Ο Σταντάλ θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Γάλλους λογοτέχνες και ορισμένα μυθιστορήματά του, όπως το «Κόκκινο και το Μαύρο» ή «Το Μοναστήρι της Πάρμας», συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γεννήθηκε ως Μαρί-Ανρί Μπελ, παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης, την έζησε ως παιδί και ως ενήλικος έζησε τις αλλαγές που αυτή έφερε σε αυτό που μετέπειτα ο σπουδαίος ιστορικός Ερικ Χoμπσμπάουμ αποκάλεσε «Εποχή των Επαναστάσεων». Περισσότερα για τον υπέροχο αυτό Γάλλο συγγραφέα μπορούμε να μάθουμε από το βιβλίο «Η διπλή ζωή του Σταντάλ – Το έργο του, η κριτική και η αναπαραγωγή της επαναστατικής κουλτούρας» της Αννας Μαχαίρα που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Προς ώρας δεν θα μας απασχολήσει η ζωή του, πόσω μάλλον η διπλή ζωή του, εκτός από ένα περιστατικό αυτής: Κάποια στιγμή ο Σταντάλ βρέθηκε στη Φλωρεντία και στάθηκε μπροστά στον πίνακα «Η γέννηση της Αφροδίτης» του Μποτιτσέλι. Τότε άρχισε να νιώθει ταχυπαλμία, ίλιγγο, σύγχυση, παραισθητικές τάσεις, εφίδρωση, ασφυξία, ακόμα και λιποθυμία.
Μπροστά δεν ήμασταν, αλλά δεν χρειάστηκε, καθώς ο ίδιος περιέγραψε την κατάστασή του ως τέτοια στο βιβλίο των ταξιδιωτικών του εντυπώσεων «Ρώμη, Νάπολη και Φλωρεντία» (1817). Από τότε, η ψυχοσωματική πάθηση που φέρει όλα τα παραπάνω συμπτώματα ονομάστηκε «Σύνδρομο Σταντάλ». Αρκετά παρόμοια κρούσματα έχουν καταγραφεί, με πιο πρόσφατο την καρδιακή προσβολή που υπέστη το 2018 ένας Αγγλος, επίσης στη Φλωρεντία, επίσης μπροστά στον ίδιο πίνακα – γεγονός που, όχι άδικα, φάνηκε περίεργο σε πολλούς (κυρίως Αγγλους), καθώς οι Αγγλοι θέλουν να φημίζονται για την αναισθησία τους μπροστά σε οτιδήποτε ωραίο. Το φαγητό τους να πάρεις μόνο…
Ο συγκεκριμένος πίνακας δεν συγκινεί (έως παθήσεως!) μόνο για την ομορφιά της πρωταγωνίστριάς του. Συγκινεί κυρίως για τον αμόλυντο συνδυασμό θελκτικότητας και ερωτικής προσδοκίας που προκαλεί, μαζί με μια αρχέγονη αγνότητα – στοιχεία αρκετά δημοφιλή σε δυνητικούς παιδεραστές και αμετανόητους ρομαντικούς. Το χέρι μας στη φωτιά για το τι ήταν από τα δύο ο Σταντάλ ή ο Αγγλος, εν τέλει, ασθενής με το Σύνδρομο Σταντάλ δεν βάζουμε. Αυτό που μπορούσε να υποθέσουμε, ωστόσο, είναι πως παρόμοια συμπτώματα εμφανίζονται και πέραν της παρουσίας του πίνακα του Μποτιτσέλι.
Σίγουρα ο Χίτλερ όχι ζωγράφο, ούτε καστανά δεν θα μπορούσε να εμπνεύσει, κι όμως οι οπαδοί του (και μιλάμε για το 95% των Γερμανών πολιτών και ένα τεράστιο ποσοστό σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες) πάθαιναν Σταντάλ έως τελικής πτώσεως σαν τον έβλεπαν. Ετσι, μάλιστα, και έκανε και σε άγγιζε, δεν έπλενες το χέρι σου για μέρες και όλοι έρχονταν να αγγίξουν το χέρι που έπιασε ο ναζιστής ηγέτης. Η απόλυτη υποταγή (σωματική, ψυχική, διανοητική) στον αρχηγό είναι ίδιον και του φασισμού και του ναζισμού, καθώς και κάθε άλλου (ή αντίστοιχου) είδους άκρατου λαϊκιστικού πολιτειακού σχήματος.
