Μια υποβαθμισμένη γειτονιά στα περίχωρα του Λονδίνου. Δίχως ούτε έναν πολιτιστικό χώρο πλέον. Μόνο σπίτια παρατημένα, το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα ίδιο με το άλλο. Συμβαίνει αυτό σε εκείνα τα μέρη – παλαιότερα οι τράπεζες έδιναν δάνεια για τα σπίτια αυτά, αργότερα έγιναν οι ίδιες εργολαβικές επιχειρήσεις και μίσθωναν εργάτες ώστε να τα φτιάχνουν και μετά να τα πουλάνε.
Και αυτό λέγεται «καθετοποίηση»: Γιατί να δίνω δάνεια και να τα φτιάχνει κάποιος άλλος; Γίνεται η ίδια η τράπεζα «εργολάβος» και ήδη από τη δεκαετία του 1950 στην Αγγλία έφτιαχνε σπίτια, απολύτως ολόιδια, κολλητά το ένα στο άλλο, για χιλιόμετρα. Υπάρχουν γειτονιές που ξεπερνούν τα 10 χιλιόμετρα αυτά τα σπίτια…
Από το 1950, μεταφερόμαστε στο 2016. Τη χρονιά μεταίχμιο για το Brexit. Στο χωριό υπάρχει ένα έντονο αίσθημα αδικίας και απόγνωσης – μαζί πάνε αυτές οι δύο «κυρίες» εξάλλου. Οι κάτοικοι που αγόρασαν πανάκριβα τα σπίτια τους ξαφνικά βλέπουν ξένους επιχειρηματίες ή funds να αγοράζουν τα διπλανά κτίσματα κοψοχρονιά. Σπίτια που μόνο το κόκκινο τούβλο απέξω έχει μείνει και μέσα καταρρέουν – ποιος να βρει χρήματα για ανακαινίσεις; Οι δουλειές λιγοστές, τα μεροκάματα με το σταγονόμετρο. Παιδιά πεινάνε – δεν έχουν τη δυνατότητα οι γονείς τους να φέρουν κάθε μέρα φαγητό στο τραπέζι…
Το έργο ξεκινά με ένα πούλμαν με μετανάστες (γυναίκες και παιδιά κυρίως) από τη Συρία. Κάποιοι από τη γειτονιά τούς προπηλακίζουν. Σπάνε τη φωτογραφική μηχανή μιας κοπέλας. Κάνουν πλάκα. Βρίζουν. Στη δεύτερη σκηνή, ο ιδιοκτήτης της παλαιότερης παμπ της περιοχής, της «Γέρικης Βελανιδιάς», προσπαθεί να φτιάξει το «Κ» από το «Τhe Old Oak» που έχει πέσει από την ταμπέλα του μαγαζιού…
Ο Κεν Λόουτς επιστρέφει στα 87 του χρόνια με μία ακόμη βαθιά ανθρώπινη όσο και πολιτική ταινία. Στο «The last oak» («Η τελευταία παμπ» στα ελληνικά, που θα προβληθεί σε λίγες μέρες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πανοράματος στην Αθήνα, μετά την προβολή της την προηγούμενη εβδομάδα στο 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), ο Βρετανός σκηνοθέτης κατορθώνει με ένα υπέροχο εύρημα να συνδυάσει την κοινωνική και οικονομική ταξικότητα με την προσωπική τοξικότητα. Φτωχοί μεροκαματιάρηδες, γιοι (μεσήλικες πλέον) των ανθρακωρύχων του 1980, που βλέπουν τα πάντα να αλλάζουν γύρω τους, στρέφονται κατά των πιο αδύναμων. «Ποτέ να μη στρέψουμε το βλέμμα και ν’ αγωνιστούμε εναντίον των από πάνω ε; Πάντα των από κάτω;» ρωτάει ο ιδιοκτήτης της παμπ, που στηρίζει τους πρόσφυγες, τον παιδικό του φίλο που του κατέστρεψε τη «Γέρικη Βελανιδιά» του επειδή έκανε δράσεις μαζί με τους πρόσφυγες και όλη την κοινότητα, προσφέροντας φαγητό σε όποιον (Αγγλο ή Σύρο) είχε ανάγκη.
