντας. Λίγα χρόνια μετά, το Τρίο διαλύθηκε- γύρω στο 1970. Ο Πόλις όμως δεν το έβαλε κάτω. Εφερε νέους μουσικούς από την Ελλάδα, από το Λαύριο και έφτιαξε το συγκρότημα Polis & Les Helleniques, συνεχίζοντας μια επιτυχημένη καριέρα.

Με έδρα το Βέλγιο, ο Πόλις ταξίδευε σε πολλές χώρες, από Ολλανδία και Γερμανία, μέχρι Αυστραλία. Μας διηγείται πόσα χρήματα του έφαγαν οι επιτήδειοι ατζέντηδες, αλλά και τα ελληνικά αφεντικά…

Μέχρι που με τη συμβουλή ενός φίλου του, Βέλγου, αποφάσισε να μείνει κοντά στην οικογένειά του για τα καλά. Ανοιξε το μαγαζί «Les Helleniques» στη Γάνδη. Για 16 χρόνια πήγε καλά, μέχρι που η περιοχή γέμισε έργα. Σιγά-σιγά η δουλειά έπεσε και το κέντρο έκλεισε καταχρεωμένο…