ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ Γ. ΤΣΟΥΠΡΟΥ

«Αναδύεσαι. Τα σκοινιά που σε βαστούσαν/ στο βράχο τα ’φαγε το κύμα, η προσευχή του κά-/ βουρα κι οι στεναγμοί των πνιγμένων. Ταξιδεύ-/ εις στις θάλασσες. Ο άνεμος σου δίνει κάθε το-/ σο μια, θέλοντας να σε καταποντίσει. Χάνεσαι· σε/ λίγο πάλι αναδύεσαι μέσ’ από τ’ αφρολούλουδα.// Ερχεσαι συχνά όταν είναι γαλήνη κάτου/ απ’ τα παράθυρά μου. Δε μπόρεσα όμως ποτέ/ να ξεχωρίσω καλά τη μορφή σου. Αλλά έρχε-/ σαι και με τη θύελλα.// Είσαι νησί από ελαφόπετρα [sic] ή μήπως ναυά-/ γιο από ανάμνηση;»

Στη δεκαετία του 1990, σημειώνει ο Θανάσης Καράβατος στο βιβλίο του «(Ψυχ)Ιατρική & Λογοτεχνία» (εκδόσεις Τόπος, 2022), ένα επιστημονικό άρθρο στο «British Journal of Psychiatry», αναδιφώντας, μεταξύ πολλών, σε κείμενα των Σκοτ, Ντίκενς, Τένισον, Τολστόι, Προυστ, προκειμένου για καταγραφές εμπειριών «déjà vu», προέτρεπε «τους ψυχιάτρους να ξεπεράσουν τα όρια της επιστημονικής βιβλιογραφίας τους και να διαβάσουν ποίηση και πρόζα».

Σε αυτό ακριβώς το μήκος κύματος συμβαίνει να κινείται (πιθανότατα, όμως, εξ ιδιοσυγκρασίας και προσωπικών επιλογών) ο Thomas H. Ogden (διδάσκων ψυχαναλυτής και επί εικοσιπενταετία διευθυντής του Κέντρου Προηγμένης Μελέτης των Ψυχώσεων), καθώς, προκειμένου για τη λεκτική συμπύκνωση ενός κλινικού παραδείγματος, διαπιστώνεται (στο ανά χείρας πόνημά του) ότι πολύ συχνά ανατρέχει σε μια λογοτεχνική, ποιητική ή πεζογραφική, πηγή.

Λόγου χάριν, για την περίπτωση του θεωρητικού ψυχαναλυτικού όρου «κράτημα», επιλέγει έναν στίχο του Seamus Heaney («Ποτέ πιο κοντά σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας») και, αντίστοιχα, για τον όρο «περιέχον – περιεχόμενο» γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν έχω βρει καλύτερες λέξεις για να περιγράψω αυτές τις εκκολαπτόμενες σκέψεις από εκείνες [τις λέξεις] που χρησιμοποιούνται σε ένα ποίημα του Edgar Allan Poe […]: “Μη ομοιάζουσες με σκέψη σκέψεις που είναι η ψυχή της σκέψης”»· ο Ogden, άλλωστε, έχει εξαρχής σημειώσει, στο ομότιτλο με το βιβλίο κεφάλαιο, ότι «στην ψυχαναλυτική γραφή, όπως και στην ποίηση, η σύμπτυξη λέξεων και νοήματος αντλεί από τη δύναμη της γλώσσας να υπαινίσσεται αυτό που δεν μπορεί να πει».

Μείζονος σημασίας για τον Thomas H. Ogden, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παρούσα «κατάθεσή του», είναι το έργο του J. L. Borges (από εκεί και το παράθεμα του τίτλου), στο οποίο παραπέμπει ήδη από τον «Πρόλογό» του, θέτοντάς το, μάλιστα, σε παράλληλη τροχιά με τη δική του, συνεχώς μεταβαλλόμενη, σχέση με τη συνολική διαδικασία της ψυχανάλυσης. Ετσι, βασική παράμετρο για την ανάπτυξη του 4ου κεφαλαίου, που πραγματεύεται τη σύλληψη του W. R. Bion για τον ρόλο του «ονειρεύεσθαι» στη δομή του νου και, κυρίως, τις συνέπειες του «να μην μπορεί κανείς να ονειρεύεται», αποτελεί το διήγημα του Borges «Φούνες, ο μνήμων», το οποίο (γραμμένο κιόλας νωρίτερα από τη σχετική θεωρητική δημοσίευση) επιτυγχάνει εξαιρετικά να «ζωντανέψει μέσω της γλώσσας» την αντίστοιχη εμπειρία.

Τα παραπάνω εξηγούν, έστω εξ όνυχος, την αιτία της εκτενούς αναφοράς που γίνεται στην «Εισαγωγή» από τον επιστημονικό επιμελητή της ελληνικής έκδοσης, Γρηγόρη Βασλαματζή, στις θελκτικές κλινικές περιγραφές του συγκεκριμένου ψυχαναλυτή, στις οποίες τόσο οι ασθενείς του όσο και ο ίδιος ζωντανεύουν ως αληθινοί «χαρακτήρες με όλη την ψυχική πολυπλοκότητα που έχει κάθε άνθρωπος», και, παράλληλα, το αναγνωστικό κοινό εν γένει (όχι μόνον οι επαΐουσες/επαΐοντες) καλείται να συμπληρώσει την κλινική εικόνα μέσω του δικού του ψυχικού κόσμου.

Πρόκειται για την «επίδραση Ogden» («Ogden’s effect»), σημειώνει ο επιμελητής, «όπως κάποιοι έχουν ονομάσει την άμεση και ιδιαίτερη εντύπωση, θα έλεγα και γοητεία, που προκαλεί η σκέψη του», η οποία, καθώς προσπαθεί να βάλει σε λόγια την, κάθε φορά διαφορετική, συναισθηματική εμπειρία της εκάστοτε συνεδρίας, αποκτά ένα «ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος» (ο ίδιος ο Ogden αφιερώνει το τελευταίο κεφάλαιο στην «επιδέξια» χρήση της γλώσσας κατά την ψυχαναλυτική γραφή, την οποία και αντιμετωπίζει ως ιδιαίτερο «λογοτεχνικό είδος»), ενώ «αξιοποιώντας το έργο τού [D. W.] Winnicot και του [W. R.] Bion, χωρίς να παρακάμπτει τον Freud [κάτι αδιανόητο ούτως ή άλλως – παρεμπιπτόντως, η εκτενής αναφορά του 3ου εκ των οκτώ κεφαλαίων στο έργο του Sigmund Freud “Πένθος και μελαγχολία” είναι συγκλονιστικά ενδιαφέρουσα], την [M.] Klein ή τον [W. R. D.] Fairbairn, ο Ogden δημιουργεί μια “οντολογική ψυχανάλυση”», που συνιστά «το σαφές ογκντενικό υπόδειγμα αναλυτικής εργασίας», μια «σύγχρονη και πρωτότυπη ψυχαναλυτική φωνή», της οποίας η απόδοση στην ελληνική αποτελούσε «υποχρέωση».

Η ως άνω ψυχαναλυτική χρήση, δε, των λογοτεχνικών, πεζών ή ποιητικών, έργων ως παραδειγμάτων ή υποθέσεων εργασίας δημιουργεί προσδοκίες και για ορισμένα ελληνικά ομόλογά τους· η ποίηση του Ε.Χ. Γονατά, φέρ’ ειπείν (στο αρχικό παράθεμα εδώ πρόκειται για το τελευταίο ποιητικό κομμάτι της Ενότητας «Ανασκαφή», από τη συλλογή του «Κρύπτη» / Εκδόσεις Κείμενα, 1979), συνιστά, ως προς τούτο, αναμφίβολα, ένα λαμπρό πεδίο έρευνας, στον βαθμό που αποτυπώνει με λέξεις τη «“μουσική υπόκρουση” του να είναι κανείς ζωντανός», όπως γράφει ο Ogden στο 2ο Κεφάλαιο, τον συνεχή «ήχο» των συνειδητών και ασυνείδητων σκέψεων μέσω των οποίων «ζωντανεύει κανείς τον εαυτό του» ως συνεκτικό όλον.