Είμαι ευγνώμων στον Νίκο Σαχπασίδη γιατί ήταν δική του η ιδέα να με συστήσει στον «Λαχειοπώλη του Ουρανού», τον Μάνο Χατζιδάκι, ώστε να αναλάβω την οργάνωση των συναυλιών του, με την οποία εκείνος είχε ήδη ασχοληθεί μέσω της εταιρείας του, της Ηalf Νote Productions.
Νομίζω ότι ήταν ένα απόγευμα κάπου το 1985 και ήμουν 25 χρόνων.
Μας υποδέχτηκε κατευθείαν μέσα στο δικό του δωμάτιο, όπου είχε το γραφείο και το κρεβάτι του.
Ηταν έρωτας κεραυνοβόλος! Εντυπωσιάστηκα γιατί πρώτη φορά στη ζωή μου συναντούσα ένα τέτοιο άνθρωπο. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω τη διαφορετικότητά του, αλλά ένιωθα την καταιγιστική και απόλυτα ανατρεπτική του ενέργεια. Ο,τι νόμιζα ότι ήξερα ώς εκείνη τη στιγμή κατέρρευσε.

Είχε δυο παράξενα χαρακτηριστικά.
Το πρώτο ήταν ότι μ’ εμπιστεύτηκε απόλυτα χωρίς να με γνωρίζει. Αυτή και μόνο η εμπιστοσύνη του μ’ έβαλε κατευθείαν σε θέση μεγάλης ευθύνης απέναντί του, ενώ ταυτόχρονα μου έκανε ένα δώρο ζωής μαγικό. Καθώς άρχισε η συνεργασία μας, μ’ έκανε με μεγάλη φυσικότητα να νιώθω ότι είμαστε ισότιμοι! Εγώ πήρα το δώρο του χωρίς καθόλου να το συνειδητοποιήσω εκείνη τη στιγμή. Ανέβηκα στον ουρανό μαζί του και πετούσα με τα δικά του φτερά, που νόμιζα ότι ήταν δικά μου. Αυτή η συνειδητοποίηση έγινε μόνον μετά την αποχώρησή του από αυτόν τον κόσμο, όταν είχα να αντιμετωπίσω πλέον τη ζωή με τις δύσκολες προκλήσεις της, χωρίς εκείνον. Οχι μονάχα εγώ, αλλά όλο το στενό του περιβάλλον είμαστε απόλυτα προστατευμένοι. Βρισκόμαστε μέσα στο δικό του ονειρικό σύμπαν, στα πούπουλα!
Το δεύτερο παράξενο ήταν ότι έκανε τις πιο σοβαρές εργασίες, ακόμα και πόλεμο, που έκανε συχνά, παίζοντας. Ηταν ένα παιχνιδιάρικο, χαρισματικό αλλά και πολύ ζόρικο -όταν χρειαζόταν- παιδί, που κολυμπούσε μέσα στα άστρα και τη μουσική και που χαιρόταν να σπάει κάθε κανόνα και κάθε άχρηστη προκατάληψη.
Ξεκινήσαμε με τις δικές του προσωπικές συναυλίες και στη συνέχεια, το 1989, ίδρυσε την Ορχήστρα των Χρωμάτων. «Ορχήστρα των χρημάτων» την έλεγε, γιατί το εγχείρημα απαιτούσε πάρα πολλά χρήματα που φυσικά δεν είχε. Ηταν τελειομανής και ήθελε τουλάχιστον δέκα πρόβες και οι μουσικοί του να αμείβονται πάρα πολύ καλά. Κάθε συνεργάτης, όπως και εγώ η ίδια, πληρωνόμαστε ακριβά. Θεωρούσε φυσικό για κάθε συνεργάτη του να έχει την καλύτερη δυνατή αμοιβή.
Οφείλω να πω ότι ο Χατζιδάκις με τα χρήματα δεν είχε καμία σχέση. Χρειαζόταν πολλά για να πληρώνει τους τεράστιους λογαριασμούς που του δημιουργούσε, εκτός από την Ορχήστρα, όλο το περιβάλλον που υποστήριζε. Ηταν ένα εργοστάσιο που έπρεπε να παράγει συνεχώς χρήμα. Με τους λογαριασμούς ήταν τραγικό, γιατί ούτε εκείνος, ούτε εγώ είχαμε ιδέα από διαχείριση… Και ενώ εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι -του έδινες π.χ. ένα κολλαριστό χιλιάρικο και το αντάλλασσε με δυο -, ο ίδιος τελικά επωμιζόταν όλο το βάρος και κλεισμένος στο δωμάτιό του έπρεπε να βρει τη λύση.

Με την Ορχήστρα όχι μόνο κάναμε συνεχώς συναυλίες στην Αθήνα (στο παλιό «Παλλάς») αλλά ταξιδεύαμε, αεροπορικά μάλιστα, με όλη την ορχήστρα, στη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα. Επίσης κάναμε τα περίφημα ρεσιτάλ όπου οργάνωνα ακριβές συναυλίες για νέους καλλιτέχνες που ήθελε να συστήσει στο κοινό.
Το πιο σημαντικό όμως, που δεν είναι γνωστό, είναι ότι αυτές οι πανάκριβες συναυλίες της Ορχήστρας Των Χρωμάτων δεν πούλαγαν παρά ελάχιστα εισιτήρια (κάτω από 20). Ομως τα θέατρα ήταν κατάμεστα, αφού έστελνα χίλιες προσκλήσεις σε ωδεία σε όλη την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, ή όπου παίζαμε, και άλλες 300 στους φίλους του. Ηταν απόλυτη προσφορά σε φίλους και γνωστούς, αλλά και εκπαίδευση προς τους μαθητές των ωδείων, που κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα, καθώς συναντούσα επαγγελματίες μουσικούς που μου έλεγαν ότι έρχονταν στις συναυλίες αυτές με πρόσκληση.
Το θέμα με τις προσκλήσεις ήταν κύριο μέλημά του. Είχα μια λίστα με τους προσκεκλημένους του, στους οποίους έστελνα τις προσκλήσεις στο σπίτι. Με το πλάνο του θεάτρου έκανε ο ίδιος την ταξιθεσία! Και αυτό ήταν ολόκληρη μελέτη και δύσκολη, λεπτομερής δουλειά. Πρόσεχε να μην κάθονται κοντά τα πρώην ζευγάρια ή εκείνοι που είχαν τσακωθεί κ.λπ. Τον ένοιαζε πολύ και μου έκανε τρομερό έλεγχο αν είχαν παραδοθεί έγκαιρα όλες οι προσκλήσεις.
Επειδή όμως αυτή η τακτική με την Ορχήστρα έφτανε σε αστρονομικά ποσά χρεών, τον παρακάλεσα να μη συνεχίσουμε τις συναυλίες. Εκείνος με επίσημο παιχνιδιάρικο ύφος, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, μου είπε «Κοίταξε να δεις, να μαθαίνεις πως είναι δυνατόν να γίνονται όλα».
Δεν υποχωρούσε ούτε ένα χιλιοστό. Το πρόγραμμα της κάθε επόμενης χρονιάς ήταν ακόμα πιο ακριβό. Εβαλε το σπίτι του υποθήκη, ξόδευε τα έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα, έκανε κάποιες δικές του συναυλίες, έβρισκε από θαύμα κάποιον χορηγό και συνέχιζε απτόητος.
Η υγεία του ήταν κλονισμένη και ήξερε ότι απαγορευόταν να διευθύνει και να κουράζεται. Είχε αποφασίσει και το είχε ανακοινώσει ότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου να συνεχίσει να ζει ήσυχα, να χαμηλώσει τους τόνους. Δεν τον ένοιαζε να καεί από τη φωτιά που έκαιγε μέσα του.
Ηθελε να βγάλει ένα CD, τους «Αντικατοπτρισμούς» και δεν βρίσκαμε χορηγό.
Εν τω μεταξύ ταυτόχρονα είχε πόλεμο με την «Αυριανή» και κάθε μορφής βρόμικη εξουσία.
Ο Λαμπράκης τον κάλεσε να κάνει τις συναυλίες της Ορχήστρας στο Μέγαρο Μουσικής. Μετά από πολλά και αφού ο Λαμπράκης επέμενε, μ’ έστειλε να πάρω το συμβόλαιο του Μεγάρου. Οταν το διάβαζε, έβαζε σχεδόν σε κάθε παράγραφο «Χ», «Απαράδεκτο». Τελικά δέχτηκε να υπογράψει τη σύμβαση αλλά στην πράξη δεν θα ίσχυε κανένας όρος. Και αυτό έγινε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι κατάργησης κάθε όρου.
