ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρότι το πρώτο διήγημα αντλεί από την τριετία του Εμφυλίου, ενώ τα επόμενα μετέρχονται άλλες ιστορικές ύλες (Δεκεμβριανά, Δικτατορία), παρότι δηλαδή υπάρχει κάτι σαν περιήγηση εθνικών τραυμάτων μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, το κεντρικό του ζήτημα δίνεται από τις πρώτες ήδη σελίδες: πώς διαμορφώνεται η ανθρώπινη μνήμη όταν το περιεχόμενό της είναι τραυματικό.

Οι δύο ηλικιωμένες γυναίκες φτάνουν στην Ικαρία για να τελέσουν το μνημόσυνο του αδερφού τους, ενός από τα θύματα του Εμφυλίου. Ο Εμφύλιος όμως έχει λήξει εδώ και περίπου σαράντα χρόνια: μοιάζει κι αυτός τόσο γερασμένος όσο και η μνήμη του ίδιου του νεκρού. Οταν λοιπόν ο οδηγός του ταξί που θα μεταφέρει τις αδερφές στο νεκροταφείο αργεί στο ραντεβού και ο ουρανός αρχίζει να σκοτεινιάζει, εκείνες δεν θυμώνουν. «Δεν είπαν τίποτα, δεν διαμαρτυρήθηκαν για το στήσιμο, σαν να μην τις ενδιέφερε, σαν να μη συνέβη σ’ αυτές, τα πρόσωπά τους συνοφρυωμένα […] το βλέμμα χαμένο, απλανές, δάκρυα λαμπύριζαν στο ημίφως, οι σκέψεις ταξίδευαν αλλού, σαν αποδημητικά πουλιά: η προδοσία, η εξαφάνιση, οι χοές που δεν έγιναν τότες που έπρεπε…» Γιατί λοιπόν οι αδερφές μοιάζουν αδιάφορες απέναντι στον φόρο μνήμης που ήρθαν να αποδώσουν, ενώ συγχρόνως τα δάκρυά τους λαμπυρίζουν στο φως; Αντικρουόμενες ψυχικές δυνάμεις γεννιούνται σ’ αυτή τη στιγμή.

Φαίνεται ότι καιρό μετά τη λήξη του Εμφυλίου, όταν κανείς δεν έχει λόγο να θυμάται τη φονική εκείνη ρωγμή που άφησε πίσω νεκρούς και ψυχικά τραυματισμένους ζωντανούς, η μνήμη των δύο γυναικών διεξάγει έναν δικό της εμφύλιο πόλεμο, διχασμένη ανάμεσα στην ηθική στάση ενός παλιότερου κόσμου και στον ανθρώπινο χώρο που έχει απομείνει σήμερα γι’ αυτή τη στάση. «Μα του το χρωστάγαμε κι ας πέρασαν τόσα χρόνια» αναφωνούν. «Αδερφός μας ήταν…» Από το σύστημα αξιών ενός παλιότερου κόσμου έχει απομείνει λοιπόν μόνο η ηθική της συγγένειας; Μόνο ο δεσμός αίματος μένει σ’ έναν κόσμο κατά τ’ άλλα αδιάφορο για την πιο τραυματική εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος του;

Το ίδιο φαίνεται να δηλώνει και ο αφηγητής της ιστορίας: «βαθιές ανάσες κι αμήχανες σιωπές, λέξεις ξεφτίδια, απομεινάρια μιας άλλοτε παντοδύναμης φρίκης που δυνάστευε τα πρόσωπα και τις ψυχές μα που σταδιακά εξέπεσε από τον αιμάτινο θρόνο της και περιπλανιέται εξόριστη στην επικράτεια της λήθης, φρίκη που διδάσκεται στα σχολικά εγχειρίδια, που τυπώνεται, μελετάται κι αναλύεται από τους νεότερους και τους ιστορικούς, φρίκη που αναλυόμενη παύει να (μας) τρομάζει, φρίκη ανενεργή κι αχρείαστη».

Ούτε λοιπόν το εκπαιδευτικό σύστημα ούτε η ακαδημαϊκή ανάλυση (σε αναφορική σχέση και τα δύο με την Ιστορία, απογυμνωμένα από συναισθηματικά φίλτρα και συνεπώς από την ίδια την ανθρωπολογική συνιστώσα του παρελθόντος) περιέχουν την αλήθεια της μνήμης. Οι αδερφές ψυχαναγκάζουν έτσι τους εαυτούς τους στην τελετουργική διατήρηση μιας μνήμης που καμία σύγχρονη κοινωνική δομή δεν θέλει να διατηρήσει. Και το χρέος της μνήμης μένει ορφανό από κόσμο.

Στη συνέχεια όμως της ιστορίας, όταν οι γυναίκες ακούνε την αφήγηση ενός συναγωνιστή του αδερφού τους, όταν μαθαίνουν για τον διπλό του θάνατο, τη δολοφονία και τη σύληση της σορού του από τους χωροφύλακες, μια νέα αναγκαιότητα της μνήμης αναδύεται, πέρα τώρα απ’ τον δεσμό της συγγένειας. Η Ελένη θυμάται ξαφνικά τον αδερφό της όχι ως αδερφό αλλά ως συντροφιά και υποστήριξη και καλοσύνη: ήταν αυτός που τους στάθηκε όταν πέθανε ο πατέρας, αυτός που τις πήγαινε στο σινεμά και τις κερνούσε παγωτό.

Τον θυμάται ως συνδυασμό φυσικής ομορφιάς και στοχαστικού χαρακτήρα: ήταν ένας άντρας ψηλός, μελαχρινός, μελετηρός. Τον θυμάται ακόμα ως συμβολική κληρονομιά μιας στάσης ζωής: ήταν αυτός απ’ τον οποίο πήρε το όνομα που έδωσε στο μεγάλο της γιο. Αλλά τον θυμάται και ως ζωντανή απόδειξη της ύψιστης κτηνωδίας που ήταν η μόνη τελικά αλήθεια του Εμφυλίου Πολέμου. Κι ο πόνος αυτός, ο πόνος της τελευταίας μνημονικής γωνίας, είναι αρκετός για να δώσει νέο νόημα στον τρόπο που ανακαλεί τον νεκρό.

Αντίστοιχα, η έτερη αδερφή ξεπερνά το χρέος της συγγένειας και θυμάται εκείνο τον άντρα ως έναν εσωτερικό για την ίδια διχασμό: «Φοβόμουν… Σ’ όλη μου τη ζωή φοβόμουν… Φοβόμουν να σκεφτώ, να ρωτήσω, να μιλήσω… Πιο πολύ φοβόμουν να μάθω… Φοβόμουν αυτό που θα μάθαινα… Και να τώρα… Ηθελα πολύ να ξεχάσω… Οχι πως δεν σ’ αγαπούσα, αδερφέ μου… Οχι πως σ’ αγαπούσα λιγότερο από την Ελένη… Βέβαια εσείς οι δύο ήσασταν πάντα πιο κοντά ο ένας στον άλλο… Εγώ ήμουν πιο μικρή… Μα σ’ αγαπούσα, Ζαφείρη, το ξέρεις καλά… Σαν πατέρας ήσουν για μένα… Κι όταν χάθηκες… Δεν έπρεπε να μας αφήσεις, να πας να μπλεχτείς… Επρεπε να σκεφτείς κι εμάς, τι θ’ απογίνουμε… Τα βολέψαμε όμως… Σπουδάσαμε, προκόψαμε, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά… Και να τώρα… Ερχεσαι ξανά… Τι ζητάς; Τίποτε μη ζητάς, είναι πια αργά… Το χρέος μας θα το κάνουμε μα μη ζητήσεις άλλο… Η Ελένη είναι πιο δυνατή, ζήτα από κείνη, εγώ κουράστηκα… Μόνο να κοιμηθώ θέλω… Να ξεχάσω… Νιώθω πάλι φόβο… Φοβάμαι…»

Φοβάμαι γιατί δεν ξέρω πώς πρέπει να σε θυμάμαι, μοιάζει να λέει η ηρωίδα στον νεκρό αδερφό της. Κι αυτό με πονάει, του λέει. Με πονάει που δεν ξέρω ακόμα πώς θα πρέπει να σε θυμάμαι ώστε η μνήμη σου να μη με στοιχειώνει.

Σ’ εκείνο που θα ονομάζαμε «αποκρυστάλλωση της μνήμης» πρέπει να προσθέσουμε και μια τρίτη γωνία. Είναι το ενοχικό βάρος που ομολογεί ότι κουβαλάει ο παλιός συναγωνιστής του νεκρού: δεν έπρεπε τότε να αφήσει τη σορό να συληθεί. Επρεπε να είχε προστατέψει τον νεκρό. Κι ο πόνος αυτού του βάρους γίνεται τελικά για εκείνον η ίδια η μνήμη του νεκρού.

