ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πολυμέρης Βόγλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στη διεθνή ιστοριογραφία παρουσιάζεται ως η πρώτη πράξη του Ψυχρού Πολέμου, ως το πρώτο πεδίο αντιπαράθεσης ΗΠΑ-ΕΣΣΔ στην Ευρώπη. Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από το βιβλίο του Αξελ Σωτήρη Βαλντέν.

Οι Σουηδοί βλέπουν τον Εμφύλιο ως μια ελληνική σύγκρουση που διεξάγεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μιας διεθνούς αναμέτρησης, στην οποία η Σουηδία δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο ούτε συμφέροντα στην Ελλάδα. Μέσα από μια εξαντλητική μελέτη του Τύπου και των αρχείων σε Ελλάδα και Σουηδία, ο συγγραφέας βλέπει τον Εμφύλιο «με τα μάτια των Σουηδών», όπως τιτλοφορείται και το βιβλίο. Τι επηρεάζει, τι καθορίζει, λοιπόν, τη ματιά των Σουηδών;

Ο πρώτος παράγοντας είναι η εξέλιξη του ίδιου του ελληνικού εμφυλίου πολέμου καθώς αυτός προχωρά παράλληλα με την ολοένα εντονότερη αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Ενώ στην αρχή υπάρχει, τουλάχιστον στον Τύπο, μια ποικιλία στάσεων απέναντι στις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις, καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος παγιώνεται η στάση διαφοροποιείται και γίνεται όλο και πιο «συμπαγής».

Το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου, σχεδόν όλος ο Τύπος πλην των κομμουνιστικών εφημερίδων, συντάσσεται με την κυβερνητική πλευρά. Προφανώς, υπάρχουν διαβαθμίσεις ανάμεσα στις δεξιές και τις σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες, ωστόσο το γεγονός παραμένει η υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της Αριστεράς και η ιδεολογικοποίηση της προσέγγισης του Εμφυλίου ως σύγκρουσης ανάμεσα στη δημοκρατία και τον ολοκληρωτισμό, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας.

Η σταδιακή ταύτιση του Τύπου με την κυβερνητική πλευρά οδηγεί στην πλήρη υποστήριξη ακόμα και των πιο ακραίων μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα, προκαλεί εντύπωση η ευκολία με την οποία οι Σουηδοί δημοσιογράφοι αναπαράγουν την κυβερνητική προπαγάνδα αναφορικά με τα στρατόπεδα της Μακρονήσου και μετά την επίσκεψή τους το 1949 παρουσιάζουν τη Μακρόνησο ως «λαϊκό πανεπιστήμιο», «πείραμα διδασκαλίας στη Δημοκρατία», ενώ βλέπουν στις αντιδράσεις των φαντάρων «αυθόρμητο ενθουσιασμό» και όχι, βέβαια, βία και καταναγκασμό.

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι οι Σουηδοί βλέπουν τον Εμφύλιο μέσα από το πρίσμα του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η πρώτη και μάλλον αναμενόμενη διαπίστωση αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον εάν λάβουμε υπόψη μας ότι η ματιά των Σουηδών διαμορφώνεται από τη ματιά των Βρετανών και των Αμερικανών και αυτός είναι ο δεύτερος παράγοντας για να κατανοήσουμε τη στάση της Σουηδίας. Αυτό έχει σημασία για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η Σουηδία, υπό σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση εκείνα τα χρόνια, επιλέγει στη διεθνή σκηνή τη θέση της ουδετερότητας ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου και γι’ αυτό δεν εντάσσεται στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη, όμως, πλευρά είναι σαφέστατα στραμμένη στη Δύση, καθώς έχει στενές επαφές με τις δυτικές χώρες, συμμετέχει στο Σχέδιο Μάρσαλ και η κυρίαρχη ιδεολογία διαπνέεται από έντονο αντικομμουνισμό.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο συγγραφέας σχετικά με τις εκλογές του 1948, στις οποίες οι Σοσιαλδημοκράτες «ήθελαν να δείξουν πως ο αντικομμουνισμός τους δεν υστερούσε από αυτόν των αστικών κομμάτων» (σ. 333). Γι’ αυτό και γενικά δεν θα αντιταχθούν στην αμερικανική επέμβαση στον ελληνικό Εμφύλιο, ενώ η προσπάθεια να διαφοροποιηθούν στη 2η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1947, μάλλον θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως εξαίρεση, καθώς δεν επαναλήφθηκε μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε από την Ελλάδα αλλά και τις ΗΠΑ.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η «ματιά» των Σουηδών διαμορφώνεται από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία είναι ότι οι επαφές με αυτές είναι πολύ στενότερες, ενώ με τη Σοβιετική Ενωση και τις κομμουνιστικές χώρες είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ο σουηδικός Τύπος επηρεάζεται και αντλεί πληροφορίες για την κατάσταση στην Ελλάδα από τα δημοσιεύματα των βρετανικών και αμερικανικών εφημερίδων, ενώ ο Σουηδός πρέσβης στην Ελλάδα Knut Thyberg έχει πολύ περισσότερες επαφές με τους Δυτικούς ομολόγους του. Σε αυτό το σημείο μια παρατήρηση του συγγραφέα έχει ενδιαφέρον: ο συντηρητισμός του διπλωματικού σώματος οδηγεί σε μια φιλοδυτική πολιτική και όχι μια πολιτική ουδετερότητας.

