«Ισως να ήρθε η ώρα, να πω γενηθήτω το θέλημά μου, ίσως… Και μετά νυχτώνει και δεν φαίνεται να έχω καμιά ελπίδα. Σεμνά, χωρίς φασαρίες, λέω: Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί»
«Σημεία και Τέρατα», σελ. 112
Ηταν αρχές του ’80, όταν νεαρή φοιτήτρια διαβάζω το νεοεκδοθέν βιβλίο του Πέτρου Αμπατζόγλου και ενθουσιάζομαι… Τι είναι αυτό, λέω; Εμπνευση, φαντασία, σουρεαλισμός, μαγεία… Το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης με χιούμορ, αυθάδεια και πλήρη αυτογνωσία.
«…μια μέρα είναι όλη η ζωή, αρχίζει και τελειώνει με τον ύπνο, αυτό δηλαδή που λέμε θάνατο. Και τι με νοιάζει αν αύριο θα είμαι πάλι νεκρός; Τώρα να φάμε και να πιούμε… κι αύριο ο κάθε κατεργάρης στον τάφο του…» («Σημεία και Τέρατα», σελίδα 82)
Από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του και κυρίως τη «Γέννηση του Σούπερμαν», το 1972-77 είχα πει «εδώ κάτι γίνεται, κάποιος διεκδικεί την παντοδυναμία του Σούπερμαν, του θεού, του θαύματος, κυρίως».
Αυτό υλοποιείται στο βιβλίο «Σημεία και Τέρατα». Εκεί αρχίζουν τα όργανα ή μάλλον τα θαύματα, μερικές φορές επώδυνα, άλλοτε πάλι λυτρωτικά, μέσα από μια ιδιόμορφη αυτοβιογραφικότητα με χρονικά άλματα και αναδρομές, όπου μπλέκονται με γεγονότα της ζωής του, της ιστορίας (πόλεμος-εμφύλιος) μαζί με τις φαντασιώσεις του, χωρίς διαχωρισμούς, με συνειρμούς, σχεδόν αυτόματα.
Ετσι αρχίζουν τα θαύματα…
Αρχικά η γέννησή του παίρνει διαστάσεις υπερφυσικές, τα παιδικά του χρόνια, το άσπρο βρακάκι της Πόπης που του μαγείρευε χώμα και λάσπη με σκουληκάκια που της έφερνε ο μικρός Πετράκης, η κατοχή, η πείνα, οι θάνατοι, οι καταδότες και τέλος, το θαύμα της καταστροφής του Χιτλερισμού, μετά από προσωπική του παρέμβαση!
Ο Χίτλερ τον ήξερε και τον φοβόταν. Ο Πέτρος, αγανακτισμένος, μονολογούσε: «Θα σε θάψω!»
Ακόμα και στη χαρτορίχτρα Φράου Τζούλη είχε αποταθεί ο Χίτλερ («Σημεία και Τέρατα», σελίδα 48) για να μάθει το όνομα. «Κάποιος με μεγάλα αυτιά που το όνομα του αρχίζει από Π. και, ναι, σου κλείνει τον δρόμο και, ναι, τον λένε Πέτρο.»
Και μετά έρχονται άλλα θαύματα, για να φθάσει στο τέλος να προβλέψει τη γεροντική άνοια που θα κλείσει τη ζωή του.
Διαβάζοντας λοιπόν τη συνέντευξη του Πέτρου Αμπατζόγλου στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ στη δημοσιογράφο Νατάσα Χατζηδάκη, όπου εξέφραζε την απογοήτευσή του γιατί το έργο του δεν είχε μεγάλη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό λόγω του ύφους και της θεματολογίας του, ένιωσα ένα παράπονο. Με τον αυθορμητισμό και την αναίδεια της νεότητας, λοιπόν, αντέδρασα. Βρήκα τη διεύθυνση από τον ΚΕΔΡΟ. Τότε ο Πέτρος βρισκόταν στο Μεταξοχώρι Αγιάς και του έστειλα ένα γράμμα όπου λίγο-πολύ του έλεγα ότι δεν έχει δικαίωμα να ακυρώνει τους αναγνώστες του. Παρενθετικά αναφέρω ότι τότε, για λόγους υγείας έγραφα με το αριστερό, οπότε τα γράμματά μου έμοιαζαν παιδικά. Και πώς απάντησε ο Πέτρος;
Μου έστειλε την «Αυτοκρατορία της Βροχίτσας», παιδικό, ας πούμε, που μόλις είχε εκδοθεί το 1982, ρωτώντας με αν γράφω και αν είμαι παιδί (!).
