Τον περασμένο μήνα το νέο νομοσχέδιο για την ψυχική υγεία και την απεξάρτηση –εκτός από τη θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε– επανέφερε στο προσκήνιο μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών παθογενειών που συνδέονται με το πεδίο των εξαρτήσεων, ενώ ταυτόχρονα έφερε όλους εμάς αντιμέτωπους με τις στερεοτυπικές μας αντιλήψεις. Η κυβέρνηση προώθησε ένα νομοσχέδιο που αλλάζει τη φιλοσοφία και τη μέχρι τώρα θεραπευτική διαδικασία και έκτοτε χύθηκε πολύ μελάνι για τον κίνδυνο που διατρέχουν τα Δωρεάν Προγράμματα Απεξάρτησης μέσα από τη δημιουργία ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, τον ΕΟΠΑΕ, για τη νομιμοποίηση κάθε μορφής ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε πρόληψη-θεραπεία-κοινωνική επανένταξη. Δεν υπήρξε, ωστόσο, εκτενής αναφορά στην κοινωνική αναπαράσταση των τοξικοεξαρτημένων, στον ρόλο των ειδησεογραφικών μέσων ενημέρωσης στον αντίκτυπο της προώθησης πολιτικών φόβου όσον αφορά τους ανθρώπους που έχουν αλλοιώσει τη σχέση τους με τον χρόνο και τον χώρο, έχουν έρθει σε ρήξη με τον εαυτό τους και τους άλλους μεταβάλλοντας το σώμα τους σε αντικείμενο καταστροφής.
Μήπως ανήκετε σε εκείνους που βλέπουν τους τοξικοεξαρτημένους ως υπάρξεις που απλώς αυτοκαταστρέφονται ή ακόμα και ως παραβατικά άτομα, διπλά αποκλίνοντες που αξίζουν αυτό που τους συμβαίνει, ή ανήκετε στη μειονότητα αυτών που πιστεύουν πως πρόκειται για φορείς της οδύνης του κόσμου που επιλέγουν έναν τόπο ναρκωμένων αισθημάτων, όχι για να πεθάνουν, αλλά για να επιβιώσουν σε μια αβίωτη πραγματικότητα;
Πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το πολυπαραγοντικό φαινόμενο μέσα από τη δημιουργία του Εθνικού Οργανισμού Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ) κάτω από τον οποίο θα υπαχθούν όλοι οι υπάρχοντες οργανισμοί, όπως ΚΕΘΕΑ, ΟΚΑΝΑ, 18ΑΝΩ, ενός φορέα που προωθεί την κατάργηση των δωρεάν στεγνών θεραπευτικών προγραμμάτων απεξάρτησης; Εχετε σκεφτεί ποια είναι η δική σας εικόνα για τις υπάρχουσες δομές για την απεξάρτηση, πώς τις έχουν αντιμετωπίσει διαχρονικά τα μίντια, οι διεθνείς οργανισμοί και η πολιτεία; Τα προγράμματα απεξάρτησης δεν είχαν ποτέ στην πραγματικότητα την κοινωνική αναγνωρισιμότητα που θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών διαδικασιών τους; Ισως γιατί οι τοξικοεξαρτημένοι δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ μόνο ως ασθενείς, ως φορείς μιας προσωπικής και κοινωνικής οδύνης, αλλά ως παρίες των μεγάλων πόλεων, ως παραβατικά υποκείμενα επικίνδυνα για το δημόσιο καλό;
Γνωρίζουμε εδώ και καιρό πως το σχέδιο για την Ψυχική Υγεία και την Απεξάρτηση δεν είναι ελληνικό, ούτε καινούργιο. Πρόκειται για απόφαση της Ε.Ε., που προωθείται από το 2006, με όλες τις κυβερνήσεις. Γνωρίζουμε μέσα από επιστημονικές μελέτες πως οι τοξικοεξαρτημένοι είναι φορείς ενός διττού μηνύματος: της δυσφορίας τόσο μέσα σε έναν πολιτισμό παρακμής όσο και μέσα στο ψυχικό τους σύμπαν και πως ο ψυχισμός των νέων και ιδίως εφήβων αδυνατεί να μεταβολίσει αυτό τον ψυχικό πόνο, και το ναρκωτικό γίνεται «ένα μόρφωμα ρήξης» – φράση δανεική από τον ψυχαναλυτή Ερίκ Λοράν.
