Ι. Αντικείμενο συζήτησης στο παρόν κείμενο δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η (προσωπική) ευτυχία, έννοια το πλείστον υποκειμενική «εν κινήσει», πολυπαραγοντική και πολύπλοκη. Τούτο στον βαθμό που μέσα μας δεν φαίνεται να υπάρχει ένα άτομο-μια συνείδηση αλλά ετερόκλητες και αντιτιθέμενες δυνάμεις – ορμές και επιδιώξεις (J. Haidt, 2018).
Ολα αυτά πάλι, όχι ανεξάρτητα από ένα (εξωτερικό) περιβάλλον επιθυμιών και αναγκών. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται, γενικά, για προσωπική συναισθηματική κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας και ικανοποίησης ή πληρότητας δύσκολα αποτυπούμενη σε δείκτες ευτυχίας (Δ. Αθανασοπούλου, 2023).
Από την άλλη πάλι η ευτυχία ούτε μοιάζει να ταυτίζεται με την ευζωία, ούτε, τουλάχιστον στον μεγαλύτερο βαθμό, εξαρτάται, από τη (γενική) ευημερία.
Εντούτοις αυτή η ευημερία, έννοια πρωτίστως υλική – ποσοτική αλλά και ποιοτική, αν και δεν προωθεί τελικά την προσωπική ευτυχία, όπως προηγουμένως την προσδιορίσαμε, μάλλον δεν μας κάνει και, υπό στενή έννοια, δυστυχισμένους. Παρέχει μάλλον το πλεονέκτημα (σε μερικούς ή και περισσότερους) μιας «ευχέρειας κινήσεων» και καθημερινής διευκόλυνσης, αλλά και σχετικής ελευθερίας. Κατά τον Π. Μπρικνέρ (2019) ο περισσότερος κόσμος προσπαθεί μάλλον ν’ αποφύγει τη δυστυχία, παρά επιδιώκει μια άπιαστη ευτυχία, συνυφασμένη κάθε φορά με μεταβαλλόμενες επιθυμίες και αυτές με (κατασκευασμένες) ανάγκες.
Στο κυρίαρχο οικονομικό-μεγεθυνσιακό και πολιτισμικό μοντέλο, η οποιαδήποτε έστω ευχαρίστηση αναβάλλεται διαρκώς για αύριο ή για αργότερα, επειδή στο κυνήγι του χρήματος (που μπορεί για μερικούς να φέρνει ευτυχία…) χρόνος δεν υπάρχει, αφού ως γνωστόν «είναι χρήμα», με συνέπεια ένα διαρκές καταπιεσμένο αίσθημα ματαίωσης/διάψευσης. Βέβαια ας σημειώσουμε εδώ, απλώς (επιφυλασσόμενοι να γίνουμε διεξοδικότεροι σε προσεχές κείμενό μας) ότι στους μικρο βιο-χωροτόπους των εναλλακτικών-τοπικών συμπληρωματικών/κοινωνικών νομισμάτων, ένεκα του κανόνα της μη αποθησαύρισης αυτών και της μείωσης της αξίας, ισχύει και το επίσης γνωστό «το χρήμα είναι χρόνος»!
Πάντως υπάρχει και η άποψη ότι οι άνθρωποι δεν έχουν την ικανότητα να ευτυχήσουν, ενώ συνήθως αποσιωπάται το εάν τους δίνονται οι δυνατότητες (όροι και προϋποθέσεις ) προς τούτο: δηλαδή τι προωθεί την ευτυχία και τι την εμποδίζει. Ασφαλώς και ο άνθρωπος ανέκαθεν αναζητά και το κάτι άλλο ή ακόμα -στο ισχύον υπερκαταναλωτικό, παραγωγιστικό, αγορακεντρικό και μεγεθυνσιακό σύστημα– και το περιττό! Πράγματι το περιττό σήμερα καλλιεργείται ποικιλοτρόπως ως επιθυμία και (ψευδής) ανάγκη, αν δεν «επιβάλλεται», στην κατεύθυνση του να επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε (και ενδεχομένως έχουν οι άλλοι) «προκαλώντας» έτσι σ’ ένα βαθμό την προσωπική ευτυχία.
ΙΙ. Οπως έχουμε δει και αλλού η ολιγοεπάρκεια, έννοια πρωτίστως και καταγωγικά οικοκοινωνική και οικο-λο-νομική (αποτελεί άλλωστε ουσιώδη συνιστώσα του ρεύματος της απομεγέθυνσης) αλλάζει τόσο το μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας προς συνεργατική-αλληλέγγυα και συμβιωτική-συνεστιασική κατεύθυνση όσο και το μοντέλο «ανάπτυξης», κυρίως μέσω νέων πολιτικών και οικονομικών θεσμών.
