«Ταξίδι στα Κύθηρα»
Μετά το γαμήλιο ταξίδι στα Κύθηρα το 1997, ανακαλύψαμε (καθώς δεν υπήρχε τηλεόραση στο σπίτι) τον ραδιοφωνικό σταθμό 9,58 FM, το πολιτιστικό ραδιόφωνο της ΕΡΤ3. Ανάμεσα στις εκπομπές κι αυτή του Γιώργου Τούλα. Ενας σταθμός που η μαγεία του όχι απλά γέμισε τις μέρες μας και μας ταξίδεψε, αλλά αποτέλεσε «σχολείο» που μας διαμόρφωσε.
«Το παιδί με το ποδήλατο»
Μετά την υπόθεση του Αλεξ, που ακόμη ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πόλη, ο Τέλης Σιδηρόπουλος ίδρυσε στη Βέροια τον σύλλογο «Πρωτοβουλία για το παιδί». Θυμάμαι, του είχα προτείνει να δούμε την ταινία των αδελφών Νταρντέν που παιζόταν στο «Ολύμπιον». Ημουν σίγουρος ότι θα του άρεσε. Οπως άρεσε στον Γιώργο Τούλα. Οταν φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τα εισιτήρια που είχα κλείσει τηλεφωνικά είχαν δοθεί αλλού. Την επόμενη μέρα το πρωί επικοινώνησα με τον Γιώργο Τούλα στον 9,58 και του εξέφρασα το παράπονό μου. Πέρασε καιρός έκτοτε, και επαληθεύτηκαν τα λόγια του συγγραφέα Αντόνιο Ταμπούκι: «η ζωή είναι μια μουσική που εξαφανίζεται μόλις την έχεις ακούσει», καθώς ο Τέλης «έφυγε» σε «μακρινές γειτονιές» και ήδη μας λείπει η στοχαστική και γλυκιά παρουσία του.
«Στα πρόσωπά τους έχω δει τα υπολείμματα αυτού που σχεδόν κατάφεραν να είναι, αλλά απέτυχαν, πριν γίνουν τελικά ο εαυτός τους» |Ρίτσαρντ Φορντ
«Μακρινές γειτονιές»
«Η Ευανθία Κωνσταντίνου του Ανδρέα, άρτι αφιχθείσα στον κόσμο των συνταξιούχων, μάζεψε τα ελάχιστα προσωπικά της αντικείμενα που κοσμούσαν το γραφείο της: μια φωτογραφία από ένα ταξίδι στο Ναύπλιο το 1987, μια εικονίτσα της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, δώρο της ξαδέλφης της όταν πέρασε μια βαριά πνευμονία, έναν ψευτοασημένιο χαρτοκόπτη, την μπεζ κούπα όπου έπινε τον καφέ της με στάμπα ένα τοπίο με κοκοφοίνικες. Τα έβαλε σε μια χάρτινη σακούλα, αποχαιρέτησε προϊσταμένους και υφισταμένους, κοίταξε γύρω της μια τελευταία φορά το γκρίζο αυτό σύμπαν όπου πέρασε σαράντα συναπτά έτη ενός μάλλον αδιάφορου εργασιακού βίου και έκλεισε την πόρτα».
