Η οικοκλιματική κρίση απαιτείται να αποκρουστεί έτσι όπως πραγματικά είναι: έκφανση και μέρος ενός ανεξέλεγκτου (ορθότερα μη ελέγξιμου, καθότι διάχυτου, πολυπλόκαμου και αόρατου πλέον) και με τεχνο-ολοκληρωτικά και επιτηρησιακά χαρακτηριστικά μεγεθυνσιακού και συγκεντροποιητικού μεγασυστήματος-τέρας, που στοχεύει στο γρήγορο υπερ-κέρδος. Δηλαδή όχι απλώς, ως συνήθως λέγεται (στο πλαίσιο της αντίληψης ενός ηθικού, ανθρώπινου ή πράσινου καπιταλισμού), ως μια δυσλειτουργία της ανταγωνιστικής αγοράς (της πράσινης τώρα) και της απληστίας όσων δρουν εντός της. Ούτε, τέλος, ως έλλειψη μιας ατομικής ηθικής περιβαλλοντικής ευθύνης/εκπαίδευσης.
Η συγκεκριμένη οικοκλιματική κρίση δεν έπεσε από τον… ουρανό ως φυσικό ουράνιο φαινόμενο. Προήλθε από το εξελικτικό αποτέλεσμα συγκεκριμένης τριακοσίων περίπου ετών διαδικασίας οικονομικής (μεγεθυνσιακής και παραγωγιστικής) αλλά και ιδεολογικοπολιτικής. Γι’ αυτό απαιτείται να αντιμετωπιστεί ως κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή όχι μόνο τεχνοεπιστημονικά, αλλά πρωτίστως, αφού αφορά τους ίδιους τους πολίτες στο πλαίσιο του «δήμου» και τις σχέσεις τους με τη φύση, πολιτικά και δημοκρατικά: με αμεσοσυμμετοχή των πολιτών στο πλαίσιο νέων θεσμών και αξιών.
Υπό αυτή την οπτική, εξετάζεται η προσφορότητα θεσμών της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΚΑλΟ), όπως είναι οι συνεργατικοί συνεταιρισμοί, να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση αυτή. Πράγματι ενώ συνήθως η ΚΑλΟ προβάλλεται ως αντίδοτο στην οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν έχει αναδειχτεί ο ρόλος της στην αντιμετώπιση της οικοκλιματικής κρίσης και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης μέσω μιας εναλλακτικής οργάνωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων παραγωγής, κατανάλωσης και διανομής αγαθών και υπηρεσιών. Ειδικότερα, είναι διερευνητέο κατά πόσο μπορούν οι συνεργατικοί συνεταιρισμοί στις διάφορες εκδοχές τους (παραδοσιακότερες και πιο σύγχρονες) να αποτελέσουν μέρος, αν όχι των λύσεων, πάντως των στρατηγικών ανάσχεσης και άμβλυνσης πρόδρομων και ύστερων συνεπειών της οικοκλιματικής κρίσης.
Παράλληλα δε, εάν θα μπορούσαν να γίνουν και εφαλτήριο για την προώθηση ενός πολιτικού οικομετασχηματισμού. Μια τέτοια κατεύθυνση έχει ως προαπαιτούμενα κυρίως μια οικονομική δημοκρατία (δημοκρατικός σχεδιασμός και κοινωνικός έλεγχος της οικονομικής εξουσίας σε όλα τα επίπεδα), καθώς και νέους θεσμούς και νέες σχέσεις, που θα ανοίγουν ένα ευρύ φάσμα δυνατοτήτων.
Οι συνεταιρισμοί καλούνται εν προκειμένω να συνεισφέρουν τις δικές τους αξίες και να δίνουν νέα μέτρα σύγκρισης και επανεκτίμησης υφιστάμενων αξιών. Μέσω αυτών διαμορφώνουν ένα πεδίο ώσμωσης και συλλειτουργούν με άλλους θεσμούς της ριζοσπαστικής οικολογικής οικονομίας αλλά και οικοκοινωνικών κινημάτων και πρακτικών που εμπνέονται από παρεμφερείς αξίες και αρχές. Θεσμοί δηλαδή οι οποίοι και αυτοί, έχοντας ως προοπτική ακριβώς την ανάσχεση των συνεπειών που προκάλεσε (και προκαλεί) η οικοκλιματική κρίση, θα κατατείνουν στη δημιουργία συνθηκών για σταδιακή εξάλειψη των παραγόντων που την εξέθρεψαν και την επιτείνουν. Ας συνεκτιμηθεί σχετικά πως και οι συνεταιρισμοί, δραστηριοποιούμενοι συνήθως στη μικρή και τοπική κλίμακα, απευθύνονται, κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς, στα λιγότερο ενσωματωμένα στρώματα του πληθυσμού τα οποία είναι λιγότερο «εγκλωβισμένα» στο δεσπόζον σύστημα αξιών και αναγκών και αναζητούν διεξόδους και εναλλακτικές διαδρομές.