Το να χάνεις κάθε αίσθηση της πραγματικότητας, να δημιουργείς παραισθητικά εικόνες που δεν ανταποκρίνονται σε αυτήν, να ανεβαίνουν οι παλμοί, να νιώθεις πως είσαι έτοιμος να εκραγείς… κάτσε να δεις τι μου θύμισε… Α, ναι. Το πώς φέρθηκε ο Αντώναρος (και όχι μόνο) στην πρόσφατη μία και δύο και τρεις εμφανίσεις του Στέφανου Κασσελάκη έξω από τον χώρο του Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Που, όχι, δεν ήταν επαρκώς ούτε ικανώς οργανωμένο, αλλά το γεγονός αυτό δεν συνιστά δικαιολογία για το πώς φέρονται μήνες τώρα οι οπαδοί του «αρχηγού», που είναι «απλώς Στέφανος και όχι αξίωμα», αν και δεν έχω ξαναματαδεί άνθρωπο να κάνει, όσο ο ίδιος, τα πάντα για το αξίωμα. Σύνδρομο Σταντάλ; Βασικά, ούτε ο Λαφαζάνης, ούτε η Κωνσταντοπούλου, ούτε καν ο Βαρουφάκης δεν έκαναν έτσι σαν εναντιώθηκαν στον Τσίπρα – αλλά δεν ήταν Κασσελάκης όλοι αυτοί βλέπεις.
Ταυτόχρονα με το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, με τον Αντώναρο να ξεσπαθώνει ως «αυθεντικός αριστερός» που μάχεται για την «πραγματική δημοκρατία», στη Θεσσαλονίκη γινόταν το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Εκεί είδαμε την πιο απίστευτη «Φόνισσα» α λα δανικά: «Το κορίτσι με τη βελόνα» (θα πάρει διανομή και στις αίθουσες) του Μάγκνους φον Χορν περιγράφει μια αληθινή ιστορία, που είναι ολόιδια με αυτή της Φραγκογιαννούς του Παπαδιαμάντη.
Η Ντάγκμαρ Οβερμπι (Dagmar Overbye), βιασμένη η ίδια ως παιδί, βοηθούσε άλλες βιασμένες ή φτωχές γυναίκες, δεχόμενη να πάρει τα ανεπιθύμητα βρέφη, λέγοντας πως θα τους βρει μια καλή οικογένεια. Γύρω στο 1915 αυτό τώρα. Η ίδια τα έπνιγε φυσικά – ποια πλούσια οικογένεια θα δεχόταν να πάρει ένα ανεπιθύμητο παιδί;
Η δράση της αποκαλύφθηκε και η ίδια δικάστηκε, ωστόσο οι πράξεις της δεν ήταν ενός μανιακού δολοφόνου, αλλά μιας γυναίκας που ήξερε πολύ καλά πώς λειτουργεί μια κοινωνία ανισοτήτων, έμφυλων και ταξικών. Η δε απολογία της ηθοποιού (σ.σ. οσκαρική η ερμηνεία της Τρίνε Ντίρχολμ) ως κεντρικής ηρωΐδας στο δικαστήριο είναι ένα μανιφέστο αλήθειας και φενινισμού. Τι έκανε; Εστρεψε τον καθρέφτη στη μούρη μιας κοινωνίας υποκριτών, και μάλιστα πλεμπαίων υποκριτών – το χειρότερο είδος.
Δεν είναι εύκολο να στρέφουν τον καθρέφτη στο πρόσωπό σου. Οσο και Σύνδρομο του Σταντάλ να παθαίνεις, κάποιος Μποτιτσέλι, κάποια Ντάγκμαρ και όλο και κάποιος Παπαδιαμάντης θα βρεθεί να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Το αντέχεις;
