Την εβδομάδα που πέρασε έληξαν και οι τελευταίες καταλήψεις σε «Ρεξ» και «Ολύμπια», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήρθη κι ο λόγος για τον οποίο έγιναν εξαρχής.
Πέρα, όμως, από το περιβόητο Προεδρικό Διάταγμα και το γεγονός ότι το αίτημα για την τροποποίησή του όφειλε λογικά να λάβει υπόψη τις εκλογές, αυτές καθαυτές οι συγκεκριμένες καταλήψεις (Σχολή Εθνικού Θεάτρου, ΚΘΒΕ, ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, ΚΣΟΤ, Τσίλερ κ.λπ.) ήταν και μια «άσκηση» τόσο για τους φορείς τους, όσο και για τους πολίτες.
Η έννοια της «κατάληψης» ήταν ώς εδώ μιντιακά δαιμονοποιημένη, ταυτισμένη με τηλεοπτικές εικόνες αταξίας, βρομιάς και καταστροφών. Ομως ξαφνικά θητεύσαμε επί δυόμισι μήνες σε κάτι αδύνατον να δυσφημιστεί. Σε καλλιτεχνικές καταλήψεις που οι φορείς τους, μαζί με την υποχρέωση να διατηρούν άθικτο το περιβάλλον, είχαν την ελευθερία να δώσουν τον δικό τους, ολόφρεσκο ορισμό στην τέχνη και στον τρόπο με τον οποίο εκείνη μπορεί να παρεμβαίνει στην καθημερινότητά μας. Τα αποτελέσματα ήταν συχνά εντυπωσιακά ακόμα και στον πειραματισμό τους.
Για πρώτη φορά μετά την «κλινικότητα» που επέβαλε στον δημόσιο χώρο η πανδημία, είδαμε νέους χορευτές ή ηθοποιούς να διεκδικούν με χάπενινγκ τη σχέση μας ως πολιτών με ό,τι μας ανήκει: την πόλη. Είδαμε υπαίθριες συναυλίες, θέατρο και κουβέντες γι’ αυτό, βραδιές ποίησης και λογοτεχνίας, εργαστήρια χορού με σύγχρονους προβληματισμούς, γόνιμες συζητήσεις με προσωπικότητες όπως ο Σταύρος Ψυλλάκης κ.ά. Κυρίως είδαμε να αναπτύσσεται ένα μεγάλο, δημόσιο καλλιτεχνικό πείραμα από νέους ανθρώπους. Εκ των πραγμάτων βέβαια όλο αυτό έπρεπε κάποια στιγμή να λήξει. Γιατί όμως πρέπει να σβηστεί εντελώς και η εμπειρία; Τι εννοώ;
Οτι θα ευχόμουν αυτήν να την είχαν διακρίνει και αξιοποιήσει οι καλλιτεχνικοί διευθυντές των φορέων που ενεπλάκησαν στις καταλήψεις ή άλλοι που έχουν τον τρόπο και τον χώρο (όπως το Φεστιβάλ Αθηνών π.χ.). Σκέφτεστε π.χ. ένα διήμερο στο Τσίλερ να παραδίδεται κάθε τόσο στους σπουδαστές; Ή ένα γκαράζ στην Πειραιώς 260 που θα φιλοξενεί τέτοιες ελεύθερες δράσεις; Δεν μιλάμε άλλωστε για «καταληψίες», όπως έσπευσαν να τους βαφτίσουν ορισμένα ΜΜΕ. Μιλάμε για νέους καλλιτέχνες που αγωνιούν να απευθυνθούν «σ’ εσάς που μας ακούτε».
