Με παρουσιαστικό Έλληνα θεού και ταλέντο τόσο λαμπερό όσο και το βλέμμα του, ο Σπύρος Φωκάς προσήλκυσε τα διεθνή φώτα από την πρώτη κιόλας κινηματογραφική του εμφάνιση. Το «Ματωμένο Ηλιοβασίλεμα» (1959, Ανδρέας Λαμπρινός) που ταξίδεψε στις Κάννες και από εκεί σε όλον τον κόσμο, έγινε το χρυσό εισιτήριο για την κατάταξη του Φωκά στην θέση που του άρμοζε: μια θέση στο
παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα. Η αμέσως επόμενη ταινία του «Morte Di Un Amico» («Θάνατος Ενός Φίλου», 1959, Φράνκο Ρόσι) ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της Τσινετσιτά και σηματοδοτεί την αφετηρία μιας σπουδαίας καριέρας στον ιταλικό κινηματογράφο, για να ακολουθήσει πολύ σύντομα ο γαλλικός αλλά και ο αμερικάνικος. Ψηλός, αρρενωπός και με έμφυτη τη στόφα του αστέρα, ο Σπύρος Φωκάς ήταν γεννημένος πρωταγωνιστής σε μια εποχή ανάτασης όπου οι πρωταγωνιστές δεν γνώριζαν σύνορα. Αν ένα πρόσωπο ξεχώριζε στο ελληνικό σινεμά, η λάμψη του δεν θα παρέμενε εγχώρια αλλά θα ακτινοβολούσε μέχρι το Χόλλυγουντ. Ο πολλά υποσχόμενος ζεν πρεμιέ διέθετε έναν σπάνιο συνδυασμό· χαρισματικότητα και μεσογειακή, ανεπιτήδευτη, άκοπη γοητεία. Το πιο σημαντικό όμως ήταν πως όταν του χαμογέλασε η τύχη είχε την τόλμη αλλά και το μεράκι να της χαμογελάσει και εκείνος – έμαθε άπταιστα ιταλικά σε 8 μόνο μήνες.
Με φόρα προς το φως
H συνεργασία με τον Λουκίνο Βισκόντι δεν αργεί να έρθει και ο Φωκάς βρίσκεται να παίζει τον Βιντσέντζο στο βραβευμένο «Ο Ρόκο Και Τ’Αδέλφια Του» (1960) πλάι στις Κλαούντια Καρντινάλε και Κατίνα Παξινού. Ο γεμάτος όνειρα νέος από την Πάτρα καθιερώνεται ως σταρ στα 23 του μόλις χρόνια. Συνεχίζει να δουλεύει με ορμή και δίχως σταματημό. Η θετική του προσωπικότητα τον ωθεί μόνο μπροστά Μετά από αρκετές ακόμα επιτυχίες στην Ιταλία, επιστρέφει στην Ελλάδα για να συναντηθεί με την πρώτη ιδανική του παρτενέρ. Στο δράμα της Φίνος Φιλμ «Εγωισμός» (1964, Γιάννης Δαλιανίδης) η Μαρία (Ζωή Λάσκαρη) παρασύρει με τον ερωτισμό της τον Κώστα (Σπύρος Φωκάς) που φαίνεται να την μισεί, με σκοπό να εκδικηθεί εκείνον και την αδερφή της, με την οποία ήταν αρραβωνιασμένος. Λάσκαρη και Φωκάς υπήρξαν ένα από τα ωραιότερα ζευγάρια της μεγάλης οθόνης· οι δύο ταινίες εκ των τριών που γύρισαν μαζί λογοκρίθηκαν λόγω του τολμηρού αισθησιασμού τους. Η επόμενη πρωταγωνίστρια με την οποία θα «ταιριάξει» στον φακό είναι η Έλενα Ναθαναήλ. Μαζί θα γυρίσουν τέσσερεις ταινίες.
Πρώτη εξ αυτών η «Ντάμα Σπαθί» (1966, Γιώργος Σκαλενάκης). Η δυναμική του «Εγωισμού» εδώ αντιστρέφεται και ο Φωκάς από θύμα αποπλάνησης γίνεται θύτης. Η «Ντάμα Σπαθί» δεν λαμβάνει την προσοχή που θα άξιζε στο θέμα της, που είναι η ακεραιότητα του χαρακτήρα μιας γυναίκας (Έλενα Ναθαναήλ), αλλά εκτιμάται μονάχα για την αισθητική της κινηματογράφησης του Σκαλενάκη και την φωτογραφία του Ανδρέα Αναστασάτου. Πρόκειται ωστόσο για μια σημαντικά πρωτοποριακή ταινία στην οποία ένας άντρας σκηνοθέτης τοποθετεί τον άντρα ως «αντικείμενο του πόθου». Ο Σπύρος Φωκάς, πιο όμορφος από ποτέ, υποδύεται τον νάρκισσο Αλέξανδρο που με τη γοητεία του σαγηνεύει την Έλενα, μια γυναίκα πολύ νέα, πολύ όμορφη και εξίσου ποθητή. Η σκηνή που τον ακολουθεί στα σκαλιά έχει μείνει αξέχαστη όχι μόνο για την ερωτική της ένταση και την υπέροχη ορχηστρική υπόκρουση του σπουδαίου Γιάννη Μαρκόπουλου, αλλά και για όσα συμβολίζει αυτή η ανάβαση για τη γυναικεία χειραφέτηση. Η ηρωίδα δεν είναι τρόπαιο αλλά υποκείμενο, νιώθει ελεύθερη να ακολουθήσει την επιθυμία της έχοντας τη γενναιότητα, πριν το πράξει, να πει στον σύζυγό της πώς αισθάνεται (εξ ου και ο τίτλος της ταινίας). Στο τέλος, πληρώνει το τίμημα της ειλικρίνειάς της, σε αντίθεση με εκείνον (Θεόδωρος Ρουμπάνης) που την απατούσε για χρόνια χωρίς να της το λέει.
