Περιήγηση στον ετρουσκικό κόσμο των νεκρών
D. H. LAWRENCE
Οι ζωγραφιστοί τάφοι της Ταρκουίνια
Σελ. 128
ΕΚΔoσεισ ΟΞΥ Επίλεκτα, 2023
«Επειδή η ζωή πάνω στη γη ήταν τόσο όμορφη, η ζωή στον κόσμο των νεκρών δεν μπορούσε παρά να ήταν μια συνέχειά της» Ντ. Χ. Λόρενς
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
Κάπου στη δυτική ακτή της ιταλικής χερσονήσου που βρέχεται από την Τυρρηνική θάλασσα, και 90 χιλιόμετρα βορείως της Ρώμης, βρίσκεται η πόλη της Ταρκουίνια. Γνωστή στην αρχαιότητα ως Ταρκυνία (από την ετρουσκική της ονομασία Τάρκνα) και στα μεσαιωνικά χρόνια ως Κορνέτο, η πόλη αυτή διαθέτει ένα πλούσιο αρχαιολογικό παρελθόν.
Στα βόρεια της σημερινής Ταρκουίνια εκτείνεται το οροπέδιο Pian di Civita, εκεί όπου στην αρχαιότητα άκμασε η ετρουσκική και στη συνέχεια ρωμαϊκή πόλη. Η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική της ακμή ξεκινάει από τον 8ο αιώνα π.Χ., λόγω της αυξανόμενης επαφής με τον ελληνικό κόσμο. Από τον 6ο έως τον 3ο αι. π.Χ., η Ταρκυνία αποτελούσε την πιο ισχυρή πόλη του ετρουσκικού κράτους, το οποίο εκτεινόταν από την Τυρρηνική μέχρι την Αδριατική.
Τα ιστορικά στοιχεία για την αρχαία Ετρουρία είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά ελλιπή: αυτό οφείλεται στην απουσία ετρουσκικής γραφής, ενώ τα λιγοστά δείγματα που διαθέτουμε με στοιχεία του ελληνικού αλφαβήτου είναι αποσπασματικά και ακατάληπτα. Και αυτό δεν είναι μόνο πρόβλημα δικό μας, αλλά και των αρχαίων ιστορικών, όταν στα τέλη του 3ου προχριστιανικού αιώνα άρχισαν να συγκεντρώνουν στοιχεία για την πρώιμη ιστορία της ιταλικής χερσονήσου. Είναι οι αρχαιολογικές ανασκαφές, ωστόσο, που έχουν ρίξει φως, βοηθώντας να σχηματίσουμε μια εικόνα για την καθημερινότητα, την τέχνη, τη θρησκεία, τα έθιμα και τους θεσμούς αυτού του λαού. Η Νεκρόπολις της Ταρκυνίας με τα περίφημα ταφικά μνημεία της και τις καλοδιατηρημένες έγχρωμες νωπογραφίες τους εντυπωσιάζει τον σύγχρονο επισκέπτη για το πώς διασώζει την αίγλη και την αθωότητα ενός αρχαϊκού κόσμου, χαμένου διαπαντός. Ομως, ένας μόνο ταξιδευτής σαγηνεύτηκε τόσο βαθιά από αυτόν τον χαμένο κόσμο ώστε να καταγράψει με την πένα του τους στοχασμούς, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα που του γέννησε η καταβύθιση στον χώρο και τον χρόνο.
Αυτός ήταν ο Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, βραχύβιος Αγγλος μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής, από τους σημαντικότερους αγγλόφωνους συγγραφείς των αρχών του 20ού αιώνα. Μοντερνιστής στο ύφος γραφής, αλλά αντι-νεωτεριστής στις αντιλήψεις, είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για την αλλαγή στον τρόπο που η λογοτεχνία αντιμετώπιζε ως τότε τον ερωτισμό. Το σύνολο του έργου του χαρακτηρίζεται από μια αποστροφή στην εκβιομηχάνιση και την κοινωνική αποξένωση και από τη ριζοσπαστική απεικόνιση της σεξουαλικότητας και του ενστίκτου. Βιβλία του λογοκρίθηκαν και απαγορεύτηκαν στη γενέτειρά του Αγγλία ως άσεμνα. Η περιφρόνηση που δέχτηκε από λογοτεχνικούς κύκλους και ο αφορισμός του ως «πορνογράφου», τον συνόδευσαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Λίγοι αναγνώρισαν από νωρίς την καλλιτεχνική του πρωτοπορία, τη δημιουργική του φαντασία και την εν γένει ηθική του ακεραιότητα.