Με την ολιγοεπάρκεια μάλιστα, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της ορθο-λογικής της ανώτατης (ποσοτικής) απόδοσης (του κέρδους), παύει ή σχετικοποιείται, συνακόλουθα, η καθημερινή ή και μελλοντική αγχώδης αγωνία για «όλο και περισσότερο-α» είτε αναφορικά με εισόδημα εισοδήματος είτε με αγαθά (βλ. και Κ. Σταμάτης, 2008). Βέβαια μην παραβλέπουμε και ότι ολιγοεπάρκεια σημαίνει, πριν απ’ όλα, υλική κάλυψη των βασικών και ζωτικών αναγκών στη βάση κυρίως μιας ήπιας συνεργατικής οικονομίας των σχέσεων, των αναγκών και των κοινών σε κάθε ουσιαστικά αποκεντρωμένο βιοχωροτόπο.
Οπως και να ’χει, σε αντίθεση με την ευτυχία, η ευημερία και η ευζωία δεν πρέπει να θεωρούνται υποκειμενικά μεγέθη αλλά «εξωτερικά», και ακόμα λιγότερο «ηθικά», αφού είναι «υλικά» προσδιορίσιμα και «μετρήσιμα», δείκτης όπως είπαμε της καθημερινής διευκόλυνσης της ζωής των πολιτών σε κάθε εποχή και έτσι δείκτης της «ανάπτυξης».
Γι’ αυτό άλλωστε σχετικά έχουν εκπονηθεί (συμπληρωματικά και συνδυαστικά) εναλλακτικοί και σύνθετοι δείκτες πλούτου- ουσιαστικής ανάπτυξης και προόδου, κυρίως ο δείκτης ποιότητας ζωής. Είναι σίγουρο εξ άλλου πως η τυπική «ανάπτυξη», δηλαδή η (ποσοτική) μεγέθυνση αποτυπούμενη (χρηματικά) στο ΑΕΠ και ταυτισμένη εδώ κι ένα αιώνα με την «πρόοδο», δεν οδηγεί αυτόματα στην ευημερία και φυσικά ούτε στην ευτυχία.
Γι’ αυτό και διεκδικείται πλέον, όχι αβάσιμα και όχι μόνο από απομεγεθυνσιακούς, μια ευζωία – «ευημερία χωρίς μεγέθυνση». Από την άλλη ούτε η λεγόμενη συλλογική-πλειοψηφική «ευτυχία» οδηγεί (αθροιστικά) και στην προσωπική ευτυχία. Ας μην ξεχνάμε συναφώς πως η έννοια της ευτυχίας εργαλειοποιείται για συγκεκριμένους βιοπολιτικούς λόγους ολοκληρωτικής και πανοπτικής εξουσίασης και πειθάρχησης των μαζών επιβαλλόμενη ως ατομική υπόθεση – ευθύνη και αυτοκριτική (βλ. Δ. Σουδίας – Φ. Κατσίνας, 2022).
ΙΙΙ. Δεν είναι λίγοι, κυρίως απομεγεθυνσιακοί, αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ικανοποίηση των βασικών αναγκών στον δυτικό αναπτυγμένο κόσμο, τουλάχιστον σε μαζικό επίπεδο, και η βελτίωση της ανθρώπινης ευημερίας μέσω της μακροχρόνιας μεγέθυνσης, έχει συνολικά εκπληρωθεί (ίσως πλην της στέγασης, όχι όμως από έλλειψη αλλά από κερδοσκοπία–υπερτίμηση της αξίας των ακινήτων). Ως συνέπεια τούτων, μάλιστα, κρίνεται πως καθίσταται αναγκαία μια νέα και σταδιακή ορθο-οικοπολιτική ελάχιστης και/ή ελεγχόμενης μεγέθυνσης.
Μπορούμε όμως βάσιμα να υποστηρίξουμε πως τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και στον πλούσιο κόσμο των σύγχρονων κοινωνιών, υπάρχει ικανοποίηση από τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων; Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν κυριαρχεί η γενικευμένη αβεβαιότητα, πολυπλοκότητα, διαρκής φόβος και ανασφάλεια μέσα από επαναλαμβανόμενες κρίσεις (κοινωνική, οικοκλιματική, υγειονομική, διατροφική κ.ά.) με το επίδικο να είναι πλέον η ίδια η (απαξιωμένη και ρευστοποιημένη) ζωή στη μεγάλη της εικόνα; Ακόμα και η ποσοτική (υλική – χρηματική) μεγέθυνση (ΑΕΠ) δεν φαίνεται δηλαδή να δημιουργεί «αίσθηση ευημερίας» ούτε ευζωίας, ακόμα κι αν, όπως προαναφέρθηκε, θεωρηθεί ότι έχουν καλυφθεί επαρκώς οι στοιχειώδεις και βασικές ανάγκες (Ντ. Μάσεϊ, 2023).
*Ομ. καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών
