«Ο Οθωνας δεν έλαβε καμμίαν εκλογή με το πνεύμα του»,
γράφει ο Μακρυγιάννης
Οι ωμές παρεμβάσεις των Βαυαρών «σημάδεψαν» τη διαδικασία εκλογής και τη θητεία του πρώτου δήμαρχου των Αθηνών!
Η πρόβλεψη του εκλογικού νόμου, ότι ο βασιλιάς θα είχε την τελική επιλογή του κάθε δημάρχου, έδειξε από την αρχή ότι στόχος του κόμη Αρμανσμπεργκ, πανίσχυρου άνδρα της τριμελούς αντιβασιλείας, ο οποίος εκτελούσε βασιλικά χρέη μέχρι την ενηλικίωση του Οθωνα, και μετέπειτα πρωθυπουργού, ήταν η χειραγώγηση της Αυτοδιοίκησης.
Προφανώς γι’ αυτό κωλυσιεργούσε στη διεξαγωγή των εκλογών.
Οπως επεσήμαιναν εφημερίδες της εποχής, αν και οι νόμοι για τη σύσταση των δήμων και την εκλογική διαδικασία είχαν τεθεί σε ισχύ από τους πρώτους μήνες του 1834, έναν χρόνο αργότερα δεν είχαν προκηρυχθεί εκλογές σε κανέναν δήμο.
Αμεση εκλογή προβλεπόταν μόνο για τους δημοτικούς συμβούλους. Ο αριθμός των συμβούλων σε κάθε δήμο καθοριζόταν με βάση τον πληθυσμό του.
Δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον άνδρες, άνω των 25 ετών, μόνιμοι κάτοικοι του δήμου, οι οποίοι δεν είχαν καταδικαστεί «επ’ εγκλήματι», με στέρηση των εκλογικών δικαιωμάτων και δεν τους είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας τους.
Στη συνέχεια, οι δημοτικοί σύμβουλοι μαζί με ισάριθμους δημότες από τους περισσότερο φορολογούμενους συγκροτούσαν το Δημαιρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο ψήφιζε τρία πρόσωπα για τη θέση του δημάρχου και τα πρότεινε στον βασιλιά για να επιλέξει.
Τότε, οι εκλογές διαρκούσαν 5 μέρες και γίνονταν σε διαφορετικές ημερομηνίες σε κάθε πόλη. Στην Αθήνα, που είχε γίνει πρόσφατα πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, οι πρώτες δημοτικές εκλογές έγιναν από 15 μέχρι 20 Μαρτίου 1835.
Στην πόλη διαμορφώθηκαν δύο παρατάξεις, το «κυβερνητικό κόμμα» ή «κόμμα του Αρμανσμπεργκ» και το «αντιαρμανσμπεργικόν».
Η επικράτηση των αντίθετων στον απολυταρχικό αντιβασιλέα ήταν συντριπτική, καθώς ψήφισαν 800 άτομα και έλαβαν 643 ψήφους και μόλις 157 οι φιλικοί προς την κυβέρνησή του.
Η ίδια εικόνα επικράτησε σε όλο τον τότε ελλαδικό χώρο.
«Τότε άρχισε να κάμη και τις εκλογές τω δημάρχῳ σε όλο το κράτος. Αγροικηθήκαμεν (= ακουστήκαμε) παντού και δεν έλαβε καμμίαν εκλογή με το πνεύμα του», γράφει στα απομνημονεύματα του ο Μακρυγιάννης, που εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων.
Βάσει του πληθυσμού της η Αθήνα είχε 18 δημοτικούς συμβούλους. Εκτός του Μακρυγιάννη είχαν εκλεγεί οι Δ. Καλλιφρονάς, Σ. Βενιζέλος, Π. Ηπίτης, Χ. Τουφεξής, Δ. Μισαραλιώτης, Σ.Χ. Γκικάκης, Π. Σκουζές, Ν. Γέροντας, Σ. Παλαιολόγος, Σ. Πατούσας, Μ. Βουζίκης, Κ. Κοκκίδης, Ν. Λιανοσταφίδας, Γ. Γεννάδιος, Σ. Γαλάτης, Σ. Κυριακός και Θ. Βρυζάκης.
Ακολούθως, συνήλθε το Δημαιρεσιακό Συμβούλιο για να προτείνει τα τρία πρόσωπα, από τα οποία θα επιλεγόταν ο δήμαρχος.
Από τα τρία ονόματα είναι γνωστά τα δύο, του αγωνιστή της Επανάστασης Δημητρίου Καλλιφρονά, που είχε έρθει πρώτος σε ψήφους, και του γιατρού και παλαιού δημογέροντα Ανάργυρου Πετράκη.
Ωστόσο, ο Οθωνας –στην πραγματικότητα ο Αρμανσμπεργκ– αντί να ορίσει δήμαρχο τον Καλλιφρονά, όπως όλοι περίμεναν, διόρισε τον Πετράκη.
Το επίσημο αιτιολογικό αυτής της ωμής παρέμβασης ήταν ότι ο Καλλιφρονάς ήταν πολύ νέος σε ηλικία για το δημαρχιακό αξίωμα. Στην πραγματικότητα, όμως, «αφορμή του μη διορισμού του ήσαν τα λίαν φιλελεύθερα αισθήματά του».
