Τα ποιήματα αυτά άρχισαν να γράφονται στα μέσα μιας δεκαετίας που ουσιαστικά όρισε την πορεία της μετέπειτα ζωής μου. Ηταν μια εποχή που στην προσωπική και οικογενειακή μου κυρίως ζωή βρέθηκα μπροστά σ’ έναν απροσπέλαστο τοίχο. Η τυχαία γνωριμία μου με τον Μάνο Χατζιδάκι τον Οκτώβριο του 1961 καθόρισε νομοτελειακά τη συνέχεια…
Στο διάστημα της σχεδόν τρίχρονης εθελούσιας στρατιωτικής μου θητείας μπήκα στον άγνωστο έως τότε για μένα «Θαυμαστό Κόσμο της Τέχνης». Δεν άργησα να περάσω σε ένα εντατικό και συχνά αυστηρότατο mentoring (μαθητεία) από πλευράς Χατζιδάκι, ενώ ο Γκάτσος ακολούθησε αρκετά αργότερα. Εκείνο όμως που με έβαλε βαθιά στα άδυτα της Τέχνης δίχως καλά καλά να το καταλάβω ήταν η ακρόαση και βιωματική παρουσία μου στις ηχογραφήσεις και στις εκτελέσεις σχεδόν όλων των έργων του Μάνου Χατζιδάκι από εκείνη την εποχή και μετά: «Οδός Ονείρων», καθημερινή παρουσία στις παραστάσεις. «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», πρόβες και ηχογραφήσεις. «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη», ηχογραφήσεις και σπουδή-διδασκαλία-ενορχήστρωση των μουσικών πάνω στα τραγούδια. «America America», ηχογραφήσεις με ταυτόχρονη προβολή της ταινίας και γνωριμία με τον Ελία Καζάν. «Ορνιθες», ηχογράφηση και διαμόρφωση του έργου σε νέα μορφή καντάτας.
Ταυτόχρονα ήμουν παρών σε όλες τις πρόβες και συναυλίες της ΜΟΑ και της Πειραματικής Ορχήστρας 1963-1966, σε πάμπολλα έργα Μότσαρτ, Στραβίνσκι, Μπρίτεν, Μπέλα Μπάρτοκ, Ξενάκη και πολλών άλλων συνθετών. Η παρουσία μου συνεχίστηκε και σε όλα τα έργα που ακολούθησαν έως το 1966 που ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε στην Αμερική. Το καφέ-εστιατόριο του Φλόκα στην Πανεπιστημίου, τώρα μέρος από τα πολυκαταστήματα Attica, καθημερινό σημείο συνάντησης Γκάτσου – Χατζιδάκι αλλά και πέρασμα, στάση για να τους συναντήσουν συνεργάτες, φίλοι, διεθνείς άνθρωποι της Τέχνης και των Γραμμάτων. Χατζιδάκις, Γκάτσος, Τσαρούχης, Ελύτης, Κουν, Miller, Kazan, Levy και πλήθος τραγουδιστών, συνθετών, μουσικών, δημοσιογράφων. Ενα εντευκτήριο τέχνης και ιδεών ήταν το νέο μου σχολείο.
Η αναγκαστικά εντατική μαθητεία της περιρρέουσας αυτής ατμόσφαιρας δεν άργησε να με σπρώξει σε καλλιτεχνικούς πειραματισμούς. Στην αρχή θέατρο με την «Αντιγόνη» του Ανούιγ, μετά φωτογραφία και πρώτες κινηματογραφικές απόπειρες, ζωγραφική και τελικά ποίηση. Ολα αυτά κράτησαν για 6-8 χρόνια για να καταλήξω στο μεγάλο δίλημμα: «τι απ’ όλα αυτά θα κάνω;»
Η αλήθεια είναι πως οι κινηματογραφικοί πειραματισμοί με την κάμερα με απασχολούσαν όλο και περισσότερο και η ιδέα ότι το σινεμά τα περιέχει όλα κάπως ηρεμούσε την καθημερινή μου υπερδιέγερση. Τελικά μια αλληλουχία συμπτώσεων, δίχως να προλάβω να καταλάβω πώς, με προσγείωσε στην πύλη των παλαιών Beaconsfield Studios του μόλις νεοϊδρυθέντος National Film and Television (σήμερα) School, στην Αγγλία.
Με την ποίηση έγινε κάτι παράξενο. Με τύλιξε με έναν μυθικό μανδύα και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Με παίδευε μέρα-νύχτα όλα τα χρόνια που σπούδαζα. Τότε ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν στην Αμερική και μου έγραφε συχνά, καμιά φορά κάθε μέρα. Εγώ πήγαινα κάθε μέρα στου Φλόκα, όπως και όλα τα προηγούμενα χρόνια, παρέα στον φίλο του Μάνου, «φιλόσοφο» και ποιητή Νίκο Γκάτσο. Περισσότερο με έλκυε η φιλοσοφική στάση της καθημερινότητάς του και η καίρια ποιητική του κρίση. Ταυτόχρονα όμως έγινα ένα είδος «Go Between», μεταφέροντας τα νέα από και προς κάθε κατεύθυνση απαλύνοντας και για τους δύο την απόσταση που τους κατέστρεφε την άλλοτε καθημερινή τους επαφή. Τελικά στο τέλος μιας εξαετίας περίπου πήρα το πιο αναπάντεχο βραβείο: Ο Γκάτσος μού είπε «Δημητράκη, είσαι ο μόνος που πήρες το πτυχίο του Φλόκα». Δεν το λέω συχνά αλλά για μένα είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα τα πτυχία και τα βραβεία κι ας μην είναι γραμμένο πουθενά.
Εκείνη την εποχή κάτι με κυρίευε ξαφνικά και αλλόκοτα, ήταν σαν να έμπαινα σε ένα είδος τρανς και ό,τι έγραφα έβγαινε σχεδόν μια κι έξω. Μετά έκανα διορθώσεις, καμιά φορά παιδευόμουνα να βρω μια λέξη για βδομάδες κι όταν τα διάβαζα στον Νίκο Γκάτσο, αν κάτι δεν πήγαινε καλά, μου έλεγε να κάνω λίγο μοντάζ όπως ξέρω εγώ. Στο τέλος είπε: «Εντάξει».

Βέβαια οι σημαντικότερες οδηγίες ποιητικής πλεύσης έρχονταν από τον Νέο Κόσμο. Από ’κεί ο Μάνος Χατζιδάκις μού έστελνε δι’ αλληλογραφίας σπουδαία μαθήματα τεχνικής για την ποίηση αλλά και για την τέχνη εν γένει.
Το αποκορύφωμα όμως ανταπόκρισης στα ποιήματά μου ήρθε από τον Οδυσσέα Ελύτη και τη Μαριανίνα Κριεζή, που τότε ζούσαν μαζί στο Παρίσι και σε μια επίσκεψή μου με τον Μάνο Χατζιδάκι τούς μίλησα για τα ποιήματά μου και αργότερα τους τα έστειλα.
Οταν γύρισε ο Μάνος από την Αμερική εκτός από το καφέ «Πολύτροπο» έστησε και τις εκδόσεις «Πολύτροπο» με διευθυντή τον Γιώργο Χρονά. Ετοιμάστηκαν όλα για να εκδοθεί και η παρούσα ποιητική συλλογή, όμως κάτι χάλασε στο τέλος και οι Εκδόσεις «Πολύτροπο» δεν λειτούργησαν ποτέ. Εγώ είχα χωθεί στις πρώτες μου ταινίες και η έννοια ποίηση μπήκε για τα καλά στα σκοτάδια των κινηματογραφικών αιθουσών. Αυτή η αλλόκοτη κατάσταση που με κυρίευε παλιά τώρα έπρεπε να περάσει στο «το σινεμά τα περιέχει όλα», μια όχι και τόσο απλή διαδικασία. Βέβαια ο Γκάτσος μού είπε κάποια στιγμή: «Πώς θα τα βγάλεις πέρα μ’ αυτούς τους άγριους Δημητράκη;».
Τελικά η ποίηση είναι πιο ελαφριά. Δεν χρειάζεται τσίγκινα κουτιά για να αποθηκεύεις τις ταινίες που έκανες, ούτε κασέτες, ούτε σκληρούς δίσκους που κι αυτοί δεν εγγυώνται τη διάρκεια ζωής του έργου σου. Τώρα που ολοκληρώνεται ένας μεγάλος κύκλος, καθώς δουλεύω τη ζωή του Μάνου Χατζιδάκι σε σειρά μυθοπλασίας 24 επεισοδίων, ήρθαν όλα μπροστά μου και η ποίηση, πανίσχυρη και αιώνια, μου κουνάει τη σημαία της.
*Σκηνοθέτης και παραγωγός, γνωστός μεταξύ άλλων για το ντοκιμαντέρ του «Μάνος Χατζιδάκις – Είδωλο στον καθρέφτη» (2008)
