Με ισχυρά στοιχεία σπουδαίου ποιητή, αρχαίου φιλοσόφου, πανάρχαιου πλάσματος, με κάτι από λαϊκή (αγορά; μουσική;), που έχει ταξιδέψει στην Αμερική, ένας αθεράπευτος εραστής των blues, με τα χαρακτηριστικά ονόματα «κροταλίας της ασφάλτου», «θάνατος της Αμερικής», «ακαδημαϊκός»… Κι όμως, αν ο Πιλαλί πήγε στην Αμερική και μάλιστα έχει πείσει όλους μας πως έχει ζήσει και συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία μεταφέρει στις παραστάσεις του (όπως τα έχει ζήσει στο Λας Βέγκας, ή «στο Σέντραλ Παρκ, με κάτι βάνες να! Την πίναμε και ταβλώναμε όλοι οι Ελληνες. Οι Αμερικανοί οι ξενέρωτοι που μας ζήλευαν, ερχόσαντε να λαχανέψουν κανά ψιλό…» και όλο κάτι τέτοια έλεγε, όπως φυσικά το αμίμητο «την μπετονιέρα μην κατηγοράς, αυτή σου δίνει για να φας»), ο ίδιος δεν πήγε ποτέ. Το είχαμε κι εμείς πιστέψει εντελώς. Εμείς γνωρίσαμε τον Ζωρζ Πιλαλί, που δεν είναι παρά ο Γιώργος Πιλάλας, που δεν είναι άλλος από τον Γιώργο Παπαδόπουλο.
Τον είχα πρωτακούσει στα 20 μου, θυμάμαι να λέω «ποιος είναι αυτός, ρε παιδιά!» και τον γνώρισα τώρα. Και τον άκουσα. Για ώρα πολλή. Να μιλάει τις σκέψεις του, να φτιάχνει τις λέξεις, να ερμηνεύει τους στίχους του. Ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία κλασικής λογοτεχνίας και αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και δεκάδες παιχνίδια (ένεκα η μικρή βλέπετε…). Τον συναντήσαμε με αφορμή τη μουσική παράσταση που δίνει σήμερα Σάββατο στο Gagarin, με τίτλο «Οχλοδοξία» , βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του (γεμάτο από μεστή φιλοσοφία, γραμμένη σε ρίμα καθαρευουσιάνικη!): «Ο ύστατος εφηβισμός ενός γηραλέου κόσμου. Τα περίεργα και παράδοξα συμβεβηκότα άτινα παριστάνονται και ιστορούνται εις την σκηνήν δύνανται να προξενήσουν εις το φιλοθεάμον αθηναϊκόν κοινόν ρίγη διανοητικής συγκινήσεως» όπως λέει ο ίδιος.
Κι επειδή ο ίδιος τα λέει καλά και ενίοτε πολύ καλύτερα, ας τα πει να δούμε και τι έχει να μας πει στην τελική (που μόνο «τελική» δεν είναι):
«Οταν με ρωτούν ποιος είμαι, δεν απαντώ ο, η, το. Είμαστε οντότητες εν εξελίξει, όχι άρθρα. Ο ορισμός της μετριότητος. Το μεν υψηλόν αγνοεί, το δε ασήμαντον υπερφρονά. Ο μέγιστος των ηθοποιών μεταμορφώνει το ιδεατόν εις αισθητόν. Η Τέχνη δημιουργεί οντότητες. Η μίμησις, είδωλα»… Αν ξεκινάμε έτσι, καταλαβαίνουμε πως η συνέχεια θα είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Τελικά ήταν κάτι πολύ περισσότερο…
«Ο πατέρας μου ήταν γιατρός κι εγώ ήμουν μαθητής του 10 με άριστα το 20 κι αυτό χατιρικώς. Με ένα τετράδιο ήμουν, το οποίο μετά από μερικές μέρες το πετούσα, όπως και τα βιβλία που μου έπαιρνε ο πατέρας μου. Με είχε συνεπάρει η μουσική, από μικρό παιδί ήξερα ότι θα γίνω μουσικός. Ακουγα τη μουσική της δεκαετίας του 1960, Μπιτλς, Χέντριξ κ.λπ., λίγο στο ραδιόφωνο, στα τζουκ-μποξ της εποχής, μετά είδα και την ταινία “Γούντστοκ”, το είχε επιτρέψει ο Γεωργαλάς επί χούντας, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της τότε ΕΣΣΔ και στη συνέχεια εξέδωσε και το βιβλίο “Προπαγάνδα”. Εχω γράψει και ένα κομμάτι Αgit Prop, για τη χρήση της Τέχνης για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Το ίδιο έκανε και ο Μίκης Θεοδωράκης, από την άλλη μπάντα όμως. Ο Θεοδωράκης ήταν “κωμοπολίτης”, έτσι τον έχω βγάλει. “Οι απόλιδες επιθυμούν χρήμα και εξουσία, οι επιφανείς των πόλεων που θάπτονται εις χωρία”, έχω γράψει, όπου απόλιδες είναι οι απολίτιστοι. Ο Μίκης ήταν επαρχιώτης, είχε μικροαστική αντίληψη και όπως έλεγε ο Μουσολίνι, ο εχθρός της αστικής τάξης δεν είναι το λούμπεν προλεταριάτο, αλλά οι μικροαστοί, οι οποίοι θέλουν να ανέλθουν διακαώς και δε ορρωδούν προ ουδενός. Για να δώσω ένα παράδειγμα: είναι το τραγούδι με στίχους “χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα”. Ποιον Ανδρέα; Τον Λεντάκη. Και αντί να παρουσιάσουν τη φυσιογνωμία του ήρωα, παίρνουν ένα περιστατικό και το κάνουν γεγονός.
