Ιούνιος του 1994. Μετά από μήνες απουσίας, μαζί με τον γιο του Γιώργο, στη Νέα Υόρκη, όπου ακολουθούσε ιατρική αγωγή για τα καρδιολογικά προβλήματά του, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε επιστρέψει στην Αθήνα. Και ένιωθε αρκετά καλά, ώστε να μας καλέσει να τον επισκεφθούμε. Τον απασχολούσε η Ορχήστρα των Χρωμάτων, αλλά ήθελε να μας μιλήσει και για το cd του «Σείριου» με την «Προσευχή στην Ακρόπολη» του Μενέλαου Παλλάντιου. Αντιλαμβανόταν την έκδοσή του σαν χρέος τιμής στον παλιό του δάσκαλο.
Η αρχική πρόσκληση απευθυνόταν προς τη Γιώτα Συκκά της «Καθημερινής». Ομως, καθώς μας γνώριζε καλά όχι μόνον ως δημοσιογράφους που εμπιστευόταν, αλλά και σαν ζευγάρι, το θεώρησε φυσικό να κάνουμε μαζί μια συνέντευξη που θα δημοσιευόταν την επόμενη Κυριακή στην «Καθημερινή» και την «Ελευθεροτυπία».
Οταν άνοιξε τη δρύινη πόρτα του διαμερίσματος της οδού Ρηγίλλης για να μας υποδεχθεί, ξαφνιαστήκαμε βλέποντας πόσο είχε αδυνατίσει. «Θυμίζετε Ιταλό διευθυντή πολυεθνικής», αστειεύτηκα για να καλύψω την αμηχανία μου, μόλις καθίσαμε στην τραπεζαρία. Γέλασε, περηφανεύτηκε, μάλιστα, ότι μπορούσε πλέον να κατεβαίνει τη σκάλα του πρώτου ορόφου με βήμα σταθερό, και έπειτα να ανεβαίνει ένα-δυο σκαλοπάτια επιπλέον κάθε φορά. Ηταν ευδιάθετος και ας ήταν η φωνή του κάπως αδύναμη και οι κινήσεις του προσεκτικές.
Τσιγάρα δεν υπήρχαν πλέον στο τραπέζι. Πολύ αργότερα, στις συναντήσεις μας με τον Μίκη Θεοδωράκη στα δικά του τελευταία χρόνια, εκείνος συνήθιζε να κρατά ένα πούρο που δεν άναβε ποτέ. Ομως κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε στα αγαπημένα, λεπτά Davidoff του Χατζιδάκι. Ετσι, είχε απαρνηθεί ακόμα και την αθώα ηδονή της αφής.
«Οταν επιστρέψω, μπορούμε ν’ ανοίξουμε το κασετόφωνο», μας είπε, αποχωρώντας για λίγο στα μέσα δωμάτια. Κοιταχτήκαμε: Μήπως ήταν κουρασμένος για να δώσει συνέντευξη; Ομως ο Χατζιδάκις σύντομα επέστρεψε. «Πάμε λοιπόν». Η συζήτηση ξεκίνησε με τον Παλλάντιο:
«Ημουν πολύ κακός μαθητής. Δεν πήγαινα στο ωδείο», παραδέχθηκε. «Πήγαινα, όμως, πολλές φορές σπίτι του και αντέγραφα τις πάρτες από την “Αντιγόνη”, την όπερά του, και τον έβλεπα σ’ ένα κοινό τραπέζι να γράφει μουσική και να τον ενοχλούν κάθε τόσο η αδελφή του, η μάνα του που μαγείρευε στην κουζίνα… Αυτό με μάγεψε».

Η λόγια μουσική ήταν η μια πηγή των επιδράσεών του Χατζιδάκι. Η δεύτερη ήταν το λαϊκό τραγούδι. Και ας το περιφρονούσε στην αρχή. Επρεπε να ζήσει στην Κατοχή ένα προσωπικό δράμα για να αναγνωρίσει την αξία του ρεμπέτικου: τον βασανισμό και τη δολοφονία από τους Γερμανούς του στενού του φίλου, Εκτορα Οικονομίδη, ο οποίος του πρωτομίλησε γι’ αυτό. «Αυτό με συγκλόνισε. Μοιραία, κάθε συζήτηση μαζί του πήρε πια άλλες διαστάσεις. Ετσι, θέλησα να ανιχνεύσω το ρεμπέτικο».
