ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Κουτσούκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Και το βουνό δεν ήταν ψηλό και το χωριουδάκι ήταν μικρούτσικο. Χτισμένο πολύ πάνω από τα ριζοβούνια το Γαμπριά -το χωριό- στέκεται σα βίγλα απάνου στο Λυκόδημο -το βουνό- κι αντικρίζει δεξιά τον κόρφο της Κορώνης, ζερβά τη μεγάλη τη θάλασσα που τραβάει ίσα στη Μπαρμπαριά. Τι όμορφα που είναι ’κεί πάνου! Και τ’ ονειρεύουμαι να με χτυπάει στο βουνό του μπάτη το γλυκόδροσο το φύσημα κι εγώ με γυμνά τα στήθια κι ολάνοιχτό μου το στόμα να ρουφάω μπάτη στο βουνό και να ζω»

Ετσι ξεκινάει το «Μάτι του δράκοντα», αυτό το υπέροχο διήγημα του Γιάννη Καμπύση, το οποίο γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Γιάννης Καμπύσης (1872-1901) έζησε περισσότερο χρόνο ως παιδί παρά ως ενήλικος. Ηταν πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής, οπαδός, αρχικά, του Ψυχάρη. Η συνεισφορά του στα νεοελληνικά γράμματα είναι μικρή σε ποσότητα, κυρίως λόγω του πρόωρου θανάτου του από φυματίωση, αλλά μεγάλη σε σημασία λόγω του σπάνιου λογοτεχνικού του χαρίσματος. Ο Καμπύσης γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1872 στην Κορώνη. Ο πατέρας του, Αναστάσιος, ήταν ζωγράφος και αγιογράφος που ταξίδευε και εργαζόταν σε όλη τη Μεσσηνία και καταγόταν από ένα κοντινό χωριό, τα Βουνάρια. Ξάδερφός του, από τη μεριά της μητέρας του, ήταν ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης. Ο Γιάννης Καμπύσης γεννήθηκε με ασθενική κράση και αυτό τον εμπόδιζε να παίρνει μέρος στα παιχνίδια των συνομηλίκων του. Ηταν μοναχικό παιδί και προτιμούσε τη μελέτη, τη μουσική και τους αρχαιολογικούς χώρους από τις παρέες της γειτονιάς. Το πνευματικό περιβάλλον όχι μόνο της οικογένειας αλλά και της ευρύτερης περιοχής επηρέασε τα ενδιαφέροντά του και του έδωσε την ευκαιρία να διευρύνει τους ορίζοντές του: η Καλαμάτα, στο τέλος του 19ου αιώνα, έσφυζε από ζωή, γνωρίζοντας μεγάλη πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη. Εκεί είχε την πρώτη του επαφή με το θέατρο, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με το επάγγελμα του πατέρα του.

Το 1888 η οικογένεια Καμπύση μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει ο Γιάννης νομικά. Αποφοίτησε το 1894, αλλά η νομική επιστήμη δεν τον ενδιέφερε καθόλου και ποτέ δεν εργάστηκε ως δικηγόρος. Επί μία τριετία (1896-1898) ήταν υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών. Το 1898 παραιτήθηκε από τη θέση του στο υπουργείο και ταξίδεψε για σχεδόν έναν χρόνο στη Γερμανία, από τον πολιτισμό της οποίας επηρεάστηκε βαθιά (με το έργο του Νίτσε να τον «σημαδεύει»). Παράλληλα, από το 1893 άρχισε την ενασχόλησή του με τα γράμματα. Το 1895 δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του, το «Παουλίνα – Παουλίνα». Στο διήγημα αυτό -το τρίτο κατά σειρά της παρούσας έκδοσης- γινόμαστε μάρτυρες της σχεδόν μεταφυσικής δύναμης που έχουν τα παρατσούκλια στην ελληνική επαρχία, της μαγικής επιρροής των λέξεων στη μοίρα των ανθρώπων. Εμπνευσμένη η ιστορία από τον τόπο καταγωγής του, εντάσσεται σε μία θεματική ενότητα με τίτλο «Χωριάτικη Ζωή». Σ’ αυτή τη θεματική ενότητα εντάσσεται κι ο «Γιάννης Μάνταλος», το δεύτερο διήγημα του βιβλίου, όπου περιγράφεται με λυρική διάθεση ένας αλαφροΐσκιωτος που θέλει να γίνει καλόγερος. Στη «Στερνή ματιά» η αφήγηση του έρωτα του πρωταγωνιστή για μια πανέμορφη Αθηναία αστή καθηλώνει τον αναγνώστη με τη δύναμη του πάθους αλλά και της απόγνωσης που το συνοδεύει.

