ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διαβάζοντας το βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ ένιωσα να επαναλαμβάνω τη διερώτηση που διαχέεται στους τρεις προλόγους των εκδόσεων για το τι είναι αυτό το βιβλίο. Πού ταξινομείται; Η απορία παραμένει ακόμη και μετά την τελευταία σελίδα.

Είμαστε προσκολλημένοι στην εγγενή τάση των κοινωνιών να δημιουργούν κουτάκια και να ταξινομούν τα πάντα. Από διάθεση να νιώσουν ασφάλεια σε σχέση με τα σχήματα και τις συμπεριφορές που γνωρίζουμε.

Το βιβλίο του Κινγκ δεν προσφέρεται για ταξινόμηση. Γλιστράει κάθε φορά που επιχειρείται η τοποθέτησή του σε κάποια ομάδα. Προσωπικά θα αποδεχτώ την προσωπική του επιλογή ότι είναι ένα ερωτικό γράμμα στη μουσική και τους Ηπειρώτες.

Θα πρόσθετα στους παραλήπτες της ερωτικής επιστολής και τον εαυτό του. Οι πρόλογοι αλλά και όλο το βιβλίο συνιστούν μια διαδικασία αυτοβύθισης στην ψυχή του και αναζήτησης ενός τόπου, πραγματικού και συμβολικού, ο οποίος θα του προσφέρει την εσωτερική πλήρωση αλλά και τη δυνατότητα να ιχνηλατήσει διαστάσεις του μουσικολογικού του έργου αλλά και των ενδιαφερόντων του. Η Ηπειρος, το Ζαγόρι πρωτίστως και το Πωγώνι δευτερευόντως, και η μουσική του τόπου λειτουργούν ως ο πραγματικός και συμβολικός τόπος για την αναγέννησή του.

Συνεπώς το βιβλίο του είναι μια αναμέτρηση με τον εαυτό του και το έργο του. Με τα προσωπικά κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα. Είναι μια κατάθεση ψυχής και μια καθομολογία της επίδρασης που άσκησε πάνω του η γνωριμία με τον τόπο και τη μουσική του. Το βιβλίο είναι προγραμματική δήλωση για μια νέα πνευματική αρχή που διατρέχει όλη την ύπαρξή του αλλά και όλο το επιστημονικό και κοσμολογικό του σύμπαν.

Το βιβλίο του θα μπορούσε να εκληφθεί, υπό μία έννοια, ως αυτοβιογραφία. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Είναι η συλλογή των 78 στροφών, το πάθος του που τον οδηγεί ενστικτωδώς στην αποδοχή του θάμβους από τη συνάντηση με παλιούς δίσκους στην Κωνσταντινούπολη. Με την ευκαιρία αυτή θυμάμαι τη συζήτηση με τον Γιώργο Παπαδάκη κατά τη διάρκεια του ερευνητικού προγράμματος «Μουσική και Μουσικοί» στη Θράκη. Είναι ο πρώτος στην Ελλάδα που έθεσε επανειλημμένα το ζήτημα της αλλαγής της μουσικής με τη γραμμοφώνηση, αλλαγή που επεκτεινόταν και στη σχέση των μουσικών με το ρεπερτόριο, οι οποίοι κατοχύρωσαν πολλά δημοτικά τραγούδια ως δικά τους λόγω του χρονικού πλεονεκτήματος στη γραμμοφώνηση.

Ακόμη θυμάμαι τις απαντήσεις των γυναικών στον βόρειο Εβρο όταν γινόταν καταγραφή του τοπικού ρεπερτορίου που είχε κυκλοφορήσει από γνωστό τραγουδιστή. Τα δικά μας δεν είναι έτσι όπως τα τραγουδάει, ισχυρίζονταν. Είναι διαφορετικά.

Ο Κινγκ έχει στέρεο υπόστρωμα ώστε να γνωρίζει όλο αυτό το πλαίσιο. Οι δίσκοι των 78 είναι ο πλούτος του. Σ’ αυτό το συλλεκτικό πάθος οφείλει τη συνάντησή του με τα φωνογραφικά τεκμήρια της Ηπείρου. Σ’ αυτά οφείλουν και οι αναγνώστες/τριες τη συνάντησή τους με τον Κινγκ, στους οποίους αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση στη συνάντησή τους με το πολύπαθο δημοτικό τραγούδι. Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει πολλές διαστάσεις: το προσωπικό και το πολιτισμικό, τον ερευνητή και το αντικείμενο έρευνας, το εντόπιο δημοτικό τραγούδι αλλά και τη διεθνή λαϊκή μουσική, τον χώρο των τελετουργιών και τη μεταρσίωση των τελετουργικών υποκειμένων.

