Οσοι από μας πιστεύουμε στην Ενωμένη Ευρώπη, αλλά όχι στην εξιδανίκευσή της, δυσανασχετούμε με τον ξύλινο και προπαγανδιστικό λόγο που εκπέμπουν κατά κανόνα -και όλο και συχνότερα- οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών και πολλοί απολογητές τους. Δυσανασχετούμε βέβαια διπλά με τον λόγο των ευρωσκεπτικιστών, εχθρών της Ευρώπης, ή ιδεαλιστών που αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κόσμο. Μια προσέγγιση που να αποφεύγει τόσο την προπαγάνδα όσο και το ανάθεμα δεν είναι εύκολη.
Αυτήν όμως ακριβώς την προσέγγιση πετυχαίνει ο Λουκάς Τσούκαλης στο νέο βιβλίο του «Η ενηλικίωση της Ευρώπης», που εκδόθηκε πέρσι στα αγγλικά και κυκλοφορεί τώρα σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Ο Τσούκαλης, ένας από τους πλέον καταξιωμένους ειδικούς στα ευρωπαϊκά θέματα στην Ελλάδα και διεθνώς, μας δίνει μια σφαιρική εικόνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της οικοδόμησης, των πολιτικών και της λειτουργίας της.
Σε ένα πρώτο μέρος και παράλληλα με αυτοβιογραφικά στοιχεία για τη διαδρομή του από τα φοιτητικά χρόνια, ο συγγραφέας ανατρέχει στην ιστορία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Στη συνέχεια εξετάζει τις διάφορες πολιτικές της Ε.Ε.: νομισματική, δημοσιονομική, κοινωνική, ψηφιοποίηση, κλιματική αλλαγή, εξωτερική και αμυντική πολιτική. Η λειτουργία και οι θεσμοί της Ενωσης καλύπτονται σε χωριστό κεφάλαιο. Πρόκειται για μια παρουσίαση, σε γλώσσα σαφή και κατανοητή, χωρίς τεχνοκρατικό ζαργκόν, αλλά και χωρίς υπεραπλουστεύσεις.
Το βιβλίο του Τσούκαλη δεν είναι αξιακά ουδέτερο. Ο ίδιος ξεκαθαρίζει εξ αρχής τη θέση του ως θερμού ευρωπαϊστή. Το ισοζύγιο της Ε.Ε. είναι «πολύ θετικό», εκτιμά. Και αφού ολοκληρώνει την κριτική επισκόπηση, καταλήγει πως η Ε.Ε. δεν είναι μεν τέλεια, αλλά είναι «πολύ καλύτερη από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο». Αναδεικνύει εξάλλου όσα στοιχεία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης θεωρεί θετικά, όπως λ.χ. την ευρωπαϊκή απάντηση στην πρόσφατη πανδημία (πρόγραμμα ανάκαμψης, κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός, κοινή διαχείριση εμβολίων).
Ομως ο ευρωπαϊσμός του συγγραφέα δεν τον οδηγεί σε μια υμνολογία της Ε.Ε. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ιδιαίτερη αξία του βιβλίου. Κατ’ αρχάς το κείμενο έχει ένα σαφώς προοδευτικό, θα έλεγα σοσιαλδημοκρατικό, πρόσημο. Η πολυετής νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην Ευρώπη και στον κόσμο επικρίνεται έντονα και η διαφαινόμενη υποχώρησή της γεννά αισιοδοξία. Επικρίνεται και ο έρωτας της μπλερικής εκδοχής της σοσιαλδημοκρατίας με την παγκοσμιοποίηση. Απορρίπτεται η απλή καταγγελία του λαϊκισμού, όταν αυτή γίνεται χωρίς την αναζήτηση των αιτίων που τον γεννούν. Ο συγγραφέας επικαλείται επανειλημμένα απόψεις προσώπων όπως ο Κέινς, ο Πικετί ή η Ματσουκάτο.
Επειτα, ο συγγραφέας, παρουσιάζοντας ισορροπημένα τις διάφορες ευρωπαϊκές πολιτικές, δεν παραλείπει να αναφέρει την κριτική σ’ αυτές και τις ανεπάρκειές τους, ενώ επανειλημμένα σημειώνει την υποκρισία, τη «διπλή γλώσσα» ή και τη μεγαλοστομία των ευρωπαϊκών ηγεσιών.
Το ζήτημα των ανισοτήτων που παράγει η παγκοσμιοποίηση («χαμένοι» και «κερδισμένοι») είναι κόκκινη κλωστή που διατρέχει το βιβλίο. Ο συγγραφέας ενώνει βέβαια τη φωνή του με όσους ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων και επικρίνει την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης από μια Γερμανία η οποία συχνά ζητά από άλλους πράγματα που η ίδια δεν εφαρμόζει.
Η κοινωνική πολιτική και η στρατηγική της Λισαβόνας απέδωσαν ελάχιστα, παρά τις διακηρύξεις. Η διαπραγματευτική δύναμη του κεφαλαίου έχει ενισχυθεί σε βάρος της εργασίας. Η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη αποτυχία της αγοράς και βέβαια η αντιμετώπισή της απαιτεί μια συμπεριληπτική προσέγγιση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την εξωτερική πολιτική. Ο Τσούκαλης υποστηρίζει την ευρωπαϊκή αυτονομία, καθώς τα συμφέροντα ΗΠΑ και Ευρώπης δεν συμπίπτουν πάντα και η ασυμμετρική εξάρτηση από την Ουάσινγκτον δεν μας συμφέρει.