Από όλες τις στιγμές μού ήρθε στο μυαλό και αυτή η θύμηση: Από μια συναυλία μέσα στο παλιό Ενετικό Φρούριο Κέρκυρας. Ανοιχτός χώρος. Επίσημα εγκαίνια του θεάτρου. Κατακαλόκαιρο, Αύγουστος μήνας. Συναυλία με τον Χατζιδάκι, τραγουδάει η Μούσχουρη. Λίγο πριν ξεκινήσει η συναυλία αρχίζει μπουρίνι, ένας αέρας πολύ δυνατός. Δεν μπορούσε να μείνει τίποτα όρθιο πάνω στη σκηνή. Ηρθαμε σε δύσκολη θέση γιατί την επόμενη μέρα παίζαμε στα Γιάννενα κι έπειτα Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσαμε να αναβάλουμε για άλλη ημέρα. Ο μόνος τρόπος για να γίνει η συναυλία ήταν να ανεβούν άνθρωποι στη σκηνή για να γυρίζουν τα φύλλα από τις παρτιτούρες των μουσικών.

Ανέβηκα κι εγώ και κάθισα δίπλα στη Στέλλα Κυπραίου. Ο Χατζιδάκις μού χαμογέλασε: «Επιτέλους και εσύ εδώ επάνω»… Ε, ήταν πραγματικά συγκλονιστικό. Βουτηγμένη μέσα στις μελωδίες του, να τον βλέπω πρόσωπο με πρόσωπο να διευθύνει. Χόρευε μαζί με τον άνεμο. Μια στιγμή ανεπανάληπτη μέσα στον χρόνο. Η ενέργεια και οι απέριττες κινήσεις του μας πλημμύρισαν, κατάλαβα πώς επικοινωνούσε με τους μουσικούς. Εζησα ένα δίωρο βαθιάς ομορφιάς, μια προσευχή στον ουρανό.
Ενώ το κουτί με τις αναμνήσεις μου είναι πολύ μεγάλο, σε αυτό το σύντομο σημείωμα ήθελα να αναφερθώ στο κύριο κομμάτι που τον απασχόλησε και έζησα μαζί του την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Ηταν για μένα πατρική φιγούρα και το τέλειο πρότυπο του αρσενικού. Ξεκίνησα μαζί του ένα μακροχρόνιο πάρτι που τέλειωσε με την τελευταία συναυλία που κάναμε μαζί, F. Liszt, piano concerto No1 με σολίστ τον Gyorgy Sandor στις 22/2/93. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που διηύθυνε ο Χατζιδάκις, πραγματοποιώντας ένα παλιό του όνειρο. Μετά από αυτήν τη συναυλία και ένα λουκούλλειο γεύμα, πήγε την ίδια νύχτα στην εντατική. Γνώριζε πολύ καλά ότι είχε καρδιακή κάμψη και απαγορευόταν να κουραστεί να διευθύνει, να συγκινηθεί αλλά δεν είχε δώσει καμιά σημασία.
*Η Μαρία Ματέ ήταν η υπεύθυνη διοργανώτρια των συναυλιών του Μάνου Χατζιδάκι καθώς και των συναυλιών της Ορχήστρας των Χρωμάτων μέχρι το φευγιό του. Ο άνθρωπος, δηλαδή, που έζησε δίπλα στον Μάνο τη δική του ζωή. Μετά τον θάνατό του ίδρυσαν το «Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις» με τον Γιώργο Χατζιδάκι και τον Νίκο Κυπουργό και για τα επόμενα δέκα χρόνια έκαναν πολλές συναυλίες, με αποκορύφωμα αυτές της Ολυμπιάδας. Εξέδωσαν με τη δισκογραφική εταιρεία Σείριος την «Αμοργό», που την είχε αφήσει ημιτελή ο Χατζιδάκις -γιατί τη θεωρούσε το αριστούργημα του Γκάτσου- και ολοκλήρωσε ο Ν. Κυπουργός με βάση τις σημειώσεις του Μ. Χατζιδάκι που υπήρχαν στο αρχείο του, τα «Τραγούδια της Αμαρτίας» του Χριστιανόπουλου, το έργο του Γιάννη Χρήστου κ.ά.
