ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Και ποια είναι τα σημάδια της αθωότητας; Η ανυποκρισία –θαυμάσια λέξη–, η ειλικρίνεια, η απλότητα, η ακούσια μαρτυρία. Η εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό είναι πολύ γνώριμη σε όλους μας, είναι η εικόνα μιας καμπάνας. Οι καμπάνες φτιάχνονται για να μιλάνε».

Μετά το εξαιρετικό «Θάλασσα, θάλασσα» που κυκλοφόρησε μέσα στον χρόνο που φεύγει, ένα ακόμα βιβλίο της Αϊρις Μέρντοχ, «Η καμπάνα», έρχεται για να εδραιώσει την πεποίθησή μας πως η Ιρλανδοβρετανίδα συγγραφέας και φιλόσοφος είχε τον δικό της σπουδαίο και πολύ προσωπικό τρόπο να γράφει βιβλία που δεν ξεχνάς εύκολα. Και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που μεταφράζεται ξανά στη χώρα μας. Σχεδόν μια εικοσαετία έχει περάσει από το 2005 που κυκλοφόρησε το «Ερρίκος και Κάτωνας» από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, που, σταματώντας τη λειτουργίας τους, έμειναν εκτός ελληνικής παραγωγής σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς.

«Η καμπάνα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα –που φαίνεται να κάνουν δυναμικό παιχνίδι στον εκδοτικό χώρο με μεγάλους διεθνείς τίτλους βιβλίων– και μεταφράστηκε στα ελληνικά πρώτη φορά από την Εφη Τσιρώνη. Πρωτοεκδόθηκε το 1958 και ήταν το τέταρτο βιβλίο της συγγραφέως που είχε κάνει την είσοδό της στη λογοτεχνία το 1954 με το τολμηρό για την εποχή του «Μέσα στο δίχτυ», εμπνευσμένο από τον Μπέκετ και τις υπαρξιακές αγωνίες των ηρώων του. Εκτοτε ακολούθησαν είκοσι έξι βιβλία. Ανάμεσα στα λογοτεχνικά βιβλία και το «Υπαρξιστές και μυστικιστές», που περιλαμβάνει δύο προλόγους, ο ένας από τον μεγάλο διανοητή Τζορτζ Στάινερ και ο άλλος από τον Αγγλο εκδότη του βιβλίου Πίτερ Κονράντι. Το βιβλίο αυτό εξηγεί τον φιλοσοφικό προβληματισμό των ηρώων όλων των βιβλίων της: η μοναξιά και αποξένωση των σύγχρονων ανθρώπων και οι ψυχολογικοί κίνδυνοι που τους προκαλούν τα κοινωνικά αδιέξοδα.

Στην «Καμπάνα» του Αβαείου Ιμπερ συναντά τον εδώ και έξι μήνες εν διαστάσει άντρα της, Πολ, η ηρωίδα της Μέρντοχ. «Η Ντόνα Γκρίφιλντ άφησε τον άντρα της επειδή τον φοβόταν. Εξι μήνες αργότερα αποφασίζει να γυρίσει σ’ αυτόν για τον ίδιο λόγο. Ο απών Πολ, που τη στοίχειωνε με γράμματα και τηλεφωνήματα και ανύπαρκτα πατήματα στα σκαλιά, είχε αρχίσει να γίνεται μεγαλύτερο βάσανο. Η Ντόρα υπέφερε από τύψεις, και οι τύψεις έφεραν τον φόβο. Τελικά αποφάσισε ότι η καταδίκη της παρουσίας του έπρεπε να προτιμηθεί από εκείνη της απουσίας του».

Δεκατρία χρόνια μεγαλύτερός της, ο Πολ Γκρίφιλντ ήταν ένας πλούσιος ιστορικός τέχνης, «παθιασμένος και ποιητικός μνηστήρας» στην αρχή, βίαιος, χειριστικός και άπιστος σύζυγος στη συνέχεια. Τον εγκαταλείπει, τσαλαβουτά σε μια εφηβική ζωή, και κατόπιν επιστρέφει κοντά του. Τον συναντά στο Αβαείο Ομπερ το οποίο «διοικείται» από μια δυναμική ηγουμένη και μια κοσμική θρησκευτική σέκτα. Τα μέλη της σέκτας ζουν σε ένα κοινόβιο και έχουν αρχηγό τον Μάικλ Μιντ, που η συνάντησή του με την ηγουμένη άλλαξε εντελώς τα σχέδια για τη ζωή του. Του εμφύσησε την ιδέα να μετατρέψει τη γειτονική έπαυλη σε έδρα μιας μόνιμης κοσμικής κοινότητας προσκείμενης στο Αβαείο, «μιας ζώνης ώσμωσης», όπως το έθεσε, ανάμεσα στο Αβαείο και τον κόσμο, έναν αντικατοπτρισμό, ένα αγαθό και ωφέλιμο παράσιτο, μια ενδιάμεση μορφή ζωής». Εκεί θα ζουν έκτοτε «ασθενείς» που ο διακαής πόθος τους για το ένθεο τους καθιστά ανεπαρκείς πολίτες του κόσμου και η ιδιοσυγκρασία τους δεν τους επιτρέπει να απαρνηθούν ολοκληρωτικά τα εγκόσμια. Η συγγραφέας περιγράφει μια εποχή που φαίνεται να μη διαφέρει και πολύ από τη δική μας. Οι φρενήρεις ρυθμοί της καθημερινότητας δημιουργούν δυστυχισμένες ψυχές.

Με αφορμή την καινούργια καμπάνα του Αβαείου και τους εορτασμούς για την υποδοχή τους οι ήρωες του κοινοβίου ανακαλύπτουν την παλιά καμπάνα και ένα απίστευτα ενδιαφέρον μυθιστόρημα εξελίσσεται σε μια υπαρξιακή κωμικοτραγική ιστορία για τη μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά και την ανθρώπινη ανάγκη να πιστέψουμε ότι υπάρχει ένα θεϊκό ον που καθοδηγεί και προστατεύει.

Την εισαγωγή του βιβλίου υπογράφει η σπουδαία συγγραφέας της «Εμμονής», Αντόνια Μπάιατ, και με τα δικά της λόγια κλείνω αυτό το κείμενο για το τόσο απολαυστικό μυθιστόρημα της Αϊρις Μέρντοχ: «Την “Καμπάνα” την καταβρόχθισα, μαγεμένη, συναισθηματικά εμπλεκόμενη, έχοντας την πουριτανική αίσθηση πως ίσως ένα μυθιστόρημα να μην είχε το δικαίωμα να είναι τόσο καταφανώς ευκολοδιάβαστο και ταυτόχρονα τόσο αδιαμφισβήτητα σοβαρό. Η ιδέα που είχα στο μυαλό μου για τα αγγλόφωνα μυθιστορήματα του μέλλοντος άλλαξε. Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πώς και γιατί. Στο μεταξύ διάβαζα και ξαναδιάβαζα την “Καμπάνα”».