Η σύμπλευση με τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς φαίνεται από την υιοθέτηση πληροφοριών που σαφέστατα ήταν αστήρικτες (όπως, για παράδειγμα, οι ψευδείς πληροφορίες περί δήθεν αποστολής διεθνών ταξιαρχιών στον Εμφύλιο) αλλά και τις λίγες φορές που είναι επικριτική προς την ελληνική κυβέρνηση. Μια τέτοια περίπτωση είναι οι μαζικές εκτελέσεις φυλακισμένων αριστερών μετά τη δολοφονία του Χρ. Λαδά την Πρωτομαγιά του 1948. Οι σουηδικές αντιδράσεις απέναντι σε αυτά τα «αντίποινα» της κυβέρνησης απηχούν τις αντιδράσεις κι άλλων δυτικών χωρών που δεν ήθελαν αρνητική δημοσιότητα για την Ελλάδα και εξέφραζαν τη δυσφορία τους για την καταβαράθρωση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Ο τρίτος παράγοντας που διαμορφώνει τη «ματιά» των Σουηδών είναι η πρόσληψη της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Ενώ σε επίπεδο πολιτικό ή διπλωματικό έχουμε τη σύμπλευση με τις ΗΠΑ και την υιοθέτηση του πρίσματος του Ψυχρού Πολέμου (δημοκρατία εναντίον ολοκληρωτισμού), σε επίπεδο κοινωνικό η «ματιά» των Σουηδών για την Ελλάδα διαμορφώνεται από τις ιδέες που έχουν για το επιθυμητό μοντέλο της «ιδανικής» κοινωνίας.

Γενικότερα, εκείνη την εποχή η Σουηδία και η Ελλάδα συνιστούν άκρα αντίθετα και δεν αναφέρομαι στη γνωστή διαφορά Βορρά-Νότου. Η Σουηδία δεν κατακτήθηκε από τους ναζί στη διάρκεια του Β’ Π.Π. και άρα δεν είχε ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές και μετά τον πόλεμο βρέθηκε στην πρωτοπορία των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη που καθιέρωσαν το λεγόμενο «σουηδικό μοντέλο» και παράλληλα για τρεις δεκαετίες στη διακυβέρνηση της χώρας βρισκόταν σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός.

Ενώ, λοιπόν, υπάρχει στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης από όλους τους Σουηδούς (πλην των κομμουνιστών), από την άλλη δεν φείδονται αρνητικών σχολίων και διαπιστώσεων αναφορικά με τις κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι πολλοί Σουηδοί έχουν καλή γνώση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, επειδή στα χρόνια της Κατοχής ανέλαβαν να διαθέσουν στη χώρα την επισιτιστική βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Στα χρόνια του Εμφυλίου, ακόμα κι ένας ακραιφνής συντηρητικός αξιωματικός, ο Fale Burman, που υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην Ελλάδα, εξανίστατο με τις κοινωνικές ανισότητες.

Εγραφε σε μια έκθεσή του για την Ελλάδα το 1949: «Από τη μια καταστήματα υπερπλήρη με είδη (που οι τιμές τους όμως είναι απαγορευτικές για όσους η ζωή έχει επιφυλάξει τη χειρότερη μοίρα), μια απίστευτα πλούσια λεγόμενη ανώτερη τάξη που διάγει μια καθημερινή ζωή σαν πεταλούδα (…) από την άλλη, φτώχεια και δυστυχία σχεδόν αδιανόητες και δυτικές συνθήκες. (…) Οι αντιθέσεις είναι τεράστιες και είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς η εγωιστική, χαρούμενη αισιοδοξία που επικρατεί ανάμεσα στους πλούσιους και τα λεγόμενα ηγετικά στρώματα μπορεί ποτέ να σμίξει με τη βαθιά απαισιοδοξία και δυστυχία που χαρακτηρίζει συντριπτικά τα πλατιά στρώματα του λαού» (σ. 463).

Πάρα πολλά είναι τα δημοσιεύματα του σουηδικού Τύπου που καυτηριάζουν τις άθλιες συνθήκες ζωής και τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1940. Εδώ, η ματιά των Σουηδών απηχεί τις ιδέες περί κοινωνικής δικαιοσύνης που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή στις σκανδιναβικές χώρες. Για όσους ιστορικούς έχουν ασχοληθεί με τον Εμφύλιο, οι διαπιστώσεις του Σουηδού αξιωματικού δεν εκπλήσσουν. Ανάλογα αιχμηρές ήταν και οι διαπιστώσεις του Αμερικανού Paul Porter το 1947, τις οποίες κατέγραψε στο ημερολόγιό του και στις οποίες δεν έκρυβε την απέχθειά του για τη στάση της ελληνικής αστικής τάξης.

Το ζήτημα ήταν ότι αυτές οι διαπιστώσεις δεν επηρέασαν τελικά τη ματιά των Σουηδών. Είδαν τον Εμφύλιο ως μια σύγκρουση υποκινημένη από την ΕΣΣΔ και όχι μια σύγκρουση που είχε στο υπόβαθρό της την κοινωνική ανισότητα και την έλλειψη δημοκρατίας στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.

Το βιβλίο του Αξελ Σωτήρη Βαλντέν μάς βάζει να ξανασκεφτούμε τι τελικά διαμορφώνει την οπτική των «άλλων» για την Ελλάδα εκείνα τα κρίσιμα χρόνια. Οπως έχουμε επανειλημμένα δει στην ελληνική (και όχι μόνο) Ιστορία, οι διεθνείς συσχετισμοί, οι σχέσεις εξουσίας στη διεθνή σκηνή διαμορφώνουν το πλαίσιο για τους εγχώριους πρωταγωνιστές αλλά και για όσους απλά παρακολουθούν τις εξελίξεις από απόσταση.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας