ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χάρης Φραντζής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς σπάει μια διαδεδομένη κουλτούρα της σιωπής; Πώς θα ήταν δυνατόν οι άνθρωποι να ξανοιχτούν, έστω και για λίγο, πέραν της συνηθισμένης μέθης της καθημερινότητας, να λοξοδρομήσουν από τους εθισμούς δεκαετιών; Εχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια όταν ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, στις «Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας», περιέγραφε μια δολοφονία στις Σπέτσες και το πώς οι ντόπιοι προσπάθησαν να την αποκρύψουν, για να μην «κηλιδωθεί» η τουριστική εικόνα του νησιού τους. Τι έχει αλλάξει, όμως, και σε έναν κόσμο που ολοένα συντηρητικοποιείται, στην Πάρο, έναν τόπο που παραμένει από τους πιο τουριστικούς στις Κυκλάδες, οι κάτοικοι εδώ και δύο μήνες διαδηλώνουν με αίτημα τις ελεύθερες παραλίες;

Παρότι κίνημα αυθόρμητο και από τα κάτω, δεν έπεσε από τον ουρανό. Αν αναλογιστούμε τις μαζικές κινητοποιήσεις που έχουν λάβει χώρα μόνο την τελευταία δεκαετία στην Πάρο, όπως για τη στελέχωση και αναβάθμιση του Κέντρου Υγείας του νησιού, ενάντια στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών, το αντιφασιστικό τείχος που βρήκε η Χρυσή Αυγή όταν επεδίωξε να πατήσει πόδι κ.ά., θα πάρουμε μια ιδέα για τη βάση ανάπτυξης αυτού του κινήματος. Τα παραπάνω, όμως, σε καμία περίπτωση δεν εξηγούν γιατί, μεσούσης μιας όχι και τόσο καλής τουριστικής σεζόν, το ταμπού της «καλής εικόνας» για χάρη της τουριστικής κατανάλωσης και ανάπτυξης αυτής της βιομηχανίας ράγισε εκ των ένδον.

Εδώ είναι απαραίτητη μια παρέκβαση. Ηδη από την εποχή του Γοργία ξέρουμε ότι «ο λόγος είναι μέγας δυνάστης». Υπάρχουν στιγμές που σαν αρχαίος ηθοποιός φοράει προσωπείο, μια τερατόμορφη μάσκα ώστε να καθρεφτίζει αυτό ακριβώς που κάνει το αγωνιζόμενο υποκείμενο να υποφέρει και που βαθιά μέσα του έχει σκοπό να ανατρέψει: συγκεκριμένους νόμους, θεσμούς, ενίοτε κάποιο τυραννικό καθεστώς ή και εν γένει το κράτος (αν νοηθεί ως μια εξωτερική της κοινωνίας δύναμη που της επιβάλλεται). Ετσι, με μια καρναβαλική κίνηση, την ίδια στιγμή που φέρνεις την εξουσία προ των ευθυνών που έχει αναλάβει, καθρεφτίζεις και το σαθρό της πρόσωπο, την ξεγυμνώνεις, την υποσκάπτεις. Οι άνθρωποι στην Πάρο, λοιπόν, δεν έπαθαν ξαφνικά κάποια τρέλα με τη νομιμότητα (δεν θα έλεγα το ίδιο για κάποιους κρατικούς λειτουργούς, οργανικούς διανοούμενους, τα συστημικά ΜΜΕ κ.ά.), αλλά την επικαλέστηκαν στον βαθμό που η εφαρμογή της θα έβαζε, έστω και προσωρινά, φρένο στην άκρατη εμπορευματοποίηση των παραλιών και εν γένει του δημόσιου χώρου.

Εν τω μεταξύ, ακόμα και οι πιο πεζές και συνηθισμένες λέξεις, όπως «νόμος» και «νομιμότητα», δεν παύουν να επιτελούν τη «μαγική» λειτουργία της γλώσσας – ταυτίζουν, σαγηνεύουν. Και εδώ προκύπτει κάτι φαινομενικά παράδοξο. Τόσο τα κείμενα όσο και οι περισσότερες δημόσιες τοποθετήσεις των μελών της Κίνησης Πολιτών θα χαρακτηρίζονταν σχετικώς θεσμικές, ένας λόγος συγκρατημένος και συντηρητικός. Παρ’ όλα αυτά ενέπνευσαν κι άλλα μέρη της χώρας να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους και να κινητοποιηθούν. Μπορεί, λοιπόν, ένας κατά βάση συντηρητικός, διεκδικητικός λόγος να υποκρύπτει ριζοσπαστικά κοινωνικά προτάγματα;

Η ιστορία των σύγχρονων κινημάτων προάσπισης βασικών κοινωνικών αγαθών μάς δίνει καταφατική απάντηση· η κίνηση για ελεύθερες παραλίες δεν αποτελεί εξαίρεση στο παραπάνω. Στις δύο πρώτες μαζικές ανοιχτές συναντήσεις/συνελεύσεις τού υπό διαμόρφωση κινήματος, εκτός από την οργή, η αίθουσα ξεχείλιζε και από τις ζωντανές ιδέες απλών, καθημερινών ανθρώπων. Το τελευταίο τονίζεται ακριβώς επειδή ο κάποιες φορές ελιτίστικος, και εν γένει εργαστηριακός, λόγος της σύγχρονης Αριστεράς δημιουργεί αναθέματα και ναυάγια, όχι μάλλον κινήματα. Οι πολίτες της Πάρου με τις παρεμβάσεις τους σε αυτές τις συνελεύσεις, εκτός από τα γνωστά θέματα για τις παραλίες και εν γένει την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, έθιξαν ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος (δεν είναι τυχαίο που η πρώτη κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε σε περιοχή Natura), στάθηκαν κριτικά τόσο απέναντι στη λογική της ανάπτυξης που γνωρίζουμε (ειδικά της «πράσινης» των ανεμογεννητριών κ.λπ.) όσο και ενάντια στους τρόπους λειτουργίας των θεσμών και του κράτους. Με λίγα λόγια οι παρεμβάσεις τους έθιγαν τον πυρήνα του καπιταλιστικού φαντασιακού κι ας μην το κατονόμαζαν.

Τι οδήγησε, όμως, τα πράγματα στη σημερινή τους κατάσταση; Η παγκοσμιοποίηση, και το τουριστικό υποφαινόμενό της, καθιστά κάθε κοινό αγαθό και χώρο πεδίο μάχης. Μήπως έχουν αρχίσει να δημιουργούνται ξανά οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός νέου αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος; Ξεκινώντας από την Πάρο και αρκετές ακτές της χώρας, περνώντας στο Αϊβαλί, τη Μάλαγα, τη Νάπολη κ.α., οι παραλίες, οι δρόμοι και οι πλατείες γέμισαν διαδηλωτές. Κάτω από το οδόστρωμα δεν έχει πάντα παραλία, καθώς πλέον σε πολλές σκοντάφτεις πάνω στα αντικείμενα ενός αποστειρωμένου επί πληρωμή Σύμπαντος. Η αδηφαγία της εξουσίας και του χρήματος των κυρίαρχων (υπερεθνικών/παγκοσμιοποιημένων) τάξεων επεκτείνεται σε όλες τις σφαίρες του επιστητού οξύνοντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Οι κάτοικοι της Πάρου κατάφεραν να ραγίσουν την εικόνα της μεγάλης τουριστικής βιομηχανίας από τα μέσα, μπόρεσαν να σπάσουν δικά τους ταμπού δεκαετιών, όχι γιατί το ήθελαν ή το επεδίωξαν, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Δεν είναι μόνο η ελεύθερη πρόσβαση στη θάλασσα που έχει καταστεί σχεδόν αδύνατη, είναι και η εύρεση κατοικίας και άλλα πολλά ακόμα.

«Την ανάγκη ούτε οι θεοί τη μάχονται», έγραφε ο Σιμωνίδης ο Κείος. Η ανάγκη εδώ πήρε τη μορφή ενός λόγου που μπορεί να μιλούσε πότε για εφαρμογή του νόμου και πότε για την αλλαγή του, αλλά που στην ουσία σήμαινε την ταξική δυσφορία ενός κόσμου που πάνε να του υποκλέψουν και τον τελευταίο τόπο της αθωότητας που του έχει απομείνει, το ανέμελο παιχνίδι με τα κύματα.