Αγαπητή Μιχαήλα,
Μόλις τελείωσα το βιβλίο σου. Για δεύτερη φορά. Προσπαθώντας να καταλάβω τι δουλειά έχουν τρία δοκιμιακά κείμενα ανάμεσα σε διηγήματα: ένα στην αρχή, ένα στη μέση, ένα λίγο πριν από το τέλος.
Γιατί μπορεί να παραδεχόμαστε ότι λογοτεχνία είναι το να βλέπεις κατά τη διάρκεια των σελίδων ενός βιβλίου με τα μάτια ενός άλλου, να ανοίγεσαι στο να δεχτείς μιαν άλλη άποψη, να αφήνεσαι να παρασυρθείς για λίγο από τις εικόνες του συγγραφέα, αλλά τελικώς χρειαζόταν ο Ρινόκερως του Ντίρερ για να μου γίνει αυτό λίγο πιο σαφές:
«Ετσι ένα ενυπόστατο ον ενδυόμενο ανυπόστατα χαρακτηριστικά μετατρέπεται σε υβρίδιο της πραγματικότητας και της φαντασίας και καταλήγει να επιβεβαιώνει μέσω της πληρότητάς του τη θεωρία περί της ανεπάρκειας αυτού του κόσμου».
Αναρωτιέμαι: τι άλλο είναι ο πυρήνας της λογοτεχνίας παρά η τεράστια ανάγκη τού να θες να περιγράψεις πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα που μπορεί να γνωρίζεις ελλιπώς ή και καθόλου, τι άλλο είναι παρά η άγνοια του ατόμου που γράφει, που καμιά φορά φαντάζομαι πως περισσότερο θέλει και λιγότερο μπορεί να ερμηνεύσει αυτά που επιλέγει ως αντικείμενα του ενδιαφέροντός του και, αναγνωρίζοντας αυτό του το έλλειμμα, ζητά εμμέσως από τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά, να το νοηματοδοτήσει σύμφωνα με τον εαυτό του. Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι το άτομο που γράφει ποτέ δεν μαθαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε αναγνώστης ολοκλήρωσε το βιβλίο, ουσιαστικά, βάζοντας κομμάτια από τον εαυτό του μέσα κει.
Καταλήγει λοιπόν ο συγγραφέας να έχει στα χέρια του για πάντα ένα ελαττωματικό, ένα ελλιπές δημιούργημα, τη στιγμή που τριγύρω του υπάρχουν νοηματοδοτημένα αντίτυπα του έργου του. Μάλλον κάπως έτσι είναι όμως, το μάτι γίνεται εκφραστικό από αυτά που βρίσκονται τριγύρω του και όχι από τον βολβό τον ίδιο. Κάτι παρόμοιο καταλαβαίνω τουλάχιστον εκεί που γράφεις για την «υποχρέωση να ερμηνεύσουμε, επιτέλους, αυτό που, ενώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, συγχρόνως διστάζουμε να κυκλώσουμε».
Πάω λίγο πίσω, όμως, στο εξώφυλλο. Απόρησα με την επιλογή που έκανες: αχνά πράσινα γράμματα σε λευκό φόντο, στην ουσία ένα αντι-εξώφυλλο. Μετά κατέληξα στο ότι αυτά τα αχνά πράσινα γράμματα πάνω στο λευκό φόντο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σιωπηλή κραυγή για προσοχή και ταυτόχρονα μια έκδηλη αδιαφορία για τον απρόσεκτο αναγνώστη. Το ταίριαξα, μάλιστα, με κάτι που γράφεις σε ένα σημείο παρακάτω:
«ήταν τόσο τέλειο ακριβώς επειδή δεν υπήρχε»
Και ο τίτλος: το nutrire που (χωμένο μέσα σε μια παρένθεση) μεταστρέφει το νόημα των άλλων δυο λέξεων.
Οσο για τη γλώσσα, τέλεια. Αυτή η στοιχειοθεσία λέξεων, βαλμένες άρτια η μία μετά την άλλη, νοηματικά συνεπείς, τίποτα να μην περισσεύει, ακόμη και στον μακροπερίοδο λόγο που ρέει και φτιάχνει μια διαρκή σκέψη, απολύτως κατανοητή σαν να διαβάζεις τη σκέψη ενός φίλου τη στιγμή ακριβώς που την κάνει.
Τελικά η λογοτεχνία δεν είναι εξομολόγηση, δεν είναι κατάθεση ψυχής. Είναι μια πράξη που ζητάει, επισημαίνοντας στον αναγνώστη ασήμαντες λεπτομέρειες αυτού που λέμε καθημερινότητα, να μεταποιήσει σε λογοτεχνία το συνηθισμένο, το απαρατήρητο.
Αυτές, τελικώς, οι λεπτομέρειες δεν είναι που μας φέρνουν σε επαφή καμιά φορά με κάτι ανησυχητικό; κάτι που ξέρουμε πως είναι εκεί αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε;
Οπως τα πέντε έντομα του τίτλου, ε; Παραξενεύτηκα, είναι αλήθεια, με τα πέντε έντομα που στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο είναι μόνον τρία. Να είναι, λες, τα πέντε έντομα η λέξη που πάνω της στέκεται η σταγόνα:
«Το βλέμμα και παράλληλα το ενδιαφέρον της στράφηκαν ξανά αναζωπυρωμένα στα πέντε διογκωμένα από το κοίλο της σταγόνας τυπογραφικά στοιχεία. Νεκρή».
Ισως αυτά να είναι, ίσως και όχι. Εξάλλου το παιχνίδι ζωής – θανάτου που ξεκινάς από το εξώφυλλο και διατρέχει όλο το βιβλίο είναι όσο προφανές ήθελες να είναι. Ακόμη και στο Addio Del Passato η γεύση που μένει στο τέλος του διηγήματος είναι εκείνη του μαύρου περιβραχιόνιου που φοράει ο δεύτερος άντρας της φωτογραφίας.
Memento Vitam, λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο που, χωρίς το Nutrire, γίνεται Memento Mori. Με σκοτείνιασε, ομολογώ, αυτό το απόσπασμα που το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω και γυρίζω να δω άλλη μια φορά τη φωτογραφία της τραγικότερης φιγούρας όλου του βιβλίου.
Αυτά είχα να σου πω ή, μάλλον, αυτά έλεγα μιλώντας προχθές σε μια φίλη για το βιβλίο σου. Δεν ξέρω τι χαρακτηρίζει πετυχημένο ένα λογοτέχνημα, αν είναι οι πωλήσεις (που μπορεί κανείς να μάθει) ή αν είναι η ανάδραση που έχει πάνω στους αναγνώστες του (που δεν μπορεί κανείς να μάθει). Και λέω ανάδραση, γιατί έχω την αίσθηση ότι το συγκεκριμένο βιβλίο στην ουσία δεν τελειώνει, παρά σε στέλνει πίσω στην αρχή θέλοντας και μη. Αυτό και μόνο, για μένα, το κάνει να έχει υπηρετήσει τη λογοτεχνία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Α! να μην ξεχάσω κάτι τελευταίο: πέντε είναι τα διηγήματα μέσα στα οποία υπάρχουν έντομα. Το τελευταίο πονηρούτσικο, ομολογώ. Χρειάζονται γνώσεις εντομολογίας για να το εντοπίσεις.
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