Η ποίηση είναι για να την απαγγέλλεις. Το είχε πει και ο Ρίτσος στον Μπιθικώτση, για τον “Επιτάφιο”: “Μπράβο” του λέει ο Ρίτσος, “έτσι το έλεγες και πριν τριάντα χρόνια. Εγώ δεν μπορώ να το τραγουδήσω, μπορώ να το απαγγείλω”.
Και βλέπεις ότι άλλη είναι η ροή του λόγου στο τραγούδι και άλλη στην απαγγελία.
Κάνει ένα νόημα ο Ξαρχάκος στον μπουζουξή και παίζει το μοτίβο. Αν ακούσεις τη μουσική σκέτη και το “Αξιον εστί” θα σου δημιουργήσει την ίδια συγκίνηση, γιατί η μουσική δημιουργεί έντονα συναισθήματα. Οταν δε, βάζεις μια λαϊκότροπη μελωδία, τότε κατεβάζεις την ουσία στη νοοτροπία και έτσι το έργο γίνεται συμπαθές. Οταν έχουμε ανάγνωση ενός ποιήματος άλλα πράγματα καταλαβαίνουμε, βγαίνουν στοχασμοί.
Ηταν κάποιος που ήθελε να τραγουδήσει ένα τραγούδι του Παύλου (σ.σ. Σιδηρόπουλου, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί στενά) που αναφερόταν στα ναρκωτικά. Μα και στα ναρκωτικά να είσαι, αν είσαι μια προσωπικότητα υποδεέστερη του Παύλου, να το εκφράσεις με τον ίδιο τρόπο και την ίδια σκέψη που το έχει κάνει ο άλλος, ο οποίος είναι υπέρτερος διανοητικά, δεν γίνεται.
Ο Παύλος είχε καλλιτεχνική συνείδηση. Η συνείδηση δημιουργείται μέσα από το ίδιο το έργο και με τη σειρά της αυτή δημιουργεί το έργο. Ο Παύλος ήξερε πού πάει και το πήγε μέχρι τα άκρα. Είχε την μπάντα του, είχε το έργο του έτοιμο, ήθελε να το φτάσει στα άκρα, πέθανε στο στούντιο, τον καιρό που ηχογραφούσε. Και το έκανε, το έφτασε. Γι’ αυτό κάποιοι τον αντιπαθούν, γιατί δεν είχαν το σθένος να φτάσουν μέχρι εκεί. Ο Παύλος ήταν τρυφερός, αλλά ταυτόχρονα και πολύ σκληρός για να φτάσει μέχρι εκεί, γιατί εκεί χρειαζόταν δύναμη και αντοχή μεγάλη. Κάνεις μια Τέχνη που σχετίζεται με την επιστήμη, π.χ. στο θέατρο, δεν μπορείς να αναπαριστάς μια γυναίκα αν δεν ξέρεις την ανατομία και τη φυσιολογία της.
Το έβλεπα και στον πατέρα μου που ήταν χειρουργός ΩΡΛ και τον ρωτούσα αν μπαίνει στην ψυχοσύνθεση του ασθενούς και μου απαντούσε “μα βέβαια, αλλά δεν παρασύρομαι”. Ποιος άλλος το κάνει αυτό; Ο ηθοποιός, ο καλός ηθοποιός που στέκεται πάνω από τον ρόλο. Μόνο αυτός. Και παίρνει την ιδέα, το ιδεατό και το μετατρέπει σε αισθητόν.
Γι’ αυτό και οι μουσικοί έχουν τεράστιο πρόβλημα. Το πρόβλημά τους είναι ότι το θέατρο διδάσκεται στις δραματικές σχολές και όχι στα ωδεία. Ενώ θα έπρεπε να προσεγγίζουν και τη μουσική και το θέατρο όπως η ιατρική ανατέμνει την ανθρώπινη φύση. Αν δεν τα ξέρεις αυτά δεν μπορείς να κάνεις θέατρο, ούτε μουσική. Ακόμα κι αν είσαι ένα υπερφυές ταλέντο, αυτό δεν προεξοφλεί τίποτα, μπορεί να σε γκρεμίσει. Ο καλλιτέχνης παίζει με την παιδεία του, λιγότερο με το ταλέντο και με την εμπειρία, τη σοφία του. Υπάρχει ένα αντίτιμο για να φτάσεις στη σοφία, το οποίο πρέπει να το πληρώσεις. Το αντίτιμο είναι το βίωμα και πώς το βίωμα αυτό φιλτράρεται και γίνεται σοφία και Τέχνη. Αλλιώς είσαι ένας βλαξ που παρασύρεται από το ταλέντο του.
Η μεγάλη Τέχνη είναι η ελληνική γραμματεία, εκεί υπάρχουν όλα. Η μεγάλη γλώσσα είναι εκεί, οι μεγάλες Τέχνες, οι μεγάλες επιστήμες, όλα είναι εκεί. Και ο Σέξπιρ το ίδιο κάνει. Μου αρέσει η μουσική μπλουζ και η σύγχρονη κλασική μουσική, η δεύτερη Σχολή της Βιέννης, τα δωδεκάφθογγα, προ του πολέμου με τον Σέντμπεργκ και άλλους, όπως ο Σκαλκώτας. Επρεπε σε μια φόρμα του μπλουζ να βάλω αυτή τη μουσική. Αυτό κανονικά δεν γίνεται, αλλά μόνο όταν το μετροποιείς.

Στον καλλιτέχνη αποκαλύπτεται η Τέχνη. Μπορεί να έχει δόξα, χρήμα, ερωτικές περιπέτειες, όλα αυτά, αλλά μπαίνεις μέσα σε αυτό, είσαι μέσα σε αυτό. Κάποιος μπορεί να κάνει ιατρική για να κονομήσει. Μα τι σχέση έχει η ιατρική με την κονόμα; Αυτό το πράγμα σε κατακλύζει, σιγά σιγά γίνεσαι ένα με αυτό. Υπάρχει και ο έρωτας στη ζωή του καλλιτέχνη, αλλά το πάθος του είναι η Τέχνη του, η Μούσα του. Παίζαμε με τον Γιάννη Μηλιώκα στο “Ροντέο”, ήταν το 1986, όπου έβγαινα στη σκηνή ως λαϊκός τραγουδιστής και εκφράζει ευχαριστίες, γιατί από τον χώρο έχουν περάσει διάσημοι καλλιτέχνες, και κάποια στιγμή λέει: “απόψε ξαναρχίζει η καριέρα μου”. Ηταν ένας χαρακτήρας που έκανε μεγάλη εντύπωση στο κοινό, φτάνει από την Αμερική εξαθλιωμένος σε ένα κλαμπ που παίζει ροκ. Ηταν μεγάλη φάρσα, νόμιζαν ότι όντως είμαι λαϊκός τραγουδιστής. Αυτός ο χαρακτήρας σαν λέει αυτή την ατάκα έχει μια τραγικότητα, σου περνάει κάτι γιατί όλοι ήθελαν να πάνε στην Αμερική και να πετύχουν, σου βγάζει κάτι από τον εαυτό σου.
Με ρωτάς για την πολιτική… Τους έχω γνωρίσει όλους, ακόμα και αυτούς που είναι από πάνω τους. Πήγαινε να τους ρωτήσεις ποιοι είναι πάνω από αυτούς, που κάνουν τους μάγκες. Οταν η εξουσία προσβάλλεται, εκδικείται – όταν κολακεύεται, επιβάλλεται. Οπότε κάνουμε αυτό που είναι να κάνουμε, να φτάσουμε σε μια ηλικία και να είμαστε εντάξει, με καθαρή συνείδηση. Ο Χίτλερ ζωγράφιζε ικανοποιητικά τα κτίρια, αλλά είχε σοβαρό πρόβλημα με τις προσωπογραφίες – δεν μπορούσε να “δει” πρόσωπα. Αν δεν μπορείς να “δεις” το πρόσωπο του άλλου, αυτό είναι ο φασισμός. Το πρόβλημα που είχε στο να αναγνωρίσει και να ζωγραφίσει ένα πρόσωπο το μετέδωσε στους ναζί και γι’ αυτό σκοτώνανε. Γι’ αυτό διαφωνώ με τον Μίκη: να έχει κάνει τέτοιες μουσικές σπουδές και να εντάσσεται σε ένα κόμμα, να έχει τους άλλους από πάνω του, είναι δυνατόν; “Τι με κοιτάζεις έτσι Ρόζα” έχει γράψει ο Μικρούτσικος και το τραγουδάνε σε όλα τα σκυλάδικα και το χορεύουν οι κλαρινογαμπροί, μη γνωρίζοντας ότι αναφέρεται στη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η επανάσταση απέτυχε λόγω έλλειψης παιδείας… Το καταλαβαίνεις τώρα;».
Ο ίδιος ήταν μαθητής επί χούντας και είχε κατέβει και στο Πολυτεχνείο τις μέρες της εξέγερσης: «Ολο κοπάνα κάναμε για να πάμε εκεί. Την τελευταία μέρα (σ.σ. Παρασκευή) έχουν έρθει οι Μεγαρίτες κτηματίες που δεν τα έχουν βρει με τη χούντα και διαδηλώνουν με τους φοιτητές. Θυμάμαι και μια γιαγιά με το τσεμπέρι να την έχει ένας αγρότης στους ώμους του! Ηταν πολλοί και μου έμεινε ως εικόνα, μαζί με άλλους εργάτες και μαθητές. Αυτός ήταν ο κόσμος και όσοι φοιτητές ήταν μέσα. Οταν έπεσε η χούντα, ήταν ένα εκατομμύριο κόσμος φωνάζοντας “δώστε τη χούντα στο λαό”. Πρόκειται περί ενός θρασύδειλου όχλου».
«Και τώρα πώς αντέχεις;» τον ρωτάμε κάποια στιγμή. «Εχει ένα ωραίο τραγούδι ο Πορτοκάλογλου, έχω “διδαχθεί” απ’ αυτόν. Ο,τι έπαιζε το έπαιρνα εγώ μετά. Εχει πάρει μια ρήση του Νίτσε. Ο Νίτσε έχει πει “ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο ζωντανόν”. Ο Πορτοκάλογλου “ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο ζωντανό”. Οι δεύτεροι, τρίτοι καλλιτέχνες, όταν παίρνουν κάτι το παραλλάσσουν για να το οικειοποιηθούν, ενώ οι καλοί το βάζουν ως έχει, δεν το πειράζουν γιατί είναι συγγενείς διάνοιες. Αυτούς τους δευτερότριτους τους εκδικείται το “ν” του Νίτσε: γιατί αν πεις αντί για “ζωντανόν” “ζωντανό”, χωρίς το “ν”, τότε αναφέρεσαι σε ζώο. Αυτό με έχει εμπνεύσει πολύ…» μας λέει, ξεκάθαρα τρολάροντας εμάς και πολλούς ακόμη (καθώς… υπάρχει λόγος σοβαρός!)
—
♦ Το βιβλίο του Ζωρζ Πιλαλί «Οχλοδοξία» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οξύ
♦ Η συναυλία του Ζωρζ Πιλαλί, με τίτλο «Οχλοδοξία – μια γνήσια λαϊκή παράσταση» είναι σήμερα Σάββατο, 7/10, στο Gagarin 205 (Λιοσίων 205, Αθήνα, τηλ. 2114112500). Εισιτήρια: more.com (προπώληση) και στο ταμείο του Gagarin. Συμμετέχουν: Δημήτρης Δημητριάδης (πιάνο), Μιχάλης Σουλάκης (μπάσο), Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα), Χρήστος Ψαρομιλύγκος (βιολί), Δημήτρης Μπέλλος (σινθεσάιζερ), Ανδρονίκη Σκουλά (μέτζο σοπράνο), Γεωργία Τσετσώνη (σοπράνο)