Τολμούσε πλέον να πηγαίνει «εκεί όπου βγαίναν μαχαίρια με το τίποτα». Γνώρισε τον Βαμβακάρη, που τον έσωσε ένα βράδυ από δυο μάγκες που «του μπήκαν», στην ταβέρνα όπου έπαιζε. Από κείνη τη στιγμή, ο Μάρκος ζήτησε από τον Μάνο να πηγαίνει να κάθεται δίπλα του. Ακολούθησε η περίφημη διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης. Εκεί, στο ιερό ορμητήριο του Καρόλου Κουν, θα συνεργαζόταν ο Χατζιδάκις για πρώτη φορά με τη Μελίνα Μερκούρη. Μα ήδη –μας αποκάλυψε εκείνο το απόγευμα, δίχως καν να τον ρωτήσουμε– την είχε ερωτευτεί συναντώντας τη στον δρόμο.
«Ηξερα ότι είναι η Μερκούρη. Τότε η Αθήνα ήταν πολύ μικρή. Περπατούσες και ήξερες και εκείνους που δεν γνώριζες. Ηταν πανέμορφο κορίτσι».
Πριν καλά-καλά το αντιληφθούμε, ο λόγος του Χατζιδάκι μπροστά στο ανοιχτό κασετόφωνο είχε ξαναβρεί τον ρυθμό, το πνευματώδες ύφος και το χιούμορ του. Η κουβέντα μάλιστα έγινε προσωπική:
«Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός», είπε. «Ως καλλιέργεια, είμαι ποιητής. Και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία, είμαι λαϊκός».
Οταν ήρθε στην κουβέντα η Αριστερά, «κάθε άνθρωπος που έχει ανησυχίες και δεν συμβιβάζεται είναι αριστερός – αν θέλουμε να λέμε την αλήθεια», αποφάνθηκε.
Μας μίλησε και για τον θάνατο. Εξοικειώθηκε μαζί του, όταν έχασε τη μητέρα του:
«Οταν την επισκεπτόμουν απογευματινές ώρες, νύχτωνε σχεδόν και ήμουν ακόμα (στο νεκροταφείο), άρχισα να συμφιλιώνομαι με την ιδέα. Είδα διαφορετικά την έννοια του να πεθάνεις».
Και βέβαια, μίλησε γι’ αυτά που θα γνωρίζαμε ως «Τραγούδια της αμαρτίας», τα οποία κόντευε τότε να ολοκληρώσει:
«Ασφαλώς, τα τραγούδια είναι εντελώς ομοφυλοφιλικά. Ομως, η πρόθεσή μου είναι να δανειστώ αυτή την πραγματικότητα, που υπήρξε στην παλιά Θεσσαλονίκη και απεικονίστηκε στα ποιήματα του Χριστιανόπουλου τα οποία μελοποίησα, για να δημιουργήσω μιαν ατμόσφαιρα».
Στην «παλιά Θεσσαλονίκη», του 1945, έφτασε κυνηγημένος ΕΠΟΝίτης και σώθηκε χάρη στα κορίτσια ενός πορνείου, που τον φυγάδευσαν:
«Πρώτη φορά θα επισκέφθηκε κάποιος οίκον ανοχής με τόσο άσχετες προς το περιεχόμενο προθέσεις», αστειεύτηκε. Και κάπως έτσι τελείωσε η επίσκεψή μας στο διαμέρισμα της οδού Ρηγίλλης. Οσο για τη συνέντευξή μας, μπορείτε να την ακούσετε αναρτημένη στο ertecho.gr, την πλατφόρμα της Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, γράφοντας στην αναζήτηση: «Φώτης Απέργης Η τελευταία συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι».
Τρεις ή τέσσερις ημέρες μετά, η είδηση μας τάραξε: «Ο Χατζιδάκις στον Ευαγγελισμό!» Οταν τηλεφώνησα στο σπίτι, η πάντα χαμογελαστή οικονόμος έκλαιγε με λυγμούς. Τρέξαμε στο νοσοκομείο, μα ήταν πια αργά.
Η κηδεία του έγινε τη μεθεπομένη, λιτή όπως την ήθελε, σ’ ένα εκκλησάκι στην Παιανία. Ο Νίκος Κούνδουρος, ο Ζυλ Ντασσέν και άλλοι στέκονταν σιωπηλοί, βαθιά θλιμμένοι. Μερικοί νέοι, αγόρια και κορίτσια, έκλαιγαν αγκαλιασμένοι. Θυμήθηκα τι μου είχε απαντήσει ο ίδιος ο Χατζιδάκις δυο χρόνια πριν, όταν του είχα πει «συλλυπητήρια» μετά την κηδεία του Νίκου Γκάτσου στο χωριό του, στην Ασέα της Πελοποννήσου: «Συλλυπητήρια σε όλους μας…».
