Ο Κόλσον Γουάιτχεντ αρέσκεται στη γοητεία του κλέφτη στο μυθιστόρημα «Μπέρδεμα στο Χάρλεμ». Οταν άρχισε να το γράφει, είχε μόλις τελειώσει τον «Υπόγειο σιδηρόδρομο» και ήλπιζε ότι ετούτη η ιστορία ενός κλεπταποδόχου στο Χάρλεμ της δεκαετίας του 1960 θα του πρόσφερε ικανοποιητικό διάλειμμα, όπως δήλωσε στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» το 2019.
Εξοργισμένος, όμως, από τους πυροβολισμούς μαύρων εφήβων, αποφάσισε να φέρει σε πέρας μια άλλη ιδέα που δούλευε, μια σκοτεινή ιστορία που έγινε «Τα αγόρια του Νίκελ», μια μυθιστορηματική περιγραφή της ζωής νεαρών ενός αναμορφωτηρίου στη Φλόριντα, οι οποίοι υπέστησαν ξυλοδαρμούς, σεξουαλική κακοποίηση και… δολοφονία.
Η περιπέτεια του Γουάιτχεντ στις δολοπλοκίες του Χάρλεμ φαίνεται σαν δραματική απόκλιση από τα δύο προηγούμενα βιβλία του, αστυνομικής πλοκής, αλλά περισσότερο εστιασμένα στην περιπέτεια του φυγά.
Στο τελευταίο έργο του, κύριος χαρακτήρας είναι ένας νεαρός έμπορος επίπλων, ο Ρέι Κάρνεϊ, ο οποίος εμπλέκεται σε ληστεία κοσμημάτων που τον αναγκάζει να αντιπαρατεθεί με τους αδύνατους όρους και τα πενιχρά μέσα που διαθέτει και με όσα αντιμετωπίζει ως μαύρος που προσπαθεί να σπρώξει τη ζωή του λίγο παραπέρα. Για να ξεφύγει από τις περιστάσεις, αναρωτιέται αν θα τα καταφέρει καλύτερα ακολουθώντας τον ίσιο και νόμιμο δρόμο. Οπως και οι άλλοι μαύροι καταστηματάρχες χρειάζεται να εξασφαλίσει κάποια τραπεζικά δάνεια και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα!
Παντού διεφθαρμένος κόσμος και ίδιοι κανόνες, σκέφτεται ο Ρέι, όλοι με έναν φάκελο στο χέρι! Με φόντο τις φυλετικές ταραχές του Χάρλεμ του 1964, τις λεηλασίες, την ανάπλαση της υποβαθμισμένης περιοχής και τους διεφθαρμένους μαύρους καπιταλιστές, το βιβλίο είναι ιστορία για την ιδιοκτησία και τη δύσκολη σχέση που είχαν και έχουν, ακόμη, οι Αφροαμερικανοί με αυτήν. Στον «Υπόγειο σιδηρόδρομο», ο Γουάιτχεντ έγραφε πως οι μαύροι ήταν κλεμμένα σώματα που δούλευαν σε κλεμμένη γη και αναρωτιόταν τι είναι κλοπή για έναν λαό που οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε ιδιοκτησία άλλων και για τον οποίο η ίδια η ελευθερία ήταν η απόλυτη ληστεία!
Εδώ, γνωρίζουμε τον Ρέι Κάρνεϊ, τον προμηθευτή των επίπλων στην 125η οδό, το 1959, κατά τη διάρκεια του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά η πρόοδος για την οποία ενδιαφέρεται εκείνος είναι περισσότερο ατομική. Με το όνομά του με μεγάλα γράμματα σε κεντρική λεωφόρο, αισθάνεται σίγουρος ότι έχει αφήσει πίσω την επαίσχυντη οικογενειακή καταγωγή (ο πατέρας του ήταν τοπικός απατεώνας και μικροκλέφτης που πυροβολήθηκε από την αστυνομία ενώ έκλεβε αντιβηχικό σιρόπι από φαρμακείο). Το κατάστημα που δημιούργησε ήταν γεμάτο από μεταχειρισμένα αντικείμενα, ορισμένα αμφίβολης προέλευσης. Ετσι, όταν ο ξάδερφός του, ο Φρέντι, τον ρωτάει αν μπορεί να δεχτεί κάποια κλεμμένα κοσμήματα, ο Ρέι αρχικά κωφεύει, με διάφορα επιχειρήματα.
Σε όλο το κείμενο υπάρχει συνεχόμενη και σκοτεινή διάκριση μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Κάποια στιγμή, φυσικά, βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα να ακολουθήσει τον Φρέντι στην εγκληματικότητα ή να προσπαθήσει να γίνει έντιμο μέλος της μαύρης επιχειρηματικής ελίτ του Χάρλεμ. Ωστόσο, ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο σιγά σιγά θολώνει, καθώς ο Ρέι συνειδητοποιεί ότι κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαστεί και τους απατεώνες με τα όπλα και εκείνους με τις επαγγελματικές κάρτες για να πάρει αυτό που θέλει, δηλαδή ένα διαμέρισμα.
Με τον καιρό, η αίσθηση του σωστού και του λάθους και κατ’ επέκταση η αίσθηση του εαυτού του ως γιου του Μάικ Κάρνεϊ ανατρέπονται. Η επιθυμία του να τον πάρουν ως σοβαρό, νόμιμο επιχειρηματία δεν έχει να κάνει μόνο με την αποτίναξη της φήμης του πατέρα του. Θέλει να επιδείξει ταυτόχρονα την αυτοδημιούργητη επιτυχία του στην οικογένεια της συζύγου του. Ιδιοκτήτες ενός αρχοντικού στο Χάρλεμ και απόγονοι μαύρων γαιοκτημόνων στο Μανχάταν, που ισοπεδώθηκε για να γίνει το Σέντραλ Παρκ, ο Λίλαντ και η Αλμα Τζόουνς αντιμετωπίζουν την επιλογή του γαμπρού τους με περισσή περιφρόνηση.
Ο Γουάιτχεντ σκιαγραφεί την υποκρισία του συστήματος δικαιοσύνης και τις ψευδείς ηθικές επιταγές που θέτει ο καπιταλισμός. Οταν του δίνεται η ευκαιρία να γίνει μέλος μιας ελίτ ένωσης μαύρων επιχειρηματιών, η φαντασίωση εντείνεται. Ο Γουάιτχεντ αντιπαραβάλλει την άποψη του Ρέι, αφού όταν βλέπει ταμπέλες διαμαρτυρίας για την απαλλοτρίωση του χώρου όπου πρόκειται να ξεκινήσει η κατασκευή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, θυμάται τις λεηλασίες και τα λάφυρα.
Εκείνη η καταστροφή, σκέφτεται, ήταν αμελητέα μπροστά σε αυτήν, μπροστά του. «Αν εμφιάλωνες την ελπίδα και την οργή όλων των ανθρώπων του Χάρλεμ και την έκανες βόμβα, το αποτέλεσμα θα έμοιαζε κάπως έτσι». Μπορεί πραγματικά η κλοπή να είναι έγκλημα –ρωτά το μυθιστόρημα– σε μια χώρα που έχει χτιστεί πάνω σε αυτήν;
Ο Γουάιτχεντ ακολουθεί τη μακρά παράδοση μαύρων συγγραφέων που χρησιμοποιούν ανατρεπτικά την αστυνομική λογοτεχνία, για να εκθέσουν τις υποκρισίες του συστήματος δικαιοσύνης, τις ψευδείς ηθικές επιταγές που θέτει ο καπιταλισμός και βεβαίως το γεγονός ότι η ίδια η Αμερική γεννήθηκε από μια κλοπή στην οποία όλοι υπήρξαν συνένοχοι!
* Δ/ντής Χειρουργικής – Συγγραφέας
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