Ετσι αρχίζει η γνωριμία μας στο τότε καφέ Every day, Βουκουρεστίου και Σταδίου, που ήταν με τον φίλο του και ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Για να εξελιχθεί σε μια σχέση ζωής…
Ο Πέτρος είναι η νιότη μου, ο πιο αγαπημένος μου φίλος, ο πιο δικός μου άνθρωπος. Και όλα αυτά με φόντο το ούζο του, πάντα, το χιούμορ του, την ευφυΐα του. «Μα παιδί μου, έλεγε, εγώ είμαι μεγαλύτερος από τη μαμά σου» και του απαντούσα, είσαι άχρονος, ένας υπέργηρος μπεμπές.
Τα επόμενα 28 χρόνια μέχρι το θάνατο του, ήμασταν κολλητοί. Από το Βύρωνα έως την Κεφαλληνίας, το Μεταξοχώρι και την Αίγινα, στα όμορφα και στα δύσκολα…
Εγινε νονός της κόρης μου. «Τραγική Ηλέκτρα» έλεγε, όταν του είπα πώς θα την ονομάσουμε… Γνώρισα και αγάπησα τους φίλους του, τον Νίκο και τη Μαρία, την άλλη Μαρία, το Γιάννη τον Κοντό, την παρέα της Αγιάς, την Καίτη την γυναίκα του.
Αγάπησε κι αυτός τους δικούς μου. Τον Τρύφωνα και την Αθηνούλα, τον Νίκο, τη Σούλα, τον Γιμ, μέχρι και τους μαθητές μου στην Γκράβα, όπου τον είχα προσκαλέσει για να μιλήσει με τους 17άρηδες για λογοτεχνία εν έτει 2000.
Γίναμε οικογένεια.
Από τότε που νοικιάσαμε με την Αθηνούλα το 1998 ένα σπιτάκι στο κτήμα της φίλης του Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ άρχισε η αντίστροφή μέτρηση…
Ο Πέτρος πάντα αγαπούσε να πίνει, αυτό φαίνεται άλλωστε σε όλα τα βιβλία του. Συχνά, ανελέητα, αυτοκαταστροφικά. Οσες παραστάσεις κι αν έδινε για να θολώνει τα νερά. Εγώ όμως έβλεπα, ήξερα…
«Μία αυτοκτονική αίσθηση με αγκαλιάζει, οδύνη και φθορά, επιθυμώ τώρα αμέσως να συναντήσω τον εαυτό μου και το τίμημα θα είναι θάνατος, και λέω ειρωνικά: Γιατί όχι;» («Σημεία και Τέρατα», σελ. 14)
Είχε σκηνοθετήσει τη ζωή και το τέλος του με θρησκευτική ευλάβεια! Κανείς δεν μπορούσε να τον αποτρέψει. Προσπάθειες αποτοξίνωσης, γιατροί, ξανακύλισμα, ποτό, εξάντληση, κύρωση του ήπατος, κώμα, ΤΕΛΟΣ.
«Τι ήθελα στην κούνια αφού έζησα ό,τι είχα να ζήσω, τι χρειάζεται η άσκοπη αυτή επανάληψη και πήρα απόφαση» («Σημεία και Τέρατα», σελ. 26)
Α ρε Πετράκη…
Τελικά τα κατάφερες.
Τα πάντα εν σοφία εποίησας και έλεγες με απορία: «Φοβερή αθανασία γύρω από ένα θνητό άνθρωπο» («Σημεία και Τέρατα», σελ. 31)
*Φιλόλογος
