Ο πατέρας μου έζησε αρκετά χρόνια σε χώρα του «ανατολικού μπλοκ». Εφυγε μόνος, παιδί ακόμη, από ένα χωριό της Μακεδονίας, εκείνη τη σκοτεινή εποχή όπου όλα ήταν χωρισμένα σε δυο στρατόπεδα. Τώρα, που έχει πεθάνει, μετανιώνω πικρά που δεν πρόλαβε να μου αφηγηθεί ιστορίες από κείνη την «άγνωστη» χώρα.
Πίστευα ότι θα είχαμε αρκετό χρόνο μπροστά μας. Δεν έδωσα τότε σημασία στην Τζέννυ Ερμπενμπεκ που με είχε προειδοποιήσει λέγοντάς μου ότι και η ίδια ποτέ δεν το είχε σκεφτεί ότι συμβαίνει τόσο ξαφνικά να ανοίγουν τα σύνορα ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που δεν είναι.
Η Ογκάουα
Στο βιβλίο της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα «Η αστυνομία της μνήμης» βυθιζόμαστε σε έναν κόσμο όπου οι αναμνήσεις είναι ένα φορτίο επικίνδυνο και η εξουσία μέσω της «αστυνομίας της μνήμης» επιτηρεί τη συμμόρφωση. Οι άνθρωποι μιλούν ψιθυριστά για τις «απαγορευμένες» αναμνήσεις τους, αλλά σε λίγο καιρό κανείς σχεδόν δεν μπορεί να θυμηθεί τι ήταν αυτό που «απαγορεύτηκε» κι ύστερα «χάθηκε». Η λήθη, μέσα από την «παραχάραξη» του παρελθόντος επικρατεί, εξοβελίζοντας τη μνήμη.
Ο Αντονι Μάρα
Τα διηγήματα του Αντονι Μάρα, που ουσιαστικά συγκροτούν μυθιστόρημα, ένα οδοιπορικό στη Ρωσία και την «ανθρωπογεωγραφία» της μέσα στον χρόνο, όπου τόποι, πρόσωπα, αντικείμενα εμφανίζονται ξανά σε διαφορετικά διηγήματα [Σιβηρία, το Κίροφσκ (σαν τόπος κατοικίας και εξορίας) και οι υψικάμινοι νικελίου, ο Κόλια, η Γκαλίνα (η ατάλαντη αλλά διάσημη γυναίκα του ολιγάρχη), Τσετσενία, Γκρόζνι, ο πίνακας που απεικονίζει λιβάδι «σπαρμένο» με νάρκες, τα δυο βαζάκια από τουρσί με τις στάχτες των γονιών, η 90λεπτη κασέτα maxell «με το κύκνειο άσμα ενός εξαφανισμένου κόσμου», η αγαπημένη καρτ ποστάλ της μητέρας με τη Μαύρη θάλασσα)], έχουν κάτι από την εφιαλτική ατμόσφαιρα της Ογκάουα.
Στις ιστορίες του, εξαιρετικά διεισδυτικές σκέψεις και χιούμορ συνταιριάζονται αρμονικά. Η εγκυρότητα των παρατηρήσεών του πάνω στην «ανθρώπινη συνθήκη» της μεγάλης αυτής χώρας πηγάζει κι από το γεγονός ότι ενώ μεγάλωσε στις ΗΠΑ έζησε και σπούδασε στη Ρωσία.
Η «παραχάραξη» του παρελθόντος –όπως την περιγράφει αριστοτεχνικά– δείχνει να είναι μια συνθήκη που διατρέχει ένα κομμάτι του παρελθόντος της. Τη σταλινική περίοδο οι διαφωνούντες εξορίζονταν, όντας ανίκανοι να μάθουν ότι δεν μπορείς να αφεθείς με εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν ξέρεις, αλλά ούτε (κυρίως) σε αυτούς που (νομίζεις ότι) γνωρίζεις. Ρίσκαραν προκειμένου να μάθουν τι σημαίνουν οι λέξεις προδοσία και ανθρώπινη φύση. Οταν πλέον νόμισαν ότι τις έμαθαν, γύρισαν πίσω. Ο τόπος που αντίκρισαν τους φάνηκε ίδιος, οι ίδιοι όμως ήταν άλλοι.
Επειτα η φιλελευθεροποίηση. Οι νέοι Ρώσοι ολιγάρχες που λυμαίνονται τον δημόσιο πλούτο, το νέο χάσμα που ανοίγεται αυτή τη φορά ανάμεσα στους κατόχους του πλούτου και τους «από κάτω». Η διαφθορά, η εγκληματικότητα, με «τους γκάγκστερ… που κυβερνούσαν την πόλη το ίδιο βάναυσα με τους παλιούς δεσμοφύλακες».
Ο πόλεμος στην Τσετσενία. Μέσα στον χαλασμό, ανθρώπινες υπάρξεις που επιθυμούν να «χτίσουν μαζί μια ζωή από μικρές καλοσύνες», αλλά αμφιβάλλουν για τον ίδιο τους τον εαυτό, απόρροια της «διαστρέβλωσης του νοήματος» της μεγάλης Ιστορίας που έχει αφήσει μοιραία τα ίχνη της στον ψυχισμό τους: «Δεν με ευχαριστεί αυτό που υποκρύπτει η απόφασή μου να εμφιλοχωρήσω στη ζωή της με το πρόσχημα της έγνοιας. Βεβαίως και νοιάζομαι… Αυτό που δεν ξέρω είναι αν ό,τι έχω κάνει το έκανα από αγάπη ή από μοναξιά…»
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα. «Απλωσε το χέρι του και πίεσε με τ’ ακροδάχτυλα ένα αχνό τετραγωνάκι της ξεθωριασμένης ταπετσαρίας, εκεί όπου κάποτε κρεμόταν η καρτ ποστάλ της μητέρας του. Αν λέγαμε ότι ένιωθε τύψεις, θα ’ταν σαν να του αποδίδαμε ηθικούς φραγμούς σαν συνοριογραμμές στον χάρτη μιας χώρας που δεν υπάρχει πια.
Επειτα βημάτισε προς το παράθυρο. Παρατήρησε τις υψικαμίνους στο βάθος, και γύρω τους τη λίμνη με τα βιομηχανικά απόβλητα. Μια κίτρινη ομίχλη είχε σκεπάσει την πόλη. Πιο μακριά, ο Λευκός Δρυμός, το τεχνητό δάσος με μεταλλικά δέντρα και πλαστικά φύλλα, που φτιάχτηκε έπειτα από επιθυμία της γυναίκας του κομματάρχη καθώς “αισθάνθηκε νοσταλγία για τις σημύδες της νιότης της”. Κάτι είχε “παγώσει” μέσα του. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε πως η ζωή είναι κατάλληλη σχεδόν για όλα εκτός από εξηγήσεις. Υστερα νοερά επέστρεψε σ’ εκείνη την εποχή της ζωής του όπου είχε ακόμα την ευκαιρία να γίνει κάποιος άλλος, και για μια στιγμή απελευθερώθηκε απ’ το ποιος είναι».
Ο πατέρας
Κοιτάζω την τσαλακωμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία, τραβηγμένη στην εξοχή, κοντά σε μια πόλη του «ανατολικού μπλοκ» γύρω στα 1950. Μια νέα γυναίκα χαμογελάει στον νεαρό που βρίσκεται δίπλα της. Είναι άνοιξη. Ο ήλιος περνάει ανάμεσα απ’ τα φύλλα των δένδρων και ζεσταίνει τα πρόσωπά τους.
*Επιμελητής Ανηλίκων Βέροιας
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
