Τι μεγάλη επαρχία που είναι η χώρα μας και πόσο άξεστοι χωριάτες αρκετοί άνθρωποι των Γραμμάτων μας. Ερχονται στην Αθήνα, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σε άλλους δημόσιους χώρους πολιτισμού, όπως μουσεία, σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς από όλο τον κόσμο και οι Ελληνες ομότεχνοι απουσιάζουν επιδεικτικά.
Τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν έρθει στην Ελλάδα για δημόσιες εμφανίσεις, με την ευκαιρία έκδοσης βιβλίων τους, ή στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών του Κύκλου Ποιητών, ή στο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου ή με άλλες ευκαιρίες, ο Ντον Ντε Λίλο, ο Αδωνις, ο Λέντο Ιβο, ο Τσαρλς Σίμικ, ο Ανταμ Ζαγκαγιέφσκι, ο Τομάς Σαλαμούν, ο Ομέρο Αρίτζις, η Ασλί Ερντογάν, ο Ορχάν Παμούκ, ο Γκέρχαρντ Φάκνερ, ο Ντουρς Γκρίνμπαϊν, η Αν Κάρσον, ο Τζίντι Ματζά, ο Λεονάρδο Παδούρα και πολλοί άλλοι. Και τι ντροπή να έρχονται αυτοί οι σπουδαίοι, διάσημοι και βραβευμένοι συγγραφείς και να είναι παρόντες ελάχιστοι από τους Ελληνες συναδέλφους τους. Πόσο κλεισμένοι είναι οι συγγραφείς μας στην εγωκεντρική τους αυταρέσκεια, στην αλαζονική τους ανασφάλεια. Τους αρκεί ο υπερόπτης εαυτός τους; Δεν καταδέχονται να είναι στον ίδιο χώρο με άλλους διεθνείς συγγραφείς που πιθανόν τους θεωρούν κατώτερους ή ανύπαρκτους; Δεν έχουν να μάθουν τίποτε αφού τα ξέρουν ήδη όλα; Πόσο επαρχιώτες. Νομίζουν ότι σνομπάρουν. Αλλά δεν είναι ούτε καν σνομπ, γιατί οι πραγματικοί σνομπ ή «Εχουν πολλά λεφτά, οπότε αδιαφορούν για τα πάντα», όπως έγραψε ο Οσκαρ Ουάιλντ ή είναι «Εντελώς χωριάτες και δεν έχουν τρόπους», όπως είχε πει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.
Δεν αναφέρομαι στους νέους συγγραφείς που έχουν το δικαίωμα να είναι αναιδείς και αυθάδεις και να βγάζουν γλώσσα στους μεγαλύτερους κι ας υπήρξαν οι δάσκαλοί τους. Οι νέοι μπορεί να μην ξέρουν, είναι άπειροι, πλάθονται ακόμη, διαμορφώνονται, δικαιολογούνται, εξαιρούνται, εύκολα υπνωτίζονται από τη φωνή τους διαβάζοντας ποιήματά τους στην παρέα τους σε καφέ και βιβλιοπωλεία. Μιλάω για τους άνω των σαράντα, πεζογράφους και ποιητές, άνδρες και γυναίκες, που τα «ξέρουν όλα». Επειδή γράφτηκε κάτι από κάποιον κολλητό τους σε κάποια ιστοσελίδα νομίζει πως χρίστηκε μέγας συγγραφέας. Επειδή πήρε ένα βραβείο από αθηναϊκό λογοτεχνικό ψηφιακό περιοδικό, στην επιτροπή του οποίου σίγουρα υπάρχει ένας και μία λογοκλόπος, θεωρεί ότι δεν υπάρχει άλλος κανείς και πρέπει να σηκώσει τα μανίκια, να κινεί τα λογοτεχνικά νήματα και να κάνει κουμάντο. Επειδή έπεσαν για λίγα λεπτά της ώρας πάνω του τα φώτα μιας επιχορηγούμενης δημοσιότητας, νομίζει ότι είναι υπεράνω. Επειδή τον κάλεσαν κάπου στο εξωτερικό να παρουσιάσει το μεταφρασμένο ποίημά του, θεωρεί ότι πρέπει ο ίδιος να έχει λόγο για τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα. Να κρίνει. Και ως εκ τούτου να αγνοεί την παρουσία ξένων σπουδαίων συγγραφέων. Ομως «Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι αδιάφοροι, με τη βαθύτερη έννοια. Δεν σου ζητούν να πιστέψεις: σε ηλεκτρίζουν με τη συμπεριφορά τους. Είναι αυτοί που σε αφυπνίζουν», όπως είπε ο Χένρι Μίλερ.
