«Ακόμα και στο πνεύμα απαγορεύεται/
Να φύγει από τούτον τον κλοιό»
Σε αυτήν την πρόσφατη κυκλοφορία του, το διάσημο κείμενο του ακόμη διασημότερου συγγραφέα του, αν και οπωσδήποτε φροντισμένο, στέκει, πάντως, «απεκδυμένο» (όπως δηλώνει ο φιλότιμος και βιβλιόφιλος υπεύθυνος των εκδόσεων) από το πλούσιο πληροφοριακό υλικό της έκδοσης του 2013, οπότε η «Εκάτη» μετέφερε στα καθ’ ημάς (χωρίς, ωστόσο, να εκτιμηθεί όπως της άξιζε) την πρώτη δημοσίευση του αρχικού δακτυλογραφημένου (ο Οσκαρ Ουάιλντ ήταν από τους πρώτους Βρετανούς συγγραφείς που αποδέχτηκαν τη γραφομηχανή ως μέσο λογοτεχνικής παραγωγής) κειμένου (εμπλουτισμένου με πολλές χειρόγραφες προσθήκες), περισσότερο από 120 χρόνια μετά τη συγγραφή του (1890), καθώς μόλις(!) το 2011 εκδόθηκε από τον οίκο «The Belknap Press of Harvard University Press», με την εξαιρετική, διπλή Εισαγωγή και τα διεξοδικά Σχόλια/Σημειώσεις ανά κεφάλαιο του πανεπιστημιακού Νίκολας Φράνκελ.
Από τις εκδόσεις «Εκάτη» (ο ιδρυτής των οποίων, παλιός τσιγκογράφος, Κωστής Νικολάκης, είχε ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ως πλανόδιος πωλητής και για τις οποίες ο Μένης Κουμανταρέας είχε πει ότι είναι «φτιαγμένες από στέρεα υλικά, τη στέρηση και το μεράκι») έχουν κυκλοφορήσει παλαιότερα σε έναν τόμο με τον τίτλο «Το σπίτι με τις ροδιές» 2 κύκλοι διηγημάτων του Ο. Ουάιλντ, καθώς και η συγκλονιστική «Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ» (από όπου και το αρχικό παράθεμα εδώ), την οποία ο συγγραφέας είχε εκδώσει με το ψευδώνυμο C.3.3, τον αριθμό μητρώου του στη φυλακή: πτέρυγα C, όροφος 3, κελί 3.
Ο Οσκαρ Ουάιλντ έκανε την πρώτη του, εντυπωσιακή, εμφάνιση στον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών το 1881· εννέα χρόνια αργότερα δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα στην Αγγλία και στις ΗΠΑ, στο «Μηνιαίο Περιοδικό του Λίπινκοτ», το ανά χείρας «ανατρεπτικό» μυθιστόρημα, πρόλογος, κατά έναν τρόπο, των δικών που ξεκίνησαν 5 χρόνια μετά και στις οποίες το εν λόγω κείμενο χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του.
Το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» εδραίωσε άμα τη εμφανίσει του το πνευματικό και κοινωνικό πορτρέτο, το ύφος και το ήθος του συγγραφέα του, ανάγοντάς τον σε σύμβολο λατρείας και, σύντονα, σε στόχο άγριων επιθέσεων. Ετούτο το μυθιστόρημα, όπως γράφει στη «Γενική Εισαγωγή» ο Ν. Φράνκελ, «άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Βικτωριανοί έβλεπαν και αντιλαμβάνονταν τον κόσμο όπου ζούσαν, ιδιαίτερα σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και τον ανδρισμό.
Ηταν ο προάγγελος του τέλους ενός καταπιεστικού “βικτωριανισμού”. […] Η εγκληματοποίηση της ομοφυλοφιλίας [η λέξη “ομοφυλόφιλος” εισέρχεται, ως επίθετο αρχικά, στην αγγλική μόλις εκείνην τη δεκαετία] και το παράδειγμα της ζωής και του έργου του Ουάιλντ» γίνονται «ορόσημο για την αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας ως ξεχωριστής σεξουαλικής και κοινωνικής ταυτότητας».