Ενα μεγάλο κομμάτι της ενήλικης ζωής του ο Λόρενς το πέρασε ταξιδεύοντας. Εζησε γράφοντας στη Γερμανία, την Ιταλία, την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Στην Ταρκουίνια βρέθηκε την άνοιξη του 1927. Τα κείμενα που έγραψε συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Sketches of Etruscan Places and other Italian Essays». Περιλαμβάνεται δε το βιβλίο αυτό ανάμεσα στα τέσσερα ταξιδιωτικά βιβλία της εργογραφίας του (τα άλλα τρία αναφέρονται στην Ιταλία, τη Σαρδηνία και το Μεξικό) και είναι το μόνο από αυτά που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1932. Χάρη στις εκδόσεις Οξύ (σειρά Επίλεκτα) και στη μεταφραστική δουλειά του Γιάννη Λειβαδά, διαθέτουμε στα ελληνικά δύο από τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Etruscan Places», με τον τίτλο «Οι ζωγραφιστοί τάφοι της Ταρκουίνια».
Στο βιβλίο διακρίνονται τρεις βασικοί θεματικοί άξονες: στον πρώτο, ο Λόρενς περιηγείται στα ταφικά μνημεία, περιγράφοντάς τα τόσο γλαφυρά ώστε μας προκαλεί την αίσθηση ότι βρισκόμαστε κι εμείς εκεί. Στον δεύτερο, παρακολουθούμε τους φιλοσοφικούς στοχασμούς του πάνω στην καθημερινή ζωή και τον πολιτισμό ενός λαού που οι Ρωμαίοι συκοφάντησαν για να δικαιολογήσουν το «ποδοπάτημά» του. Στον τρίτο άξονα, αρκετά αλληλένδετο με τον δεύτερο, ο Λόρενς επιχειρεί να ανασυνθέσει την ετρουσκική θρησκεία, μια φυσική θρησκεία που ακτινοβολούσε τη ζωτικότητα του σύμπαντος, την «απέραντη ψυχή» του κόσμου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Λόρενς εξιδανικεύει τους Ετρούσκους, μη κρύβοντας παράλληλα την απέχθειά του για τους Ρωμαίους κατακτητές, οι οποίοι κυριάρχησαν με «έπαρση και αυταρχικότητα». Δεν είναι όμως άσχετη αυτή η τοποθέτηση απέναντι στην πολιτική συνθήκη της εποχής του. Σε μια περίοδο όπου ο φασισμός του Μουσολίνι κυριαρχούσε στην Ιταλία, έχοντας επιβάλει παντού τη νεο-ρωμαϊκή μεγαλομανία του, ο Λόρενς ένιωθε την ανάγκη να υπερασπιστεί και να υμνήσει έναν λαό με αστείρευτη αγάπη για τη ζωή, ηττημένο από τους σιδηρόφρακτους Ρωμαίους. Ταυτόχρονα, οι συγκρίσεις των αρχαίων Ετρούσκων με τους σύγχρονούς του εκφασισμένους Ιταλούς -περιφρονώντας εμφανώς τους δεύτερους- είναι συνεχείς.
Για τον Λόρενς, ο ετρουσκικός κόσμος των νεκρών ακτινοβολούσε «ζωντάνια και φυσικότητα», εκπέμποντας «την ολκή της πληρότητας ενός αρχαϊκού νοήματος». Γι’ αυτό και ήταν «ένας τόπος χαρωπός», «πιο πραγματικός απ’ το απομεσήμερο που απλώνεται πάνω απ’ το χώμα».