…Μα για ποια «κοινότητα» να μιλάμε πλέον; Η Θάτσερ, που κατέστειλε την πλέον μακροχρόνια και τη μεγαλύτερη στα χρονικά απεργία των ανθρακωρύχων τη δεκαετία του 1980, το είχε πει ξεκάθαρα: «Κοινωνία; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα»… «Η μητέρα μου έλεγε πως όποιος μοιράζεται το ίδιο φαγητό με τον άλλο, μπορεί ν’ αγωνιστεί και πλάι του», λέει ο πρωταγωνιστής στην ταινία. Και, ναι, κάπως έτσι δημιουργούνται οι κοινότητες. Και, ναι, κάπως έτσι χειραφετείται η κοινωνία…
Τον Ιούλιο του 1984 η απεργία των ανθρακωρύχων στην Αγγλία διένυε τη 17η εβδομάδα της. Πάνω από τέσσερις μήνες οι εργάτες άντεχαν, ο ένας δίπλα στον άλλο, παρά το ξύλο, τον μισθό που δεν είχαν, το φαγητό που δεν έφερναν πια στο σπίτι, το κρύο, τους απεργοσπάστες και τις προβοκάτσιες, καθώς αγωνίζονταν για τα εργασιακά τους δικαιώματα. Ηταν εργάτες – όχι δουλικά μιας αυτοκρατορίας. Πόσο μάλλον της Θάτσερ (που το Χόλιγουντ έσπευσε να την «ξεπλύνει», κάνοντας τη ζωή της ταινία και μάλιστα με τη σπουδαία Μέριλ Στριπ στον ρόλο της «Σιδηράς Κυρίας»). Ηδη η Θάτσερ είχε αποφασίσει να κλείσει 20 ορυχεία περίπου, αφήνοντας πάνω από 20.000 εργάτες χωρίς δουλειά.
Τότε, εκείνον τον Ιούλιο, οι ανθρακωρύχοι βρήκαν στήριξη. Μαζί τους συντάσσονται λιμενεργάτες και σιδηροδρομικοί. Αλλά όχι μόνο! Η γκέι κοινότητα, που βαλλόταν με χυδαία βιαιότητα από την αστυνομία τότε, ξεκινάει να μαζεύει χρήματα για να αντέξει κι άλλο η μεγάλη απεργία. Ο ομοφυλόφιλος ακτιβιστής Μαρκ Αστον ξεκινάει καμπάνια ενίσχυσης… Μα, οι «δικοί» του θορυβήθηκαν. Τι σχέση είχαν αυτοί με τους «μάτσο» εργάτες των ορυχείων; Κι όμως, κατόρθωσε και ίδρυσε την ομάδα Lesbians and Gays Support the Miners – LGSM (Λεσβίες και Γκέι Υπέρ των Ανθρακωρύχων)… «Ο αγώνας τους ήταν παρόμοιος με τον δικό μας. Τον τελευταίο χρόνο η αστυνομία μάς έκανε κι υποφέραμε. Εκείνοι υποφέρουν μια ζωή, και πιθανότατα θα συνεχίσουν να υποφέρουν εκτός κι αν κάνουμε κάτι γι’ αυτό» ακούγεται να λέει στο ντοκιμαντέρ «Pride» (2014) του Μάθιου Ουάρχους μία γυναίκα ανθρακωρύχου και μετέπειτα βουλεύτρια των Εργατικών…
Τίποτε δεν έγινε δίχως αγώνα και αίμα. Το μέτωπο ήταν τριπλό: οι διαφωνούντες μέσα στην απεργία, οι διαφωνούντες μέσα στην γκέι κοινότητα και η κυβέρνηση ανάλγητη απέναντι και στους δύο… Η απεργία έληξε τον Μάρτιο του 1985. Οι εργάτες έχασαν. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Η Θάτσερ κέρδισε;
