ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και μέλος της συντακτικής ομάδας της επιθεώρησης αστυνομικής λογοτεχνίας «Πολάρ», ο συγγραφέας στο τέταρτο βιβλίο του γράφει για έναν μοναχικό έως μονήρη τύπο.

Ο Βασίλης Δανέλλης στη συνέντευξη που μας παραχωρεί μοιράζεται μαζί μας μερικές από τις σκέψεις του, ανάμεσα σε άλλα για τις ιστορίες που τον ιντριγκάρουν και τον παρακινούν. Οπως εκείνα τα ανύποπτα θραύσματα γεγονότων για τα οποία μαθαίνουμε αποσπασματικά όποτε βρουν τον δρόμο της ειδησεογραφίας. Θραύσματα που μπορεί να είναι λες και ξεπηδούν από τη νουάρ λογοτεχνία, ωστόσο πρόκειται για ανεξιχνίαστες υποθέσεις για τις οποίες μπορεί και να μη μάθουμε ολόκληρη την αλήθεια ποτέ, αφού, ειδικά όταν εμπλέκονται μεγαλοσχήμονες παράγοντες, οι συστημικές έρευνες κάπου σκαλώνουν. Συνήθως σε έναν νεκρό.

● Γιατί διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία σήμερα;

Ο καθένας για τους λόγους του, φαντάζομαι. Ενα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, εξάλλου, προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Ο αναγνώστης που αναζητά ψυχαγωγία και σασπένς μπορεί να εστιάσει στην πλοκή. Εκείνος που προβληματίζεται, είναι πολύ πιθανό να διαβάσει ένα ενδιαφέρον ψυχογράφημα της σύγχρονης κοινωνίας μέσα από μια διαφορετική ή ακόμα και αιρετική ματιά. Και τέλος, το υπαρξιακό δράμα των χαρακτήρων, θυτών και θυμάτων, τα θολά όρια ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο απασχολούν κάθε μεγάλο συγγραφέα, όχι μόνο εκείνους του είδους.

● Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την αστυνομική μυθοπλασία;

Παιδί διάβαζα όλες τις μεταφρασμένες εφηβικές αστυνομικές σειρές και αργότερα βιβλία τσέπης με ιστορίες της Αγκαθα Κρίστι και άλλων κλασικών αστυνομικών συγγραφέων. Επίσης, ήμουν τυχερός γιατί η θεία μου, η Τιτίνα Δανέλλη, εκτός από μια τεράστια βιβλιοθήκη στην οποία είχα πάντοτε ελεύθερη πρόσβαση, είχε διάθεση και υπομονή να με καθοδηγήσει και να με μάθει να διαβάζω λογοτεχνία, αστυνομική και μη.

Θεωρείτε ότι το ελληνικό είδος διαφοροποιείται σε σχέση με τα αντίστοιχα του εξωτερικού;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει αυτό που θα λέγαμε «ελληνική σχολή». Υπάρχουν ελληνικά αστυνομικά κάθε είδους, ακόμα και ελληνικά «σκανδιναβικά». Αυτό δεν είναι κακό πάντως. Σημαίνει ότι οι Ελληνες συγγραφείς δοκιμάζουν και πειραματίζονται με τη φόρμα και τα υποείδη της. Φαντάζεστε η επιτυχία του Πέτρου Μάρκαρη στο εξωτερικό να είχε οδηγήσει σε τυποποίηση αντίστοιχη του σκανδιναβικού αστυνομικού και να διαβάζαμε μόνο μυθιστορήματα «κόπιες» του;

Υπήρξαν συγγραφείς του είδους που σας επηρέασαν;

Πάρα πολλοί, αλλά για την οικονομία της συζήτησης ας σταθώ μόνο στους Χάμετ, Τσάντλερ, Σιμενόν, Μανσέτ και τον Ιζό. Τα αστυνομικά μου, όμως, είναι επηρεασμένα και από συγγραφείς όπως ο Καμί, ο Χέμινγουεϊ, ο Κάρβερ και άλλοι.

Τι σας παρακίνησε για να γράψετε τις «Νεκρές ώρες», τι θέλατε να αναδείξετε με αυτό το βιβλίο;

Ηθελα να πειραματιστώ με τη φόρμα. Κάθε κεφάλαιο μοιάζει με μικρό διήγημα, αλλά όλα μαζί τελικά «χτίζουν» μια ολοκληρωμένη ιστορία. Επίσης, οι «Νεκρές ώρες» είναι ένας εσωτερικός μονόλογος σε ενεστώτα χρόνο. Δεν υπάρχει παντογνώστης αφηγητής, ούτε καν διάλογοι για να έχουμε πρόσβαση στη σκέψη των υπόλοιπων χαρακτήρων. Διαβάζουμε μόνο την οπτική του κεντρικού ήρωα, ο οποίος μάλιστα είναι ένας μάλλον δευτερεύων χαρακτήρας της μεγάλης ιστορίας που διαδραματίζεται ταυτόχρονα με τη δική του και την οποία ο ίδιος δεν πολυκαταλαβαίνει μέχρι που είναι πολύ αργά. Μια ιστορία, η οποία ακόμα και σήμερα –έξι χρόνια αφού έγραψα αυτό το μυθιστόρημα– παραμένει τρομακτικά επίκαιρη, καθώς μάρτυρες πολύκροτης δίκης συνεχίζουν να πεθαίνουν μυστηριωδώς, μπράβοι που δολοφονούνται αποδεικνύεται ότι έχουν σχέση με εφοπλιστές αλλά η Δικαιοσύνη αδιαφορεί, βενζινάδικα που συνδέονται με κυκλώματα λαθρεμπορίου καυσίμων πυρπολούνται, και όλα αυτά έχουν προφανείς αλλά και υπόγειες συνδέσεις μεταξύ τους, σχηματίζοντας μια ιστορία που μαθαίνουμε αποσπασματικά και –πιθανότατα– δεν θα μάθουμε ποτέ ολόκληρη.