Μια ζωή γεμάτη σινεμά
Οι ρόλοι που επέλεγε να παίζει ο Σπύρος Φωκάς δεν ήταν ποτέ ίδιοι μεταξύ τους. Δεν έπεσε στην παγίδα της τυποποίησης ενώ οι ταινίες του ανήκουν σε όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά είδη. Σταθερό κοινό τους σημείο η υψηλή τους ποιότητα είτε επρόκειτο για θρίλερ, ανάλαφρες κομεντί, δραματικές ή ερωτικές περιπέτειες. Η ικανότητά του να διαφοροποιείται υποκριτικά από το σκληρό αρσενικό του «Δραπέτη / Έρωτας Στην Καυτή Άμμο» (1966, Στέλιος Ζωγραφάκης) στον τρυφερό και προστατευτικό Γιώργο της «Στεφανίας» (1967, Γιάννης Δαλιανίδης) και να προσαρμόζεται κάθε φορά στον παλμό και το στυλ του έργου, τον καθιστά ελκυστικό σε σκηνοθέτες ογκόλιθους του κλασσικού σινεμά αλλά και σε μοντερνιστές (βλέπε το αριστούργημα του Κώστα Μανουσάκη «Ο Φόβος» 1966), φορείς του καινούργιου, του πειραματικού. Ως πολυδιάστατος ηθοποιός διαρκώς εξελισσόταν παράλληλα με έναν κόσμο που διαρκώς άλλαζε, ερμηνεύοντας κάθε ρόλο με φυσικότητα και διατηρώντας πάντοτε την αύρα αριστοκρατικότητας που τον χαρακτήριζε. Θα ακολουθήσει πλήθος ελληνικών και ιταλικών παραγωγών -και η ταινία δράσης με διεθνές καστ «Shaft in Africa» (1973, Τζων Γκιλέρμιν)- μέχρι την ποιητική «Σόνια» (1980) του Τάκη Κανελόπουλου.
Ο Σπύρος Φωκάς πρωταγωνιστεί στο κύκνειο άσμα του ιδιαίτερου δημιουργού, βασικού προπομπού του Ν.Ε.Κ. (Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου) και γίνεται κομμάτι του λυρικού σύμπαντός του, υποδυόμενος τον Τόνιο, τον ατελέσφορο έρωτα μιας ευαίσθητης και μοναχικής κοπέλας. Το κεφάλαιο Χόλλυγουντ είχε ήδη ανοίξει για τον Έλληνα αστέρα. Το «Διαμάντι του Νείλου» (1985, Λουίς Τίγκι) θα αποτελέσει αξιοσημείωτη στιγμή του εκτός Ευρώπης. Ο Σπύρος Φωκάς εξέπεμπε φως. Προχωρούσε προς τα πάνω με αστείρευτη ενέργεια αλλά και ευσυνειδησία. Από τα πρώτα του βήματα μέχρι το τέλος της ζωής του τον διέκρινε φερεγγυότητα και άψογος επαγγελματισμός. Ένα γνώρισμα των Αμερικανών που ταίριαζε απόλυτα με τις αρχές του ήταν η σοβαρότητα στις παραγωγές τους ως προς την αντιμετώπιση
των ηθοποιών. Δεν διέκοψε ωστόσο ποτέ τους δεσμούς με την πατρίδα και μετά από χρόνια στο εξωτερικό επιλέγει να επιστρέψει οριστικά.
Αυλαία
Όντας σινεφίλ από παιδί, ο Σπύρος Φωκάς κατόρθωσε το ευτύχημα να γίνει μέρος του κινηματογράφου που θαύμαζε. Μόνο μέχρι το 1990 συγκεντρώνονται πάνω από 45 ταινίες στις οποίες συμμετείχε και με τον καιρό δίπλα στην πλούσια φιλμογραφία του προστέθηκε το θέατρο αλλά και μεγάλος αριθμός τηλεοπτικών σειρών. Στην προσωπική του ζωή αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ. Παντρεύτηκε όλες τις γυναίκες που ερωτεύτηκε· έκανε 4 γάμους. Οι τιμές όμως που θα περίμενε κανείς να του ανταποδώσει η χώρα του δεν ήρθαν ποτέ. Η παρακμάζουσα Ελλάδα του σήμερα είτε αναπολεί την αστραφτερή δεκαετία του ‘60 ως μια μακρινή και για πάντα χαμένη εποχή είτε αγνοεί παντελώς πως υπήρξε.
Οι τελευταίες μέρες ενός σταρ που δοξάστηκε παγκοσμίως και εν τέλει από αγάπη για τον τόπο του γύρισε πίσω, δεν ήταν αυτές που θα του άξιζαν. Γιατί ξεχνούμε αυτούς που μας χάρισαν τόση λάμψη σήμερα που όλα είναι θαμπά; Το ασπρόμαυρο καρέ έχει εξασφαλίσει στον Σπύρο Φωκά την αιωνιότητα. Η ερωτική του ματιά, το ζεστό του χαμόγελο και η ευγένεια της ψυχής του θα μείνουν στη μνήμη μας ακριβώς όπως ήταν τότε: ανέγγιχτα, στην απόλυτη νεότητα και την απόλυτη ομορφιά.
