Οι μάχες και τα ταξίδια δεν ξέρουν από αναβολές και ανημπόριες. Ετσι, θύμα της εποχικής γρίπης, εμπύρετη αλλά με τον αέρα μιας aventurière, κάνω μια στάση για έναν γρήγορο καφέ στο ενετικό λιμάνι της Ναυπάκτου.
Κάποιος όμως παρακολουθεί, με την άκρη του ματιού του, την ανόητη αυτή τόλμη. Η σιδερένια μορφή του δεν του επιτρέπει να με αποδοκιμάσει, ούτε να σηκώσει το σπασμένο σπαθί, στο αριστερό του χέρι. Για καλή του όμως τύχη, ο καλλιτέχνης αποφάσισε το βλέμμα του να είναι στραμμένο για πάντα ψηλά, προς τα όνειρα.
Μιχαήλ Θερβάντες, διαβάζω στη λευκή πλάκα και χωρίς καμία συστολή για την άγνοιά μου και μη θέλοντας να επιτρέψω για ακόμη μια φορά στη γνωστή μηχανή αναζήτησης να μου στερήσει μια ανταλλαγή χαμόγελου, ρωτώ τη χαριτωμένη σερβιτόρα: – Γιατί τον Θερβάντες; – Δεν ξέρω, τι να σας πω, δεν ήμουν ποτέ καλή στην Ιστορία, μου απαντά και φεύγει γρήγορα, σκουπίζοντας την αμηχανία της με μια άκρη από κίτρινο πανάκι.
Ο Θερβάντες συνεχίζει να με κοιτά λοξά και με το δίκιο του φυσικά, καθώς ο πυρετός δεν στάθηκε εμπόδιο στη δική του τολμηρή συμμετοχή στη μάχη της Ναυπάκτου, στην οποία αναφερόταν ως «Το πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ποτέ ή θα δούνε οι αιώνες». Ο χαρακτήρας της μάχης θρησκευτικός, ανάμεσα στους χριστιανούς βασιλείς της Νότιας Ευρώπης και τους Οθωμανούς, αλλά η ατυχία του Μιγκέλ να χάσει το αριστερό του χέρι από σφαίρα δεν ήταν σίγουρα δώρο θεού. Ακολούθησαν περιπλανήσεις και η αιχμαλωσία του, από Αλγερινούς πειρατές, που κράτησε για πέντε χρόνια, μιας και η φτωχή οικογένειά του δεν μπορούσε να πληρώσει τα λύτρα που ζητούσαν. Η συνέχεια της ιστορίας, λίγο-πολύ γνωστή: ο Θερβάντες εργάζεται για το ισπανικό κράτος ως φοροεισπράκτορας και το 1604 εκδίδει τον Α’ τόμο του «Δον Κιχώτη». Το άγαλμά του, στην είσοδο του λιμανιού, έχει το δεξί του χέρι, εκείνο που τον δόξασε συγγραφικά, υψωμένο στον ουρανό.
Στα όμορφα μέρη της χώρας αυτής, εκεί που Ιστορία μας ακολουθεί και παρακολουθεί τα καφέ να ξεφυτρώνουν σαν ζιζάνια στη γλάστρα, για να προσφέρουν ξεγνοιασιά στους ντόπιους και φωτογραφικό υλικό στους τουρίστες, θα ήταν όμορφο να ξεφυτρώνουν και μικρά διαδραστικά μουσεία με τέτοιες ιστορίες που και έσοδα θα έφερναν στους δήμους και τις νεαρές σερβιτόρες θα έκαναν, ίσως, να αγαπήσουν την Ιστορία.
Νιώθω συχνά ότι χάνεται το ενδιαφέρον για ό,τι δεν καταλήγει -άμεσα- σε κέρδος, υποτιμάμε τη δύναμη και το κέρδος της μνήμης, της γνώσης, της ικανότητας της Ιστορίας να ενσωματώνεται εκ νέου στο σήμερα, να αναπνέει μέσα από αγάλματα και σελίδες που κάποιος διαβάζει φωναχτά. Η γλώσσα, η λογοτεχνία, ο πολιτισμός πρέπει να γίνουν καθημερινή, δωρεάν συνήθεια, να τα βλέπουμε γύρω μας, παντού, σαν τα καφέ, με νέους τρόπους, για νέους ανθρώπους, να γίνουν ελκυστικά, ξανά.
Ο Μιγκέλ ήταν 24 χρόνων και μας δείχνει τους αιθέρες με το τεντωμένο και τιμημένο δεξί του χέρι, καλώντας μας να αγαπάμε αυτούς που τολμούν, που ονειρεύονται, που καβαλάνε έναν Ροσινάντε και ερωτεύονται τη ζωή. Ας μην τον αφήσουμε με έναν καφέ στο αριστερό.
