Ο Επίκουρος στην επιστολή του προς τον Μενοικέα, η οποία αποτελεί και την επιτομή της ηθικής του διδασκαλίας και της προσέγγισής του για τη ζωή, αναφέρει: «Ενώ, λοιπόν, κάθε ηδονή είναι αγαθό, χάρη στη φυσική της συγγένεια προς εμάς, δεν είναι κάθε ηδονή τέτοια που την προτιμούμε. Οπως ακριβώς συμβαίνει με τον πόνο: κάθε πόνος είναι κακό, δεν είναι από τη φύση του τέτοιος που να τον αποφεύγουμε πάντοτε. Ολα αυτά επιβάλλεται να κριθούν με συγκριτικό υπολογισμό και συνεκτιμώντας προσεκτικά την ωφέλεια και τη βλάβη. Γιατί σε ορισμένες περιστάσεις μεταχειριζόμαστε το αγαθό σαν να ήταν κακό και, αντίστροφα, το κακό σαν να ήταν αγαθό».1
Στο παρόν πόνημα ο Ατούλ Γκαουάντε, έγκριτος χειρουργός και καθηγητής της Ιατρικής σχολής του Harvard, ασχολείται με τα θεμελιώδη ζητήματα της φθοράς του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος αλλά και του τέλους. Στα οκτώ κεφάλαια του συναρπαστικού αυτού βιβλίου ασχολείται από τη μια με τη φροντίδα των ανθρώπων που βιώνουν τη φθορά σώματος και πνεύματος λόγω γηρατειών και από την άλλη με τη φροντίδα ανθρώπων οι οποίοι πάσχουν από μια ανίατη ασθένεια και δη στα τελευταία στάδιά της.
«Σπουδάζουμε Ιατρική μαθαίνοντας πολλά για το ανθρώπινο σώμα, αλλά τα εγχειρίδια δεν ανέφεραν σχεδόν τίποτε για τα γηρατειά, την ανημπόρια που τα συνοδεύει ή τη διαδικασία του θανάτου», λέει ο ίδιος. Στην άριστη μετάφραση του Λύο Καλοβυρνά η λέξη ανημπόρια, που αποτελεί δόκιμο και εύστοχο ιατρικό όρο και αντιστοιχεί στην αγγλική λέξη frail2, προτιμάται ορθώς, κατά την άποψή μου, από τη λέξη ευπάθεια που ορισμένοι προκρίνουν.
Στα πέντε πρώτα κεφάλαια, που αφορούν τον πρώτο πυλώνα της θεματικής ύλης του βιβλίου, γίνεται ανάλυση της γήρανσης του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος, με εκλαϊκευμένους ιατρικούς όρους και ωραία παραδείγματα. Τέλος, παρατίθενται τα συμπεράσματα της διαδοχικής επιχειρηματολογίας του συγγραφέα που αποτελούν ζητήματα που δεν συνειδητοποιούμε αν και είναι τόσο απλά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι η έννοια γηρατειά άρχισε να είναι κοινό θέμα στα μάτια του ανθρώπου από τότε που η ιατρική προόδευσε (τέλη 19ου αιώνα) και κυρίως μετά το 1940, με την ανακάλυψη των πρώτων αντιβιοτικών, αντιφλεγμονωδών, αντιυπερτασικών και άλλων φαρμάκων.
Παλιότερα ο θάνατος ήταν μια κοινή και πάντα παρούσα πιθανότητα, όπως συμβαίνει στον κόσμο των ζώων και των φυτών, ενώ η δυνατότητα παρέμβασης του ανθρώπου σε αυτό ήταν ελάχιστη. Τα γηρατειά, όμως, φέρνουν και τη φθορά σώματος και πνεύματος και την ανημπόρια. Και ιδού, αρχίζουν να προκύπτουν τα ζητήματα υποστήριξης των δικών μας ανθρώπων, οι οποίοι καθίστανται ανήμποροι. Ετσι στα μέσα του 20ού αιώνα και δη στις προηγμένες χώρες εμφανίστηκαν οι οίκοι ευγηρίας, οι οποίοι ναι μεν αποτέλεσαν μια λύση, αλλά αντιμετωπίζονταν από τον δυνητικό τρόφιμό τους ως εφιάλτης ή τόπος τελευταίας εξόδου μετά επιταχύνσεως της διαδικασίας του τέλους.
