ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Χουλιαράκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με ποιον τρόπο η Iστορία συνομιλεί με τη λογοτεχνία; Μπορεί η λογοτεχνία, με τη συνδρομή και της Ιστορίας, να ρίξει φως και να αναδείξει από διαφορετική σκοπιά ορισμένα άγνωστα ή αμφίσημα ιστορικά γεγονότα; Στην Οδό Ευτυχίδου η συγγραφέας δίνει θετική απάντηση, επιλέγοντας μια αφήγηση η οποία δεν περιορίζεται στην επινόηση, τον λυρισμό και την αλληγορία, αλλά ενσωματώνει και αποσπάσματα από ημερολόγια, προσωπικές σημειώσεις, χρονογραφήματα, ιστορικά ή δημοσιογραφικά τεκμήρια, κάθε λογής ντοκουμέντα, ακόμη και διαφημίσεις του διαδικτύου. Στο ανά χείρας πέμπτο πεζογραφικό έργο της Φάντη, ο αφηγητής, μεταφέροντάς μας πίσω στον χρόνο, στο Παγκράτι των γκάγκαρων κατοίκων του, αλλά και στο νεότερο, εκείνο των προσφύγων και των εσωτερικών μεταναστών της Κατοχής και του Εμφυλίου, απευθυνόμενος στον εαυτό του και στους οικείους του, θυμάται, νοσταλγεί, αλλά και δεν παύει στιγμή να σκαλίζει και να αμφισβητεί, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται.

«Τη μέρα που η Αγγελική σε γέννησε, φυσούσε, λέει, αρειμάνια και έβρεχε καταρρακτωδώς. Στο Παγκράτι πολλά δέντρα ξεριζώθηκαν και στην αυλή της γιαγιάς Μαρίας, λίγα μέτρα απόσταση από την κλινική Κασταλία, ένας κεραυνός χτύπησε τη μουριά που επί δεκαετίες τους σκίαζε». Στην Οδό Ευτυχίδου, το όνομα της οποίας λειτουργεί εδώ ειρωνικά αλλά και διττά –και ως τίτλος για το βιβλίο και ως συνεκτικό στοιχείο των προσώπων που την κατοικούν– μέσα από το ανατρεπτικό και ευφάνταστο βλέμμα του, ο αφηγητής βλέπει τα πορτρέτα των προγόνων να βγαίνουν από τα κάδρα τους ζωντανεύοντας εικόνες από παλιές οικογενειακές βεγγέρες αλλά και πεζές στιγμές της καθημερινότητας, φωνές γνώριμες αλλά και μια σιωπή γεμάτη μισόλογα, ήχους απειροελάχιστους και διαλόγους ελλειπτικούς. Επιστρέφοντας σ’ αυτήν τη μακρινή εποχή, βλέπει τη μυθική πλέον εσωτερική σκάλα μιας πολυκατοικίας του ’60 να τον οδηγεί στο πατρικό διαμέρισμα, εκεί όπου έζησε τα πρώτα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Γνωρίζει ότι στην κατάστασή του καμιά στέγη δεν θα του δώσει καταφύγιο και κανένας τόπος δεν θα του εξασφαλίσει τη γαλήνη. Θα μπορέσει άραγε να ξαναβρεί τον μίτο που θα τον ενώσει ξανά με τον κόσμο; Μεγάλον πια, εβδομηντάρη σχεδόν, σε μια εφ’ όλης της ύλης γλαφυρή αλλά και δραματική ανασκόπηση, όπου πλέον η πραγματικότητα παύει να είναι απτή και ο χρόνος δεν είναι ευθύγραμμος αλλά μια τεθλασμένη, ένας σωρός γράμματα ξεχασμένα σε κάποιο χαρτόκουτο θα τον βγάλει απ’ την αδράνεια και θα αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για τις καταβολές του. Πρόκειται για τα γράμματα που έστελνε ο πατέρας του στον Εμφύλιο, αρχικά από την εξορία και στη συνέχεια από το μέτωπο, όπου βρέθηκε στανικά στρατευμένος στον Εθνικό, λεγόμενο, Στρατό. Αίφνης, το διάβασμα των επιστολών θα τον συνεπάρει, ανατρέποντας ταυτόχρονα πολλά από αυτά που, ως γιος, είχε αποδεχτεί σαν δεδομένα, και θα δημιουργήσει αινίγματα, γρίφους και αναπάντητες απορίες για όσα αναφέρει ή αποσιωπά στα γραφόμενά του ο αποστολέας τους.

Τα ημερολογιακά κείμενα, που από τα πρώτα κεφάλαια διακόπτουν τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, συνεχίζονται ανάμεσα στις επιστολές, καταγράφοντας τώρα και αποτυπώνοντας, με ρυθμό πυρετικό, σκέψεις, συμπεράσματα, πληροφορίες, κρίσεις και σπαραγμένες διηγήσεις, που άλλοτε θυμίζουν όνειρα και άλλοτε σκοτεινά αλληγορικά παραμύθια, μπολιάζοντας έτσι το βλέμμα του ίδιου αλλά και του αναγνώστη με μια άλλη διάσταση και μια ιδέα πιο συμπονετική και ζεστά ανθρώπινη για την πατρική φιγούρα. Στη συνέχεια, οι εικονικές αναδιφήσεις, οι εξομολογήσεις και οι φιλοσοφικού και υπαρξιακού τύπου τελευταίες αποτιμήσεις πυροδοτούν μια ύστατη μακρά συνομιλία με τον εαυτό του και τους εκδημήσαντες πλέον οικείους του.

Μερικά στοιχεία από εκείνα που έχει πληροφορηθεί από τις επιστολές του πατέρα για την εξορία καθώς και για την τύχη των «συμμοριτών» που υπέστησαν την αναγκαστική στράτευση δεν θα τα βρει σε καμιά από τις κατοπινές έρευνές του. Υπάρχουν όμως και εκείνα που τις επιβεβαιώνουν και τα οποία η Φάντη δεν διστάζει να τα συμπεριλάβει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ως «Αρχείο του αφηγητή» και να τα συμπληρώσει με την απαραίτητη βιβλιογραφία, ενώνοντας έτσι με μαεστρία αλλά και αυτεπίγνωση το ατομικό με το συλλογικό διακύβευμα και αναδεικνύοντας στο ακέραιο τη δραματική και πολύτροπη αλληλεπίδρασή τους.