Για καιρό μετά, οι δικοί του θα έβρισκαν στο μνήμα του κασέτες, κοχύλια, πέτρες σκαλιστές και κλαδάκια βασιλικού. Αλλά και περιοδικά στερεοφωνικών. Πολλοί γνώριζαν την αγάπη του Χατζιδάκι για τα καλά μηχανήματα ήχου: «Ηδη την εποχή του Φίνου», μου είχε πει ο Κούνδουρος, «μέρος της αμοιβής του ήταν σε είδος: μαγνητόφωνα, μικρόφωνα, ηχεία. Για το πιο προχωρημένο μουσικό εργαλείο, πρώτος ο Μάνος!».

Το καλό του στερεοφωνικό θα έμενε στη θέση του στο σπίτι, πίσω από το μικρό, κομψό γραφείο. Μπροστά ήταν το πιάνο, και, παραταγμένες, φωτογραφίες της Κάλλας, του Ηλία Καζάν, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Τάσου Χρυσαΐδου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο «Μεγάλος Ερωτικός», μια νεανική φωτογραφία του Μάνου με τη μητέρα του και δίπλα μία του πατέρα του.
Ολόκληρο τον μεγαλύτερο τοίχο του γραφείου κάλυπτε ένα έργο του Γιάννη Μόραλη. Ηταν μια έκπληξη της μητέρας του Χατζιδάκι και του ζωγράφου. Το φιλοτέχνησε όσο ο Μάνος έλειπε σε ταξίδι. «Το είδα τελειωμένο σαν επέστρεψα, να με περιμένει απρόοπτο κι επιβλητικό», έγραψε αργότερα.
Πιστός στις αρχές που είχε διδαχθεί, ο Γιώργος Χατζιδάκις προστάτευσε το έργο του πατέρα του. Θα μας υποδεχόταν αρκετές φορές στο σπίτι της οδού Ρηγίλλης. Εκείνος δεν πέταξε το Οσκαρ στα σκουπίδια, όπως είχε κάνει ο συνθέτης, για να το διασώσει η καθαρίστρια του σπιτιού. Αλλά έβαλε το αγαλματίδιο να κοιτά τον τοίχο, στο ράφι της βιβλιοθήκης.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, μου εμπιστεύτηκε σελίδες από το ποιητικό ημερολόγιο του Χατζιδάκι –δίχως προσωπικές αναφορές– για να τις δημοσιεύσω στην «Ελευθεροτυπία». Οπως αυτή, που ο συνθέτης τοποθετούσε στον Δεκέμβριο του 1944:
«[…] Οι Ιερείς κι από τις δυο μεριές, μονοπωλούσαν τον Χριστό κι εξασφαλίζαν την συνδρομή του, οι μεν για το έθνος και οι άλλοι για τον Λαό […] Με ποιους αλήθεια είν’ ο Χριστός; “Με σένα”, ακούω μια φωνή πλάι να με χαϊδεύη. “Είμαι πάντα μ’ αυτούς που ερωτούν”».
Μου εμπιστεύτηκε ακόμα, και τον ευχαριστώ, απολαυστικά σχόλια που έγραφε ο Χατζιδάκις το καλοκαίρι του 1967 στη Νέα Υόρκη πάνω σε δημοσιεύματα ελληνικών και ξένων εφημερίδων. Η μοναξιά, ο θάνατος, μπορούσαν να έχουν και ερωτική απόχρωση στην ποιητική παλέτα του. Διαβάζει: «Απέθανε από ηλίασιν ισπανός ποδηλατιστής». Και σχολιάζει: «Ο Βαλεντίν Ουριόνα είκοσι επτά ετών/ είς των καλυτέρων της Ισπανίας ποδηλατιστών/ τον ηράσθη ο Ηλιος/ και τον απήγαγεν/ εν μεσημβρία!»
Ετσι, ακόμα και αν ο ίδιος ήταν πια απών, δεν έπαψα να τον γνωρίζω καλύτερα. Και μαζί, να τον γνωρίζουν και οι αναγνώστες μας. Ηταν, άλλωστε, τόσο φροντισμένα τα κείμενά του, που ένιωθες ότι μπορεί να ήθελε τη δημοσίευση, αισθανόμενος ότι θα δικαιωνόταν. Και δικαιώθηκε. Πόσο δραματικά επίκαιρη κατέστη εξαιτίας της «Χρυσής Αυγής» η περίφημη ρήση του για τον νεοναζισμό:
«Οποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει».
Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Χατζιδάκις ζει ανάμεσά μας με τα τραγούδια, τα κείμενα και τον δημόσιο λόγο του. Σταθερή, παρήγορη απάντηση της συλλογικής μας μνήμης στη συλλογική μας αμνησία.
*Δημοσιογράφος, διευθυντής των μουσικών σταθμών της ΕΡΤ