Η συγκεκριμένη μυθοπλαστική πρόκληση, έργο ενός ήδη τότε ευρέως γνωστού για την καυστικότητα και την εκκεντρικότητά του, ευφυέστατου και καλλιεργημένου συγγραφέα, προσγειώθηκε στα χέρια του αναγνωστικού κοινού τον Ιούνιο του 1890, εν τω μέσω της γενικευμένης υστερίας που είχαν προκαλέσει στη Βρετανία η Τροπολογία του ριζοσπαστικού Χένρι Λαμπουσέρ περί «προσβολής των δημοσίων ηθών» και η Υπόθεση της Οδού Κλίβλαντ, με τους εμπλεκόμενους «παράνομους αριστοκράτες». Εξ ου και η όλως ιδιαίτερη «κωδικοποίηση» ορισμένων στοιχείων του κειμένου, όπως το ίδιο το όνομα «Ντόριαν» ή οι επανερχόμενες λέξεις «προσωπικότητα», «ρομαντικό συναίσθημα», «φιλία» ως υποκατάστατα για την «ομοφυλοφιλική έλξη».
Πέραν, ωστόσο, της κωδικοποίησης, ο Οσκαρ Ουάιλντ υποχρεώθηκε, αφ’ ενός, να αφαιρέσει περίπου 500 λέξεις πριν από την αρχική δημοσίευση στο περιοδικό (οι οποίες επίσης έχουν αποκατασταθεί στην παρούσα έκδοση, ενώ αποτελούν τη μόνη «οικειοθελή» αφαίρεση, που, με τη σειρά της, οδήγησε στη «μόνη ανόθευτη παραλλαγή του κειμένου που έχει εγκριθεί») και, αφ’ ετέρου, ανταποκρινόμενος στις κριτικές που του έγιναν και στην επιμονή των εκδοτών Γουόρντ, Λοκ και Σία σε ό,τι αφορούσε την αυτοτελή κυκλοφορία σε βιβλίο το 1891, να «χαμηλώσει τους τόνους» του ομοφυλοφιλικού θέματος και να προχωρήσει σε συγκεκριμένες διαγραφές.
Καθώς όλες οι μεταγενέστερες εκδοχές (ακόμη και εκείνη η αρχική, του περιοδικού) περιέχουν «νοθεύσεις» ενός ή άλλου είδους, το δακτυλογραφημένο κείμενο στο οποίο βασίζεται η παρούσα έκδοση αποτυπώνει τη βούληση του συγγραφέα του στην καθορισμένη στιγμή της πρώτης καταγραφής, χωρίς αυτό να σημαίνει, όπως αναλυτικά δείχνει ο Ν. Φράνκελ στη δεύτερη, ειδικότερη, «Εισαγωγή στο Κείμενο», ότι είτε οι «αρχικές» είτε οι «τελικές» προθέσεις ενός συγγραφέα μπορούν (εύκολα) να εξακριβωθούν.
Το επιστημονικό περικείμενο της πλήρους έκδοσης εξετάζει, βέβαια, και τις άλλες πτυχές του μυθιστορήματος, όπως επί παραδείγματι: α) τη σύνδεσή του με τη μόδα του «αισθητιστικού πορτραίτου» (ο «Σύλλογος των Προσωπογράφων» ιδρύθηκε ακριβώς το 1891), κατά τη δημιουργία του οποίου οι καλλιτέχνες «ενδιαφέρονταν λιγότερο για μια αυστηρά πιστή απεικόνιση των μοντέλων τους και περισσότερο για μια ερμηνευτική απόδοση», για τη σύλληψη ενός «υπερβατικού, απόκοσμου ιδεώδους», ή β) την επίδραση που αποδεδειγμένα δέχτηκε ο Οσκαρ Ουάιλντ από τις διακοσμητικές τέχνες (εξ ου και η προσήλωσή του «στην οικιακή διακόσμηση και επίπλωση» στο «Ντόριαν Γκρέι»).
Η ως άνω αισθητιστική λατρεία για την ομορφιά είχε τον αντίκτυπό της και στη γλώσσα της «συχνά περίτεχνης πρόζας» του εν λόγω μυθιστορήματος, χρωματίζοντας την εικονοπλασία και τους ρυθμούς της. Μέσω των επιδράσεων, ως προς τα παραπάνω, από τον ποιητή–ζωγράφο Dante Gabriel Rossetti, τον ποιητή–διακοσμητή William Morris και, οπωσδήποτε, από τον κλασικιστή, ιστορικό και φιλόσοφο της Τέχνης Walter Pater, ο Οσκαρ Ουάιλντ διαμόρφωσε και το προσωπικό του «πιστεύω» για τον σαφή διαχωρισμό της τέχνης από την ηθική αλλά και από τις ωφελιμιστικές αξίες της βικτωριανής αντίληψης.
Ολα όσα, επιγραμματικά σχεδόν, αναφέρθηκαν εδώ καθιστούν την πλήρη έκδοση απόκτημα πολύτιμο για όσες και όσους ενδιαφέρονται να αναγνώσουν/γνωρίσουν και να κατανοήσουν, ουσιαστικά και εις βάθος, το έργο, τον συγγραφέα και την εποχή τους.
