Βράδυ καθημερινής, κατά τις 11, στην Κολοκοτρώνη. Νέος (σχετικά) ο ταξιτζής, στα early 30s του –που λένε και οι αγγλόφωνοι. Ο ίδιος πάντως με εξαιρετικά ελληνικά: είναι ξένος. Μάλλον από κάποια αραβόφωνη χώρα σκέφτηκα κρίνοντας από την εμφάνιση, το πιο σκουρόχρωμο δέρμα, τον τρόπο εκφοράς του λόγου. Ευγενέστατος, καλοσιδερωμένος, πεντακάθαρος, αλλά και εξαιρετικά αμήχανος. Ειδικά όταν του λέω πού πάω: «Βασιλίσσης Σοφίας και Παπαδιαμαντοπούλου».
Κι αυτό αρκεί για ν’ αρχίσει να αναζητά με άγχος στο GPS τη διεύθυνση στο πρώτο φανάρι που -ευτυχώς- μας κρατάει ακινητοποιημένους για λίγο. «Ολο ευθεία και στο φανάρι με την Ακαδημίας θα πάμε δεξιά», του υποδεικνύω. Δεν τον καθησυχάζει η οδηγία όμως και εξακολουθεί να ψάχνει. «Πρώτη μέρα σ’ αυτή τη δουλειά», μου λέει ντροπαλά. Και ντροπιασμένα προσθέτει τόσο σιγά που σχεδόν δεν ακούγεται: «Δεν ξέρω…». «Θα σας πω εγώ πώς πάμε. Μη σας νοιάζει», του λέω. Και μετά «να, αυτή είναι η Ακαδημίας. Κεντρικός δρόμος. Θα σας χρειαστεί. Να τη μάθετε, να τη θυμάστε». Ξέρει απέξω κι ανακατωτά από Μεταξουργείο και κάτω. Και αρκετά από Πειραιά. Δεν ξέρει -ακόμα- τη Βασιλίσσης Σοφίας. «Αυτή είναι», του δείχνω. «Αλλη που θα σας χρειαστεί. Σημειώστε την». Χαμογελάω. Γελάει κι αυτός λίγο. Οταν φτάνουμε, με χιλιοευχαριστεί για το ελάχιστο πουρμπουάρ. Με πιάνει λίγο θλίψη, λίγο αισιοδοξία. Να ένας άνθρωπος που ποιος ξέρει από ποια χώρα ήρθε και σε ποιο σημείο του αθηναϊκού downtown έμαθε τα κατατόπια και με ποιους όρους.
Τι να αμείβεται; Πώς να ζει; Κι ωστόσο να τος που στρίβει στο φανάρι της Παπαδιαμαντοπούλου για να επιστρέψει στο καθήκον του επόμενου πελάτη. Ενας νέος ταξιτζής στα early 30s του, πιθανότατα από κάποια αραβική χώρα, βρίσκει (έστω και στο GPS καταρχάς) τις οδηγίες γι’ αυτή τη νέα του ζωή. Σ’ αυτές τις εκλογές -αύριο- δεν σκέφτομαι μόνο εμάς σ’ αυτή την Ευρώπη που γι’ ανθρώπους σαν κι αυτόν είναι κάτι σαν μια Εδέμ και γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς ένα ερωτηματικό στη ζυγαριά μας. Σκέφτομαι, μακάρι αυτή η Ευρώπη για την οποία ψηφίζουμε αύριο να μην ξεχνά -λέει- αλλά και να μην επαναπαύεται. Και να υπολογίζει όσους -«δικούς της» ή «ξένους»- ανθρώπους δεν ξέρουν την Ακαδημίας, αλλά δουλεύουν με πείσμα βραδινή βάρδια στο πουθενά με το GPS.