Δεν αρκεί προφανώς η προώθηση της πολιτικής «μείωσης της βλάβης» και «μείωσης των λοιμωδών νοσημάτων» για την αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος. Αν δεν δημιουργηθούν θεραπευτικές κοινότητές που θα στηρίζονται στις σχέσεις των θεραπευτών και των θεραπευομένων, και αν δεν συνεχίσουν να υπάρχουν τα Κέντρα Πρόληψης, θα έχουμε αποτύχει. Αν δεν διαχειριστούμε την εξάρτηση ως ένα σύμπτωμα-συνάντηση ανάμεσα σε ένα υποκείμενο, μια κοινωνική στιγμή και ένα προϊόν, θα έχουμε αποτύχει. Αν δεν υποστηρίξουμε την ύπαρξη οργανισμών που θα λειτουργούν σαν γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των εξαρτήσεων και στη ζωή μετά, θα έχουμε αποτύχει.
Αν στόχος της κυβερνητικής πολιτικής δεν είναι μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση, οι εξαρτημένοι όχι μόνο δεν θα μειωθούν αλλά θα αυξηθούν. Αν δεν στοχεύσουμε στα πραγματικά αίτια των εξαρτήσεων και στη δημιουργία νέων ταυτοτήτων για τους τοξικοεξαρτημένους μέσα από συλλογικές διαδικασίες οι οποίες τους μαθαίνουν να γίνονται ενεργά υποκείμενα της αλλαγής, θα έχουμε αποτύχει. Με πάταγο και γδούπο.
Προτού λοιπόν προχωρήσει η πολιτεία στην υλοποίηση του νομοσχεδίου και στην πολιτική διαχείριση της εξάρτησης, θα πρέπει να διερευνήσει το εξής ερώτημα: ποια είναι η κοινωνική ρίζα πίσω από την ψυχική οδύνη του τοξικοεξαρτημένου και τι μπορεί να κάνει μια θεραπευτική κοινότητα για έναν τοξικομανή, όχι μόνο για να απεξαρτηθεί, αλλά και να βρει τη θέση του μέσα στον κοινωνικό δεσμό; Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Αλέν Μιλέρ έχει υποστηρίξει πως για να πάψουν οι τοξικοεξαρτημένοι να συναινούν με την ταύτιση «είμαι τοξικομανής», μια ταύτιση που συνθλίβει την υποκειμενικότητά τους, θα πρέπει να λυθεί η ακατέργαστη ταύτιση με την τοξικομανία, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι η διάσταση της ύπαρξής του στον κόσμο, σε έναν κόσμο ωστόσο με τον οποίο βρίσκεται σε διαρκή ρήξη.
Υπάρχει ακόμα χρόνος να σώσουμε όσα δεν προλάβαμε να καταστρέψουμε μέσα από μια περίσκεψη και πολιτική διερώτηση για το κατά πόσο μέσα από αυτό το νομοσχέδιο ανοίγεται ένας δρόμος με φως για τα αδιέξοδα των εξαρτημένων και των οικογενειών τους, που επωμίζονται τεράστιο οικονομικό και ψυχικό φορτίο, και παράλληλα να διερευνήσουμε τους όρους που λειτουργούν τα ιδιωτικά κέντρα απεξάρτησης και ποιους κινδύνους διατρέχουν οι τοξικοεξαρτημένοι που θα βρεθούν εκεί.
Υπάρχει ακόμα χρόνος για να μετασχηματίσουμε τις δικές μας αντιλήψεις για την τοξικοεξάρτηση, μετασχηματισμός που αναπόδραστα θα κάνει και την πολιτεία να πάψει να γεννά θεσμούς που θα αντιμετωπίζουν ρατσιστικά, περιθωριακά ή απάνθρωπα τους τοξικοεξαρτημένους.Εχουμε όλοι ευθύνη.