vivlio-kampysis

Στα «Ρόδα του Ηλιογάβαλου» κυριαρχεί ένας απολαυστικός αυτοσαρκασμός, μια σπάνια αίσθηση του χιούμορ, η οποία «χρωματίζει» αυτήν την ποιητική «τραγική κωμωδία» της καθημερινότητας. Στην επόμενη ιστορία, στις «Καινούργιες μυρωδιές», το ένα από τα δύο πρόσωπα του διηγήματος αναφωνεί: «Τίποτα δεν με συγκινεί πια, τίποτα δεν μ’ ευχαριστεί! Ολα τα μπούχτισα! Δος μου καινούργια πράγματα, δος μου να μυρίσω μυρουδιές καινούργιες, άγνωστές μου! Κάμε με να συγκινηθώ λιγάκι! Να! Τόσο δα λιγάκι…» Και είναι σαν να μιλάει σήμερα ο ήρωας, προοικονομώντας το ευθύβολο τέλος του διηγήματος, το οποίο διαπερνά όλες τις εποχές.

Στο «Μάτι του δράκοντα», το έκτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής, ο Καμπύσης ξεδιπλώνει το πεζογραφικό ταλέντο του, καλπάζοντας στον κόσμο του φανταστικού και του παραμυθιού, με αφορμή μια μυστήρια λάμψη, ένα περίεργο φως που βλέπουν να αναβοσβήνει τα βράδια οι κάτοικοι ενός χωριού της Μεσσηνίας.

Δεν θα κάνω αναφορά στο -ιδιαίτερο- θεατρικό και ποιητικό του έργο, ούτε στη μία και μοναδική νουβέλα που έγραψε, καθώς εδώ με ενδιαφέρει ο Καμπύσης ως διηγηματογράφος. Η γλώσσα των διηγημάτων του -δημοτική, με απόηχους από τη μεσσηνιακή ντοπιολαλιά- είναι απλή, σχεδόν λαϊκή, και το ύφος του ρεαλιστικό και λυρικό στα πρώτα του διηγήματα για να καταλήξει σχεδόν εξπρεσιονιστικό, ονειρικό στο «Μάτι του δράκοντα». Μακριά από διδακτισμούς και κοινότοπες ηθικολογίες μάς δίνει ένα έργο μεστό και πλούσιο σε συναισθήματα και αισθαντικότητα. Και θεωρώ ότι αν δεν «έφευγε» τόσο νωρίς, θα εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους «τεχνίτες» του ελληνικού διηγήματος. Αλλά, όπως η ζωή, έτσι και η λογοτεχνία δεν διαμορφώνεται με υποθέσεις. Τα δείγματα όμως που μας άφησε ο Καμπύσης, αυτά τα 6 μικρά διηγήματα, πιστοποιούν το σπάνιο ταλέντο αυτού του συγγραφέα, ο οποίος στο σύντομο διάστημα της ζωής του είχε στραμμένο το βλέμμα σ’ εκείνα τα αόρατα βάθη από τα οποία πηγάζει η ουσία της λογοτεχνίας: στα βάθη της ποίησης.

*Συγγραφέας