Ετσι, για παράδειγμα, συνεταιρισμοί που αναζητούν και προσφέρουν τοπικής εμβέλειας εναλλακτικές λύσεις στον ενεργειακό τομέα (ενεργειακές κοινότητες – συνεταιρισμοί), μέσω της αξιοποίησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, για κάλυψη αναγκών των τοπικών κοινωνιών επαναφέρουν τον ήλιο και τον άνεμο στο πεδίο της τεχνολογίας. Αναβιώνουν στον κόσμο της πραγματικής ζωής και σε κάθε συγκεκριμένη και ιδιαίτερη βιοπεριοχή την παρουσία λησμονημένων μέσων επιβίωσης, ανανεώνοντας τους δεσμούς του ανθρώπου με τη φύση1 με ένα αληθινά οικολογικό περιεχόμενο. Οικο-συνεργατικά χωρο-τοπικά παραδείγματα συναντάμε και σε άλλους τομείς προστασίας του περιβάλλοντος αλλά και της διανομής αγαθών (π.χ. ισοδίκαιου εμπορίου κ.ά.).
Υπό ένα τέτοιο πρίσμα οι συνεταιρισμοί πραγματώνουν και την έβδομη αρχή της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ενωσης (ICA) αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος και το ενδιαφέρον για την κοινότητα. Επιπλέον μπορούν να προσφέρουν και στις αστικές περιοχές νέες συνάψεις σχέσεων-δεσμών. Μέσα από τη σύσταση, για παράδειγμα, συνεταιρισμών παροχής ποικίλων αναγκαίων υπηρεσιών (φροντίδας ηλικιωμένων, βρεφών, ασθενών αλλά και καθαριστηρίων, επισκευών, συσκευών κ.λπ.) δικτυώνεται σε μικρο-επίπεδο μια διακριτή συνεταιριστική οικονομία. Μια οικονομία επίσης ικανή να συμβάλει στον περιορισμό της εξάρτησης από το αυτοκίνητο, καθώς οι γείτονες (μέλη αλλά και μη) θα βρίσκουν και θα καλύπτουν σε κοντινές αποστάσεις αρκετές από τις ανάγκες της καθημερινότητάς τους. Ετσι, όπως τονίζει ο Laidlaw, θα είναι σαν να έχει φτιαχτεί μέσα στην πόλη ένα χωριό όπου τα άτομα θα αλληλοσυνδέονται αλλά και «…θα αισθάνονται “δεμένα” με αυτό»2.
Η συμβολή των συνεργατικών συνεταιρισμών εκδιπλώνεται με τρόπο που διευκολύνει την προαγωγή ενός τύπου ήπιας και συμφιλιωτικής με τη φύση αλλά και τον πλανήτη οικονομικής δραστηριότητας εντάσεως εργασίας, που εγγράφεται σε μια μεταμεγεθυνσιακή οικοκοινωνική κατεύθυνση. Δραστηριότητα και κατεύθυνση αφενός με θετικές περιβαλλοντικές εξωτερικότητες και αφετέρου προσανατολισμένη στην κάλυψη πραγματικών αναγκών των συνεταιριζόμενων πολιτών αλλά και των κοινοτήτων όπου αυτοί εγκαταβιώνουν (οικονομία των αναγκών και των σχέσεων). Παράλληλα οι συνεταιρισμοί αυτοί λειτουργούν στο πεδίο μεν της αγοράς (κυρίως της τοπικής ή και ευρύτερα), αλλά για διαφορετικές ή άλλου τύπου ανάγκες –δημιουργώντας πολλές φορές ξεχωριστή αγορά–, ιδίως ως αντίβαρο απέναντι στις δεσπόζουσες στην αγορά, έντονα ανταγωνιστικές, μεγα-επιχειρήσεις.
Συνοπτικά, οι συνεργατικοί συνεταιρισμοί συνιστούν τον προνομιακό οικοκοινωνικό χώρο, με μέτρο τον άνθρωπο και τη φύση, προάγοντας μια (αμεσοσυμμετοχική) δημοκρατική και αξιοχρησική οικονομία με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και ο διαφορετικός –σε σχέση με τις κεφαλαιοκρατικές και μεγεθυνσιακές επιχειρήσεις– δημοκρατικός τρόπος λειτουργίας τους και ειδικότερα ο διαφορετικός τύπος οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής των πλεονασμάτων, καθώς και των πηγών χρηματοδότησης.
ΠΗΓΕΣ
1. Murray Bookchin, «Προς μια απελευθερωτική τεχνολογία», Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1979, σ. 761.
2. A. F. Laidlaw, «Οι συνεταιρισμοί το έτος 2000», Αθήνα: ΙΣΕΜ, 1994, σ. 97.