Ο Γκαουάντε μέσα από παραδείγματα ανθρώπων που βίωναν τη φθορά βήμα-βήμα, αλλά και καινοτόμων προσπαθειών στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναδεικνύει τρόπους διαβίωσης των τελευταίων ετών ή μηνών της ζωής μας, οι οποίοι εξομαλύνουν αυτή τη διαδικασία του «εξόδιου τέλους» δίνοντας έμφαση σε μια ζωή σχεδόν φυσιολογική, σε χώρους και συγκροτήματα που εστιάζουν στη φροντίδα του «ανήμπορου»,προσαρμόζοντας τη λειτουργία τους στον φιλοξενούμενο και όχι τον φιλοξενούμενο στη λειτουργία τους.
Στα τρία τελευταία κεφάλαια, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στον δεύτερο πυλώνα της θεματικής ύλης του βιβλίου, δηλαδή στη φροντίδα των ανθρώπων που πάσχουν από ανίατη ασθένεια και ζουν τα τελευταία επεισόδια του έργου της ζωής τους. Πρέπει να τονιστεί ότι μεγάλο μέρος της ενασχόλησής του με το δεύτερο ζήτημα είναι βαθιά βιωματικό, διότι κατά την περίοδο συγγραφής του βιβλίου ο Γκαουάντε έζησε τα τελευταία χρόνια, μήνες και ώρες της ανίατης, χωρίς επιστροφή, ασθένειας του πατέρα του, γιατρού επίσης. Πρόθεσή του ήταν να δώσει στο βίωμα αυτό, με το βαρύ συναισθηματικό φορτίο, τη χρηστική αξία που δίνει και στις άλλες περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται. Απώτερος σκοπός είναι να στηρίξει τη νέα θεώρησή του για το ζήτημα της διαχείρισης των τελευταίων στιγμών ενός δρόμου χωρίς γυρισμό.
Στα τρία, λοιπόν, τελευταία κεφάλαια, υπάρχει μία σαφής διαφωνία του συγγραφέα-γιατρού με τον τρόπο με τον οποίο η κλασική ιατρική αντιμετωπίζει τον ασθενή που βρίσκεται στα τελευταία στάδια μιας ανίατης νόσου. Ο Γκαουάντε κάνοντας εκτενή αναφορά στον διάλογο του Σωκράτη με τους στρατηγούς Νικία και Λάχη για το τι είναι θάρρος, τις απόψεις των δυο στρατηγών και τις αφοπλιστικές απαντήσεις του μεγάλου φιλοσόφου, φτάνει με σωκρατική «μαιευτική μέθοδο» στο συμπέρασμα-κορωνίδα του βιβλίου του. Θάρρος είναι να αναγνωρίζουμε την απόλυτη δύναμη της φυσικής και της βιολογίας πάνω μας, αλλά και να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε απόλυτα θύματα. Είμαστε ελεύθεροι να δράσουμε και να διαμορφώσουμε την ιστορία μας παρ’ ότι αυτό περιορίζεται όσο περνά ο χρόνος σε μια ανίατη αρρώστια.
Αναδεικνύει ο συγγραφέας, έτσι, την παρηγορητική ιατρική, που ως ειδικότητα εξελίσσεται ραγδαία στις ΗΠΑ. Η επιχειρηματολογία υπέρ της, στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά και στην έννοια της θεραπείας ανακούφισης. Οι δυο αυτές έννοιες που αντίκεινται στην «επιθετική ιατρική» για τα περιστατικά αυτά, ενδεχομένως να οδηγούν σε παράταση του χρόνου επιβίωσης αλλά σίγουρα οδηγούν στο ποιοτικότερο τέλος για τον άρρωστο αλλά και στην καλύτερη αποδοχή του θανάτου από τους οικείους του.
Στον επίλογο λέει: «Εχουμε παρανοήσει τη δουλειά μας στην ιατρική. Νομίζουμε ότι δουλειά μας είναι να διασφαλίζουμε την υγεία και την επιβίωση των ασθενών. Ομως δουλειά μας τελικά είναι κάτι ευρύτερο: να εξασφαλίζουμε το ευ ζην».
*Φαρμακοποιός Msc, ερευνητής τοπικής ιστορίας
1. Επιστολή προς Μενοικέα, 129-130
2. Σελ. 55
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