Στο βιβλίο του ο Γιώργος Τούλας αφηγείται ιστορίες «αόρατων», καθημερινών ανθρώπων, που η ζωή τους δεν απασχολεί κανέναν. Οπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, πάντα τον γοήτευε να παρατηρεί την αθόρυβη ζωή τους. Να φωτίζει κρυφά με έναν φακό τις πατημασιές τους. Ανθρωποι που κάποια στιγμή τα πράγματα πήγαν στραβά στη ζωή τους, απώλειες που η ανάμνησή τους έγινε φορτίο ασήκωτο και επικίνδυνο. Η απέραντη μοναξιά, η καλοσύνη, η αλληλεγγύη (πολύ όμορφη η «συγκρατημένη» διαχείριση της δραματικής ιστορίας με τους πρόσφυγες), μπλέκονται με δικές του μνήμες – ο παππούς, το σπίτι του Αμπατζόγλου στη γειτονιά της Ανω Τούμπας, η γιαγιά: «Είχε μια συνήθεια να κρύβει κομμάτια ψωμί κάτω από το στρώμα, από φόβο μην ξεμείνουμε ποτέ, μη γυρίσουν τα παλιά, τα δύσκολα, τα στενάχωρα… Το έτσουζε κανονικά και μετά, χαλαρή, άρχιζε να μιλά για πολέμους, για ζόρια, για τον άντρα της που τον έχασε από πνευμονία όταν ήταν κοριτσάκι ακόμα, για τον γαμπρό της που οι φασίστες περιέφεραν το κεφάλι του στο χωριό. Ολα σκοτεινά. Ολα μακάβρια. Απομεινάρια μιας δύσκολης ζωής… Η γιαγιά Παναγιώτα έφυγε πριν από τα ενενήντα έξι της χρόνια. Κάτω από το στρώμα της βρέθηκε ένα κομμάτι ψωμί και η ταυτότητα διπλωμένη με την μπλε κόλλα γλασέ. “Τόπος γεννήσεως: Αιμιλιανός Γρεβενών”».
Λόγος λιτός, συμπυκνωμένος, που υπαινίσσεται περισσότερα από όσα λέει, αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, για τα πράγματα που διαρκούν λίγο και ύστερα χάνονται. Ιστορίες που ανακαλούν και συνδέονται με δικές σου μνήμες.
«Η χρονιά του ήσυχου ήλιου»
Ηταν μια γλυκιά βραδιά στην Αθήνα, πιθανόν αρχές καλοκαιριού του 1985. Βγαίναμε με τον φίλο μου Δημήτρη Λάγγα από τον κινηματογράφο «Αλκυονίδα» μετά την προβολή της ταινίας του Κριστόφ Ζανούσι. Στην έξοδο ο Δημήτρης χαιρέτησε κάποιον. Ηταν ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, καθηγητής του στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης. Ηρθε κοντά μας και μας ρώτησε πώς μας φάνηκε η ταινία. Εγώ ήμουν ακόμη επηρεασμένος από την τελευταία σκηνή που με συγκίνησε βαθιά, αλλά η αυστηρότητα της μορφής του με εμπόδισε να εκφράσω αυτό που ένιωθα, κι έμεινα σιωπηλός. (Κάποιες φορές αδυνατείς να αντιληφθείς ότι το εμπόδιο είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.) Επειτα από λίγο μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά (μετά τον θάνατό του) κάθε φορά η θύμηση αυτής της φιγούρας που έβλεπα να απομακρύνεται και να χάνεται σιγά σιγά μέσα στο πλήθος συνδέεται μέσα μου με το «Λευκό κυπαρίσσι» του Ξυδάκη και μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.
«Ο συγγραφέας στην Αλκυονίδα»
Καθώς από παιδί με μαγνήτιζε η κίνηση των τρένων, νοσταλγώντας άγνωστα πρόσωπα, σκηνοθετώντας αναπάντεχες συναντήσεις, μου αρέσει να φαντάζομαι ότι ο σχεδόν συνομήλικός μου συγγραφέας των «Μακρινών γειτονιών», που γεννήθηκε το 1966, κι εκείνο το διάστημα πιθανότατα ήταν φοιτητής στην Αθήνα (σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες με ειδίκευση στα ΜΜΕ), ίσως να βρισκόταν στην «Αλκυονίδα», στην ίδια ταινία, σε κάποιο διπλανό κάθισμα…
«Επίλογος»
Τι απομένει στο τέλος; Ρωτούσε και ξαναρωτούσε με αγωνία, σαν νυχτοπεταλούδα που την τραβούσε το φως μέχρι να καεί, ένας ακόμη αόρατος, βασανισμένος άνθρωπος, σε «μακρινές γειτονιές πλέον», ο Δημήτρης Βρεττάκος (1939-1998):
«Οι άγγελοι/ χαμήλωσαν τα μάτια/ και δεν απάντησαν./ Μόνο σηκώθηκαν/ και μας φίλησαν σταυρωτά/κι ύστερα φύγανε/ προς τη μεριά/ του ήλιου».
* Επιμελητής Ανηλίκων Βέροιας
? Τη σελίδα αυτή δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