Ερχονται λοιπόν στη χώρα μας ξένοι συγγραφείς και οι Ελληνες ομότεχνοι που θα πάνε να τους γνωρίσουν και να τους ακούσουν είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Σε όποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα έτυχε να βρεθώ, Παρίσι, Λονδίνο, Ρώμη, Μαδρίτη, Βερολίνο, Δουβλίνο, Βελιγράδι (δεν μιλάω για τις ΗΠΑ ή τη Λατινική Αμερική, εκεί εξυπακούεται το αυτονόητο…), με αφορμή λογοτεχνικό φεστιβάλ ή παρουσίαση βιβλίου ενός σπουδαίου συγγραφέα, οι περισσότεροι στο κοινό είχα την εντύπωση πως ήταν συγγραφείς. Και τούτο διότι οι ερωτήσεις και η συζήτηση που ακολουθούσε μόνο σε επίπεδο συγγραφέων μπορούσε να αναχθεί. Μόνο συγγραφείς θα μπορούσαν να είχαν μια τόσο ζωογόνο και επαγγελματική ανταλλαγή απόψεων επιπέδου. Μόνο πραγματικοί συγγραφείς θα μπορούσαν να δώσουν όσμωση στην αγωνία της ύπαρξης, μια διάσταση αφυπνιστικής εξωστρέφειας, σε μια μάζωξη για ένα συγγραφέα.
Οι μικροί -μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά- συγγραφείς, αυτοί που τα «ξέρουν όλα», στήνουν παράγκες, συνεργάζονται με μεγάλους εκδοτικούς οίκους και μεγαλοεκδότες, στήνουν γραφεία όπου δέχονται επίδοξους νέους, βραβεύονται και βραβεύουν, κανονίζουν βραβεία, κρατικά, της Ακαδημίας Αθηνών, λογοτεχνικών ψηφιακών περιοδικών, κοιτάνε να πιάνουν στασίδι σε ιθύνουσες θέσεις λογοτεχνικών σωματείων ή του δημόσιου φορέα, διαπλέκονται με κριτικούς λογοτεχνίας και παράγοντες του χώρου του βιβλίου, γράφουν βιβλία για τον εαυτό τους, μιλούν για όσα συμβαίνουν στον μικρόκοσμό τους και για όσα τους συγκλονίζουν.
Οι ελιγμοί τους μέσα στο λογοτεχνικό σινάφι είναι η πιο αποτελεσματική τους προπαγάνδα υπέρ του εαυτού τους και όσων υπηρετούν. Ο εαυτός τους είναι που τους απασχολεί.
Οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν για όσα συμβαίνουν στους άλλους, για όσα συγκλονίζουν την κοινωνία. Ανοίγονται στα πλήθη, προσελκύουν το ευρύ κοινό. Απευθύνονται στον άγνωστο αναγνώστη ενός κερματισμένου πλανήτη. Το έργο τους είναι ανθρωποκεντρικό. Αποστολή τους είναι να αφυπνίζουν συνειδήσεις. Είναι οι σκαπανείς και οι σπορείς που παρά την αναβροχιά συνεχίζουν να σκάβουν και να ρίχνουν σπόρο σε άγονα χωράφια με την ελπίδα το χωράφι μια μέρα να ξεδιψάσει. Επιμένουν μέχρι να δουν μια καλή σοδειά. Είναι οι ευαγγελιστές που ολοένα μαθαίνουν -και από άλλους συγγραφείς- γιατί ποτέ δεν τα ξέρουν όλα. Τέτοιους συγγραφείς έχουμε ανάγκη. Που μας δείχνουν το χάος που υπάρχει γύρω μας και μέσα μας. Που βάζουν στην άκρη το υπερεγώ τους. Που προχωρούν. Που συνεχώς μαθαίνουν…