Μέσα λοιπόν από τις τρεις γωνίες, φτάνουμε σ’ ένα σημείο σύγκλισης. Ενώνοντας αυτές τις «αποκρυσταλλώσεις της μνήμης» που διέρχονται οι ήρωες καταλήγουμε μοιραία στην ιδέα ότι η μόνη υπαρξιακή δύναμη που μπορεί να ριζώσει το παρελθόν σ’ έναν άνθρωπο είναι ο πόνος, ο ιδιωτικός του πόνος.

Οπως εν πολλοίς μας βεβαιώνουν οι νευροεπιστήμονες, η μνήμη λειτουργεί ως ένα κύμα εικόνων που εκπέμπονται από την πρώτη πηγή, την πρώτη δηλαδή βίωση μιας εμπειρίας. Οταν ωστόσο θυμόμαστε κάτι δεν ανακαλούμε την πρώτη πηγή αλλά την τελευταία φορά που το θυμηθήκαμε. Ετσι, μια εμπειρία που ανακαλούμε για πολλοστή φορά θα έχει ήδη υποστεί διαδοχικές παραμορφώσεις της πρώτης πηγής. Δεν θυμόμαστε την πηγή. Θυμόμαστε πάντα την τελευταία παραμόρφωση της πηγής. Αν όμως ο πόνος είναι πράγματι η δύναμη που ριζώνει τη μνήμη, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει κάποιου είδους πλαφόν μνήμης, ένα όριο μνήμης, ακριβώς στο σημείο όπου η μνήμη δεν διαχωρίζεται από τον πόνο. Και το σημείο αυτό, όχι, δεν γίνεται να παραμορφωθεί. Ο άνθρωπος πονάει επειδή θυμάται πάντα το ίδιο. Και θυμάται πάντα το ίδιο ακριβώς επειδή πονάει.

Η τομή πόνου και μνήμης γίνεται έτσι ένα αδιαπέραστο όριο; Υπάρχει εκεί ο τερματικός πόνος μιας τερματικής μνήμης;

Οχι, τίποτε αδιαπέραστο δεν υπάρχει για την ανθρώπινη ψυχή. Και μόνο η πράξη της αυτογνωσίας (μια πράξη απέραντης τόλμης, πράξη αυτοθυσιαστική, καθώς ο άνθρωπος σκοτώνει τότε έναν εαυτό που λειτουργούσε ως αμυντικός μηχανισμός) και μόνο δηλαδή το γεγονός πως φτάνει κανείς ν’ αποδεχτεί ότι η μνήμη μιας εμπειρίας ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με τον πόνο αρκεί για να εκκινήσει την ψυχική πορεία η οποία θα διαπεράσει κάποτε αυτό το όριο, φτάνοντας εκεί όπου μπορείς πια να θυμάσαι χωρίς να πονάς, εκεί όπου μπορείς να μην πονάς ακριβώς γιατί θυμάσαι.

Το πρόβλημα αντιθέτως ξεκινά όταν ένας άνθρωπος αποφεύγει, συνειδητά ή ασυναίσθητα, την τραυματική μνήμη. Το πρόβλημα ξεκινά όταν μια ολόκληρη κοινωνία θυμάται επιφανειακά τις πληγές του παρελθόντος της ή τις παραμορφώνει για να τις μετριάσει ή αρνείται απλώς την ύπαρξή τους. Το πρόβλημα ξεκινά πάντα όταν συνεχίζουμε να πονάμε χωρίς να ξέρουμε τελικά τι είναι αυτό που μας πονάει.

Εδώ βρίσκεται άλλωστε μία από τις αιτίες που δικαιολογούν ακόμα την ύπαρξη της λογοτεχνίας. Βιβλία όπως αυτό έρχονται να μας αποκαλύψουν από ποια μνήμη πηγάζει το αίσθημα εθνικού διχασμού, ο αναδρομικός πόνος, ο σημερινός μας πόνος. Το αν θα θελήσουμε να δούμε εκείνο που μας δείχνουν εξαρτάται βέβαια από εμάς. Ο συγγραφέας πάντως, μέσα από μια πράξη βαθιά αυτοθυσιαστική, έχει κάνει το χρέος του.

*Συγγραφέας. Από τις εκδόσεις «Ο Μωβ Σκίουρος» κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο «Δεν θέλετε να σας ακούσουν»


Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]