Γνωρίζοντας προφανώς το μακαρθικό κλίμα που κυριαρχεί και πάλι στη Δύση, σημειώνει: «Αυτά δεν είναι αριστερή, αντιαμερικανική προπαγάνδα» και παραπέμπει σε αμερικανική μελέτη, συγκλίνουσα με τις απόψεις του. Επικαλούμενος τον Κέναν, επισημαίνει την ευθύνη και της Δύσης για το ότι φτάσαμε στη σημερινή ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την οποία βέβαια καταδικάζει. Η Ρωσία είναι μέρος της Ευρώπης, μας θυμίζει. Αντιτίθεται και στον «πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο» κατά της Κίνας. Η Ευρώπη, με το αποικιακό της παρελθόν, επιβάλλεται να συμπεριφέρεται με μεγαλύτερη σεμνότητα, προσθέτει.
Τον συγγραφέα απασχολούν οι αντιδημοκρατικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Ενωσης: τα μέτρα στο προσφυγικό αντιφάσκουν με τις αξίες μας, γράφει, αν και αναγνωρίζει πως το πρόβλημα είναι δύσκολο. Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία αφήνει λίγο χώρο για τη δημοκρατία, διαπιστώνει προσπαθώντας να εξηγήσει τα δημοψηφίσματα που επανειλημμένα απορρίπτουν την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι εξελίξεις σε Ουγγαρία και Πολωνία δείχνουν πως η ανατολική διεύρυνση δεν ήταν όσο επιτυχής διαφημίζεται. Πώς να «εξαγάγουμε» τη δημοκρατία σε τρίτους όταν εμείς δεν την τηρούμε, διερωτάται.
Η έμφαση του βιβλίου είναι στην κριτική περιγραφή της Ε.Ε., από την οποία προκύπτουν και πολλά για το τι απορρίπτει και τι προκρίνει ο συγγραφέας. Στο σκέλος των συγκεκριμένων προτάσεων υποστηρίζει την κατάργηση της ομοφωνίας στην εξωτερική και τη δημοσιονομική πολιτική και τις «συμμαχίες των προθύμων» για την παραπέρα ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Απορρίπτοντας τον προστατευτισμό, εκτιμά ωστόσο πως οι δρόμοι της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χωρίζουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε τομείς όπως η εμπορική και η βιομηχανική πολιτική.
Παρά την πυκνή κριτική του στη σημερινή Ε.Ε., ο Τσούκαλης δηλώνει ανήσυχος, όχι όμως απαισιόδοξος ως προς το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τα βήματα που έγιναν με την πανδημία είναι ελπιδοφόρα και επιβεβαιώνουν τη θεωρία της σταδιακής προώθησης της ολοκλήρωσης. Για τις επιπτώσεις του πολέμου της Ουκρανίας είναι λιγότερο βέβαιος: «Ο Πούτιν, μεγάλος ενοποιός της Ευρώπης, ή αυτός που θα πάει πίσω πολλά χρόνια τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες για στρατηγική αυτονομία;», διερωτάται. Ομως και εδώ, μέσα από τις γραμμές, φαίνεται να πιστεύει (ή να ελπίζει;) περισσότερο στις ενοποιητικές επιπτώσεις του πολέμου.
Εδώ πάντως θα μπορούσε να παρατηρηθεί πως υπάρχει και μια λιγότερο αισιόδοξη ανάγνωση της κατάστασης και των προοπτικών. Ο πόλεμος μπορεί μεν να επιδρά θετικά σε ορισμένα θέματα (π.χ. στο Βορειοϊρλανδικό ή στη μείωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο), όμως συνολικά η προώθηση του ευρωπαϊκού σχεδίου με όρους πλήρους υποταγής στις ΗΠΑ και μετατροπής της Ενωσης σε οιονεί πολεμική συμμαχία είναι αμφιβόλου βιωσιμότητος και δύσκολα συμβαδίζει με το σχέδιο για μια ισχυρή, αυτόνομη, φιλειρηνική και αλληλέγγυα Ευρώπη.
Γενικότερα, η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει πως τα θετικά βήματα έρχονται αργά και είναι κατά κανόνα ανεπαρκή για να αντισταθμίσουν τις ραγδαίες παγκόσμιες εξελίξεις στη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος και της πληροφορίας σε ελάχιστα και ανεξέλεγκτα χέρια, στην κλιματική αλλαγή και στις θηριώδεις ανισότητες. Αλλά και η ειρήνη, περιφερειακή και παγκόσμια, κινδυνεύει όλο και περισσότερο. Η αντιστροφή αυτών των τάσεων θα απαιτούσε βαθιές μεταρρυθμίσεις και ρήξεις για τις οποίες όμως δεν φαίνεται να υπάρχουν οι αναγκαίοι συσχετισμοί.
Το βιβλίο του Τσούκαλη περιγράφει χωρίς ωραιοποιήσεις την Ευρώπη και υποδεικνύει για όλα τα σημαντικά θέματα την προβληματική από φιλοευρωπαϊκή και προοδευτική σκοπιά. Το ότι δεν περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τα επόμενα βήματα δεν αποτελεί έλλειμμα του συγγραφέα, αλλά των προοδευτικών δυνάμεων και της Αριστεράς, σοσιαλιστικής και ριζοσπαστικής, που αναμφίβολα στέκονται κάπως αμήχανα μπροστά στον νέο, δυστοπικό κόσμο που μας απειλεί.
*Πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
