Η εξέλιξη δημιουργεί νέες κοινωνικές συνθήκες, νέα αντικείμενα, νέες ιδέες – όλα αυτά χρειάζονται νέα ονόματα. Η λεξιπλασία τρέχει πίσω από την πραγματικότητα, με τη λεξικογραφία ακόμα πιο πίσω. Εάν η γλώσσα δεν εξελισσόταν για να ανταποκριθεί στο πρωτοφανέρωτο και το πρωτάκουστο, θα πέθαινε – τα ελληνικά ζουν τόσες χιλιάδες χρόνια επειδή προσαρμόζονται στις αλλαγές. Ομως δεν είναι όλες οι αλλαγές κι οι εξελίξεις ευνοϊκές για όλους.
Μετά τις νίκες, τι νίκες δηλαδή, τους θριάμβους της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου με διπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα, που εξέπληξαν τους πάντες, οι δεξιοί απέκτησαν μιαν εξηγήσιμη, πλην απαράδεκτη και άκρως ενοχλητική υπεροψία. Πήραν τα μυαλά τους αέρα. Αίφνης ύψωσαν υποτιμητικά το φρύδι προς όσους τους ασκούσαν κριτική. Ο,τι και να τους λέει από τότε η αντιπολίτευση, για την εκτόξευση των τιμών των τροφίμων στον Θεό, το παραπαίον ΕΣΥ, τους φαντάρους στα ασθενοφόρα, τα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας, τις υποκλοπές των τηλεφωνικών συνομιλιών, το έγκλημα στα Τέμπη και στην Πύλο, αυτοί απαντούν απλώς «40%». Δηλαδή με τόσο μεγάλο ποσοστό σας πατήσαμε κάτω δις στις εκλογές, οπότε κάντε τουμπεκί ψιλοκομμένο, ο λαός απεφάνθη: «σαραντακατό».
Κι απ’ αυτό το επηρμένο, μονολεκτικό «σαραντακατό» γεννήθηκε ένα νέο ρήμα: το «σαραντακατώ», που σημαίνει «αυθαιρετώ, σ’ έχω γραμμένο, κάνω ό,τι γουστάρω γιατί δεν σε υπολογίζω». Ας πούμε, ένα καλό παράδειγμα ανθρώπου που σαραντακατά τους πάντες, που μας έχει όλες και όλους σαραντακατημένους, είναι βέβαια ο πρώην υπουργός Τραγωδίας, ο Κώστας Αχ. Καραμανλής, που είχε την ασύγγνωστη και ασύνορη αγένεια να ξαναβάλει υποψηφιότητα, αδιαφορώντας για τους 57 νεκρούς επιβάτες που χάθηκαν στη σιδηροδρομική εκατόμβη των Τεμπών. Σαραντακατημένη έχει και τη μήνυση που του έγινε προσφάτως από επιζήσασα του δυστυχήματος. Τι ανάγκη έχει; Μας πετάει στα μούτρα όχι μόνο το σαραντακατό της παράταξής του, αλλά και τις είκοσι τόσες χιλιάδες ψήφους των συμπολιτών του από τας Σέρρας, που επιβράβευσαν το εθνοσωτήριο έργο του στις πρόσφατες εκλογές. Εννοείται πως δεν θα μπορούσε η Νέα Δημοκρατία να μας σαραντακατήσει στεγνά, εάν δεν της έδινε ο κυρίαρχος ελληνικός λαός αυτό το δικαίωμα.
Οπότε έχουμε μια νέα λέξη στον προφορικό και τον γραπτό μας λόγο, το ρήμα «σαραντακατώ» (-άς, -ά, σαραντακάτ-ησα, -ημένος) κάπως σαν το «ακουμπώ» (-άς, -ά, ακούμπ-ησα, -ημένος). Προφανώς προέρχεται από τον άκλιτο απόλυτο αριθμό σαράντα, που δηλώνει τις τέσσερις δεκάδες, ή το τριάντα εννέα συν ένα, και προέρχεται, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, από το μεσαιωνικό «σαράκοντα», από το αρχαίο «τεσσαράκοντα», με αποκοπή της πρώτης συλλαβής, η οποία κατά τον Μεσαίωνα θεωρήθηκε άρθρο: «τες σαράκοντα».
Αυτό το αριθμητικό, το σαράντα, είναι ένας συμβολικός αριθμός: ευχόμαστε «καλά σαράντα» σε μια λεχώνα για να σαραντίσει, για να κλείσει σαράντα μέρες από τον τοκετό, αλλά και στο βρέφος, για να συμπληρώσει ένα σαρανταήμερο από τη γέννησή του. Ομως, «σαραντίζει» και ένας νεκρός, όταν περάσουν 40 ημέρες από τον θάνατό του – τότε, του κάνουμε «τα σαράντα». Ισως η συμβολική σημασία του αριθμού να σχετίζεται με τις επί 40 μέρες εμφανίσεις του Χριστού στους μαθητές του μετά την Ανάστασή του. Και βέβαια «περνώ από σαράντα κύματα», σημαίνει πως περνώ μέσα από πολλές δυσκολίες. Κάτι που συμβαίνει γενικώς σε όλους τους σαραντακατημένους, να προσθέσω