Σ’ όλα αυτά είναι παρών, σωματικά και διανοητικά, ο συγγραφέας. Αναζητά και θέτει ερωτήματα. Χρησιμοποιεί τρόπους επικοινωνίας, πρωτίστως το δημοτικό τραγούδι αλλά και άλλες τεχνικές. Δημιουργεί δίκτυα επικοινωνίας και συμμετέχει στα γλέντια. Συγκρίνει μουσικές του αμερικάνικου Νότου με τα μοιρολόγια του Ζαγορίου. Για παράδειγμα τους στίχους «τρεις πήχες σάβανο/να ντύσει το κορμί του» από το μοιρολόι «Ποιος πλούσιος απέθανε», σε φωνογράφηση του Δημητρίου Χαλκιά, θέτει απέναντι από τον στίχο «τρεις πήχες γη μάς κάνουν όλους του αυτού μεγέθους» που ηχογραφήθηκε (1928) από τον Οσκαρ Λ. Κόφεϊ στο Ρίτσμοντ της Ιντιάνα.

Η προσφορά του Κινγκ είναι πολύ σημαντική. Με τρόπο ανάλαφρο, χωρίς να βομβαρδίζει τους αναγνώστες/τριες με θεωρίες και βαρύγδουπα ονόματα και ορισμούς, θέτει σημαντικές διαστάσεις της έρευνας αλλά και πολλών ακροατών, που έχουν μια συναισθηματική σχέση με τον λαϊκό πολιτισμό, είτε το άκουσμα και η παρατήρηση γίνονται αφορμή για ευρύτερα ζητήματα, τόσο για την προέλευση της μουσικής και τη σχέση μαζί της όσο και για τη σημερινή κατάσταση, ιδίως στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και τα πεδινά της Ηπείρου, όπου η δημοτική μουσική βιάζεται συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση.

Κάτι αξιοπρόσεκτο στο βιβλίο είναι η ενσώματη και διανοητική παρουσία του συγγραφέα σ’ αυτό. Κατά κανόνα, οι επιστήμονες αποφεύγουν να γίνουν ορατοί στους αναγνώστες/τριες. Προσπαθούν να αποκρύψουν την προσωπική εμπλοκή. Ο Κινγκ αντίθετα επιδιώκει να εμπλέξει τον εαυτό του. Δεν ξέρω πόσο έχει επηρεαστεί από αυτό που ονομάζεται αυτο-εθνογραφία, όμως ένα είναι βέβαιο: Ο ίδιος είναι ερευνών και ερευνώμενος. Οι εμπειρίες του οι προσωπικές γίνονται μέρος του υλικού για το βιβλίο. Και αυτό δεν περιορίζει την αντικειμενικότητα. Αντίθετα, διαμορφώνει συνθήκες επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό που ταυτίζεται με όσα γράφει.

Ο Κινγκ αντιμετωπίζει το μοιρολόι, που για την Ηπειρο δεν αφορά μόνο τον θάνατο, το δημοτικό τραγούδι γενικότερα ως ένα τελετουργικό γεγονός, στο οποίο συμμετέχουν το σώμα, η ψυχή, το άτομο και η ομάδα, ο τόπος, ο κόσμος.

Πρόκειται για το πανηγύρι, που είναι μια συμπαντική τελετουργία, κατά τη διάρκεια της οποίας ανασυγκροτείται η κοινότητα, αναζωογονείται ο χώρος, ανατροφοδοτούνται το σώμα και η ψυχή με υλικά αγαθά (τσίπουρο, φαγητό), που λειτουργούν ως κοινωνία στην τοπικότητα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το προσωπικό του παράδειγμα για να μας υπενθυμίσει όσα ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει ως εξάλλαξη των ειωθότων. Με άλλα λόγια ως υπέρβαση της καθημερινότητας αλλά και ως μέθεξη με τον χρόνο της κοινότητας και του ανθρώπινου πολιτισμού.

Μια άλλη σημαντική διάσταση των όσων ανιστορεί ο Κινγκ σχετίζεται με τη διεθνή διάσταση. Τοποθετεί στο ίδιο πάλκο την τέχνη του Ζούμπα, του Χαρισιάδη, του Καψάλη μ’ εκείνη του Γουάιτ, του Κόφεϊ και άλλων. Το μοιρολόγια της Ηπείρου συνδιαλέγονται με τα μπλουζ της απελπισίας. Η μουσική γίνεται μια παγκόσμια γλώσσα που οδηγεί στο κοινό υπόστρωμα: στην ανθρώπινη μοίρα που είναι πέρα από οποιαδήποτε σύνορα.