Ο διορισμός του Πετράκη ως δημάρχου έγινε με Βασιλικό Διάταγμα της 6ης Μαΐου 1835 και την ίδια μέρα πάρεδροι (αντιδήμαρχοι) ορίστηκαν οι Αγ. Γέροντας, Κ. Θεοχάρης, Γ. Μεταξάς και Δ. Καλλιφρονάς. Ο τελευταίος, όμως, παραιτήθηκε επιλέγοντας να διατηρήσει τη θέση του δημοτικού συμβούλου, και πάρεδρος διορίστηκε ο Κ. Βρυζάκης.
Μετά από λίγο καιρό, το δημοτικό συμβούλιο εξέλεξε πρόεδρό του τον Καλλιφρονά.
Η πρώτη σοβαρή αντιπαράθεση με τον Αρμανσμπεργκ, που εκτελούσε χρέη πρωθυπουργού πλέον, εκδηλώθηκε έναν χρόνο αργότερα.
Τότε, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Αθήνας ήταν η εγκληματικότητα. Η βαυαρική κυβέρνηση είχε «φορτώσει» στους δήμους ένα σωρό αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων και την Αστυνομία.
Ομως, πόροι δίνονταν με το… σταγονόμετρο και τα έσοδα από δημοτικούς φόρους ήταν ελάχιστα, με αποτέλεσμα όλα να υπολειτουργούν.
Οι εφημερίδες της εποχής ανέφεραν ότι «οι κάτοικοι μετά φόβου εξήρχοντο την νύκτα των οικιών τους». Οι κλοπές και οι δολοφονίες για λίγα χρήματα είχαν γίνει συχνά φαινόμενα.
Τα προβλήματα οξύνονταν από την παρουσία των «άτακτων», κυρίως Ρουμελιωτών, στρατιωτών, που συσσωρεύονταν στην πρωτεύουσα, μετά τη χορήγηση αμνηστίας, το 1833.
Το θέμα συζητήθηκε, στις 23 Ιουνίου 1836, στο δημοτικό συμβούλιο και εγκρίθηκε ψήφισμα, με μόνο δύο ψήφους κατά (Κοκκίδης και Γεννάδιος, όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης). Με αυτό, η κυβέρνηση κλήθηκε να λάβει μέτρα για να αποκατασταθεί η ασφάλεια, με την επισήμανση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε στη σύσταση Δημοτικής Φρουράς (Πολιτοφυλακή).
Η απόφαση προκάλεσε ικανοποίηση στον κόσμο, αλλά οργή στον Αρμανσμπεργκ.
«[…] μεγάλη αθυμία και αγανάκτησις βασιλεύουν εις την οικίαν τού Κ. Αρμανσμπεργκ», έγραφε η εφημερίδα «Ο Σωτήρ».
Ο αδίστακτος Βαυαρός άρχισε να διαβάλλει τη δημοτική αρχή στον Οθωνα.
Ομως μια νέα αναφορά του δημοτικού συμβουλίου προς τον βασιλιά, που εγκρίθηκε, μερικούς μήνες αργότερα, στις 5 Ιανουαρίου 1837, δρομολόγησε το βασιλικό «πραξικόπημα».
Στην αναφορά εκφραζόταν διαμαρτυρία για τους υπέρογκους φόρους, γινόταν μνεία στην ξενοκρατία (Βαυαροκρατία) και ετίθετο θέμα παραχώρησης Συντάγματος.
Ο Αρμανσμπεργκ ξεσπαθώνει. Ζητάει να σταλεί εξορία ο προεδρεύων του δημοτικού συμβουλίου στρατηγός Μακρυγιάννης και πείθει τον Οθωνα να εκδώσει, 10 μέρες αργότερα, διάταγμα με το οποίο διέλυε το δημοτικό συμβούλιο. Στις 24 Ιανουαρίου, με άλλο διάταγμα παύεται και ο δήμαρχος.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Αθηνά» (φ. 10.2.1837) οι λόγοι της αποπομπής ήταν ότι «δεν έχαιρε την εμπιστοσύνην του κ. Κόμητος», «δεν εραδιούργησε διά να εμποδισθή η αναφορά του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών κατά των φορολογικών νόμων» και για «να δοθή παράδειγμα φόβου εις τα Δημοτικά Συμβούλια».
Οι εκλογές γίνονται αρχές Μαρτίου, αλλά παρά τις πιέσεις και τις σκανδαλώδεις επεμβάσεις της κυβέρνησης, καταγράφεται μεγάλη αποχή και οι αντικυβερνητικοί συγκεντρώνουν μεγάλη πλειοψηφία. Αυτή τη φορά ο Δ. Καλλιφρονάς γίνεται δήμαρχος (1837-1841).
«Κάμαμεν νέγες εκλογές και βάλαμεν δήμαρχο τον Καλλεφουρνά και μπήκα κ’ εγώ μ’ άλλους σύνβουλος από το μέρος των τίμιων πολιτών», γράφει ο Μακρυγιάννης.
