Η προφορική ιστορία είναι επιστήμη, πειθαρχία (discipline)· έχει θεωρητικές αρχές που συνεχώς εξελίσσονται μέσα από τον διάλογο όσων την υπηρετούν. Ξεκίνησε λειτουργώντας σαν πατερίτσα της Ιστορίας, προσφέροντάς της πηγές, όταν έλειπαν τα αρχεία, στα οποία βασίζονται οι ιστορικοί για να γράψουν την Ιστορία· προσφέρει και πληροφορίες για όσους βρίσκονται έξω από το πλαίσιο της εξουσίας, η οποία παράγει και διατηρεί τα αρχεία. Κατηγορήθηκε για υποκειμενικότητα, αλλά στη συνέχεια έγινε αποδεκτό ότι, εκτός από την έρευνα για τα γεγονότα και η έρευνα της υποκειμενικότητας αποτελεί αντικείμενο της Ιστορίας: ο ιστορικός μπορεί να αντλήσει πολύτιμες πληροφορίες ακόμα και από όσα δεν του είπαν οι αφηγητές του· οι σιωπές των ανθρώπων είναι εύγλωττες, όπως της ελληνικής κοινωνίας για τον Εμφύλιο.
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ιστορικοί της προφορικής ιστορίας αντιμετωπίζουν τον υποκειμενικό χαρακτήρα των μαρτυριών όχι ως σημάδι αδυναμίας, αλλά ως δυνατότητα που προσθέτει μια νέα διάσταση στην κοινωνική ιστορία. Θεωρούν την υποκειμενικότητα ένα χρήσιμο εργαλείο ανάλυσης: περιλαμβάνει τη σχέση μεταξύ ατομικής και συλλογικής ιστορίας και μνήμης και επιτρέπει μια αξιολόγηση καθώς και μια ανάγνωση των μετασχηματισμών των ανθρώπων στον χρόνο και τον τόπο.
Στην Ελλάδα, όταν η χώρα άρχισε να μπαίνει σε ένα τούνελ πολλαπλών κρίσεων, άρχισαν να δημιουργούνται οι Ομάδες Προφορικής Ιστορίας (ΟΠΙ) στις γειτονιές της Αθήνας καθώς και στις επαρχιακές πόλεις. Οι ΟΠΙ είναι αυτοφυείς και απαρτίζουν ένα οικοσύστημα το οποίο συνεχώς διευρύνεται. Αποτελούνται από ερασιτέχνες ιστορικούς, οι οποίοι εκπαιδεύονται να συγκεντρώνουν προφορικές μαρτυρίες με βάση κάποιες διεθνείς προδιαγραφές. Η δράση τους είναι πολυποίκιλη (http://oralhistorygroups.gr/activities/).
Ο Νίκος Αλμπανόπουλος, συγγραφέας του βιβλίου «Και θα συναντηθούμε στον παράδεισο», δεν δηλώνει ιστορικός, ούτε καν ερασιτέχνης. Είναι χημικός και γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Κατέγραψε όμως με το μαγνητόφωνο τριάντα έξι προφορικές μαρτυρίες, τις οποίες παραθέτει, όχι με πλήρη απομαγνητοφώνηση. Φρόντισε να κάνει τις συνεντεύξεις σε περιβάλλον οικείο για τους αφηγητές του και στο τέλος τούς ζήτησε να τους φωτογραφίσει. Στο εξώφυλλο έχει σε μικρά καρέ τις εικόνες τους και μέσα στο βιβλίο πριν από κάθε μαρτυρία υπάρχει η φωτογραφία του αφηγητή· κάποιοι κρατούν και τη φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου.
