Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι προσφέρει ένα Μουσείο Ιστορίας της Μετανάστευσης σε ένα κράτος που έχει υπάρξει αποικιοκρατικό; Ποιο είναι το αποτύπωμα ενός τέτοιου χώρου επεξεργασίας του παρελθόντος στην ένταξη των προσφύγων σήμερα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες; Γνωρίζουμε πως οι νέοι χώροι επεξεργασίας του παρελθόντος δημιουργούνται μέσα από μνημονικά ίχνη και μαρτυρίες και πως η διαπραγμάτευση του τραυματικού συντελείται στο πλαίσιο μιας μνημονικής έκρηξης. Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε πως είμαστε πλάσματα που αναζητούν την ταυτότητα και ψάχνουν εναγωνίως το «εμείς», που μαθαίνουν να το βρίσκουν στην ομοιότητα και να απορρίπτουν τη διαφορά. «Μεγάλωσα στη Σενεγάλη άρα κατάλαβα πολύ αργότερα πως είμαι μαύρη, όταν άρχισα να βλέπω τους άσπρους». Η φράση αρθρώνεται από τα χείλη μιας μετανάστριας σε ένα βίντεο που φιλοξενεί το Musée National de l’Histoire de l’Immigration στο Παρίσι με τα περισσότερα από 300 αρχειακά έγγραφα, φωτογραφίες, έργα τέχνης και λογοτεχνικά έργα που μας λένε περισσότερα για την εξορία και την ενσωμάτωση στη Γαλλία, μέσω της εργασίας, του αθλητισμού, των τεχνών.

Βρέθηκα στο Μουσείο που στεγάζεται στο Palais de la Porte Dorée και περιηγήθηκα στο Αρ Ντεκό κτίριο και στον εκθεσιακό χώρο που είναι αφιερωμένος στην ιστορία και στον πολιτισμό της μετανάστευσης στη Γαλλία από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής μου στη μόνιμη έκθεση, όπου παρουσιάζονται οι δύο αιώνες της ιστορίας της μετανάστευσης μέσα από μια νέα προοπτική, και αρκετές ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, συνειδητοποίησα πως ο κάθε επισκέπτης μπορεί να αντιληφθεί πως η γαλλική κοινωνία είναι προϊόν μιας μεταναστευτικής ιστορίας.

Ενόσω περιηγούμουν ανάμεσα στα διαδραστικά εκθέματα που παρουσιάζουν ιστορίες μεταναστών σε μορφή πολυμέσων, ζωντάνευαν μπροστά μου οι μοναδικές ιστορίες τους και οι συλλογικές προκλήσεις που αντιμετώπιζαν και ήρθα αντιμέτωπη με το ερώτημα ποιος είμαι εγώ σε σχέση με τον άλλο – ένα ερώτημα που οδηγεί στο κατά πόσο προτάσσουμε την ταυτότητά μας και τον «τρόπο απόλαυσής μας» και τα αντιπαραθέτουμε απέναντι σε εκείνα των άλλων. Το Μουσείο μάς βοηθά να μη φετιχοποιούμε τη διαφορά και να κατανοήσουμε πως η βασική διαφορά του ευρωπαϊκού πολιτισμού από τους υπόλοιπους παραμένει η κυριαρχία της έννοιας της πολλαπλής και διαφοροποιημένης καθολικότητας, ενώ παράλληλα συμβάλλει στο να συνειδητοποιήσουμε πως δεν μπορούμε να μιλάμε για έναν ευρωπαϊκό τρόπο ζωής χωρίς να γίνουμε στην πραγματικότητα ρατσιστές. Το Μουσείο ως τόπος, ως υπόβαθρο της μνήμης ενσωματώνει θετικές και αρνητικές ιδέες και συναισθήματα ενώ παράλληλα έχει τη δύναμη να αποτρέψει νέα τραύματα, προτάσσοντας τη σημασία προαγωγής δράσεων ενσωμάτωσης των πληθυσμών έτσι ώστε να μην προκύψει εκ νέου γκετοποίηση και δημιουργία περιθωριακών ομάδων. Το κτίριο Αρ Ντεκό σχεδιάστηκε το 1989 από τον Αλγερινό μετανάστη Ζαΐρ Κενταντούς και ιδρύθηκε από τον Ζακ Σιράκ με στόχο να «συμβάλει στην αναγνώριση της ένταξης των μεταναστών στη γαλλική κοινωνία και να προωθήσει τις απόψεις και στάσεις για τη μετανάστευση στη Γαλλία». Το Μουσείο άνοιξε ωστόσο το 2007 υπό την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί και χρησιμοποιείται για εκθέσεις, συνέδρια, συναυλίες, προβολές, εργαστήρια και παραστάσεις.

Είναι ένας ζωντανός τόπος μνήμης που δεν μας επιτρέπει να ξεχάσουμε, ενώ ταυτόχρονα μας προτείνει μέσα από νέες ερμηνευτικές κατασκευές, μια επεξεργασία του παρελθόντος με σαφή στόχο τη μείωση των ξενοφοβικών ανακλαστικών και το σπάσιμο της επαναληπτικότητας του αποικιοκρατικού συμπτώματος. Σε αυτό το σημείο η Ιστορία συναντά την ψυχανάλυση, μέσα σε ένα μουσείο, τη στιγμή που ανακατασκευάζονται οι μνήμες και η μορφοποίηση των τραυμάτων της μνήμης σε νέες κατασκευές που αφορούν είτε την προσωπική είτε τη συλλογική μας ιστορία.

Αφήνοντας πίσω μου το Palais de la Porte Dorée, η σκέψη που διέτρεχε τον νου μου είναι πως ένα τέτοιο Μουσείο στην Ελλάδα, που θα πρόσφερε μια περιήγηση στη μεταναστευτική ιστορία της χώρας μας -δηλαδή στις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Ελληνες μετανάστευσαν σε μακρινές χώρες από τα τέλη του 19ου αιώνα και όλο τον 20ό, στα πρακτορεία μετανάστευσης και στα γραφεία συνοικεσίων για τις υποψήφιες νύφες που λειτουργούσαν στον Πειραιά καθώς και στα« κυκλώματα» του λιμανιού που εκμεταλλεύονταν τους ανήλικους λούστρους και τους έστελναν να δουλέψουν στην εστίαση στις ΗΠΑ- θα μπορούσε να μας βοηθήσει να κοιτάξουμε με νέο βλέμμα τους δικούς μας πρόσφυγες και να τους εντάξουμε πραγματικά. Διότι όποιος μπαίνει μέσα σε ένα τέτοιο Μουσείο με ανοιχτές κεραίες, είναι σχεδόν βέβαιο πως βγαίνει έχοντας καταρρίψει εντός του τη θεμελιώδη φαντασίωση για τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, βάζοντας ένα πρόσημο στις μνημονικές του εκρήξεις σε σχέση με το μεταναστευτικό, παύοντας να φετιχοποιεί τη διαφορά και βλέποντας με νέο τρόπο τον εαυτό του σε σχέση με τον Αλλο.