Στην αρχή του βιβλίου, στη «μικρή εισαγωγή», μας εξηγεί το σκεπτικό που άρχισε να συλλέγει τις μαρτυρίες. Στο σπίτι του υπήρχε ένα «πράσινο μεταλλικό κουτί» που περιείχε εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της «οικογένειας». Αυτή αποτελούνταν από δεκαεπτά ανθρώπους· κάποιους τους έβλεπε καθημερινά και κάποιους δεν τους είχε δει ποτέ· αποτελούσαν όμως μέλη της οικογένειας, αφού οι φωτογραφίες τους βρίσκονταν μέσα στο «κουτί», το οποίο άνοιγαν συνήθως τα απογεύματα της Κυριακής και διεκτραγωδούνταν τα βάσανα αλλά και οι ευτυχίες τους, καθώς και οι τόποι από όπου είχαν περάσει. Και όταν η γενιά αυτή «εξαντλήθηκε», ο Νίκος Αλμπανόπουλος αισθάνθηκε «στ’ αλήθεια ορφανός». Επιπλέον, μετά τον θάνατο του πατέρα του, μιλώντας με έναν άνθρωπο που τον γνώριζε, έμαθε γι’ αυτόν πράγματα που δεν ήξερε. Αυτή ήταν η αφετηρία για να γραφτεί το βιβλίο «Και θα συναντηθούμε στον παράδεισο».
Το εγχείρημα είναι πρωτότυπο. Οι τριάντα έξι αφηγήσεις αποτελούνται από δύο μέρη: στο πρώτο –και μεγαλύτερο σε έκταση– οι αφηγητές μιλούν για τη δική τους ζωή και στο τέλος λένε μια ιστορία όπου το δρων υποκείμενο είναι ο Αντώνης Αλμπανόπουλος, ο πατέρας του Νίκου: αυτός δούλευε στους κινηματογράφους, είχε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, είχε εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στην Ερμούπολη και είχε δύο παιδιά. Ολες οι αφηγήσεις καταλαμβάνουν τρεις σελίδες, με εξαίρεση της Μαριώρας Αλμπανοπούλου, γυναίκας του Αντώνη και μητέρας του Νίκου. Στο τέλος του βιβλίου καταγράφονται σε Ευρετήριο όλα τα ονόματα που εμπεριέχονται στις αφηγήσεις: πρόκειται για έναν κατάλογο σχέσεων, δεσμών, ιδιοτήτων, τόπων –και όχι μόνο.
Ολοι οι αφηγητές έχουν γεννηθεί πριν από τον πόλεμο ή στη διάρκεια της κρίσιμης δεκαετίας του 1940. Οι αφηγήσεις τους συνθέτουν ένα πολύχρωμο παζλ αναμνήσεων που αγγίζει όλες σχεδόν τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής: η πείνα της Κατοχής, οι βομβαρδισμοί, ο αγώνας για την επιβίωση, ο φόβος αλλά και ο έρωτας με τους κατακτητές, ο τρόπος που γεννούσαν τα παιδιά τους –με μαμή ή στο νοσοκομείο–, η ζωή στα ορφανοτροφεία της Ερμούπολης, το Γυμνάσιο, οι δάσκαλοι, τα παρατσούκλια, η Νέα Υόρκη, ο Πειραιάς, τα Γιούρα, η ορφάνια, η ξενιτιά, οι αλλαγές επαγγελμάτων, το μπαρκάρισμα εντεκάχρονων ή δεκατετράχρονων αγοριών, η ζωή στα βαπόρια, τα ναυάγια, τα accidents και οι κυκλώνες, οι σχέσεις με την οικογένεια, οι γάμοι, τα πάρτι, τα σινεμά, οι βόλτες στην πλατεία, η πολιτική και τα κόμματα, τα πονηρά ανέκδοτα…
Ο Νίκος Αλμπανόπουλος απευθύνει το πόνημά του στα παιδιά του και κατ’ επέκταση στη νέα γενιά. Με εργαλείο τις προφορικές μαρτυρίες και στόχο να κατασκευάσει την εικόνα του πατέρα του, αναπαριστά μια ζώσα καθημερινότητα των κατοίκων της Ερμούπολης· δεν πρόκειται για ένα απολιθωμένο παρελθόν. Οι προφορικές μαρτυρίες που συνέλεξε, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη μνήμη του πατέρα και της γενέθλιας πόλης, μας παρέχουν νέους τρόπους για να κατανοήσουμε το παρελθόν, να αντιληφθούμε το παρόν, να οραματιστούμε ένα καλύτερο μέλλον. Και να συναντηθούμε στον παράδεισο.
Καλή ανάγνωση!
*Ιστορικός
