«Η ώρα του αστεριού» είναι το τελευταίο βιβλίο της εμβληματικής Βραζιλιάνας συγγραφέως, με σημαντικές επιδόσεις στην πεζογραφία («Κοντά στην άγρια καρδιά», «Οικογενειακοί δεσμοί», «Μήλο στα σκοτεινά», κυρίως «Τα κατά G.H. πάθη» κ.ά.), Κλαρίσε Λισπέκτορ, που γράφτηκε λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο των ωοθηκών, το 1977, στα 57 της χρόνια. Στο εκτεταμένο εργοβιογραφικό σημείωμα –είκοσι σελίδων– του μεταφραστή της, Μάριου Χατζηπροκοπίου, που περιλαμβάνεται στις εκδόσεις Αντίποδες, αναφέρει η ίδια με δήλωσή της ότι ο βαθύτερος στόχος της ήταν «να μιλήσει στο κοινό για μια ποδοπατημένη αθωότητα, μια ανώνυμη δυστυχία», ένα φτωχοκόριτσο. Τηρουμένων των αναλογιών, μας θυμίζει το καταγεγραμμένο στη συλλογική μας συνείδηση «κορίτσι με τα σπίρτα» του Αντερσεν.
Εχουμε, λοιπόν, ένα έργο κοινωνικού προβληματισμού το οποίο αναφέρεται στη ζωή μιας νεαρής κοπέλας, της Νορντεστίνας από το Nορντέστε, το φτωχότερο μέρος της Βραζιλίας, όπου κυριαρχούν ισχυροί γαιοκτήμονες, ενώ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και τρέφεται με ποντίκια (!).
Η Νορντεστίνα είναι δεκαεννιά χρόνων, σκληρά εργαζόμενη δακτυλογράφος, αλλά υποαμειβόμενη, γλυκιά και υπάκουη. Μετανάστρια και σημαδεμένη από ένα παρελθόν βουτηγμένο στην ορφάνια, τη φτώχεια, την αρρώστια και την ενδοοικογενειακή βία. Ακούει στο όνομα Μακαμπέα, το οποίο μας παραπέμπει στους Μακκαβαίους, άρα στην εβραϊκή καταγωγή της συγγραφέως, οιονεί αυτοβιογραφικό στοιχείο για την οικογένεια της Λισπέκτορ, που ήταν Εβραίοι μετανάστες από την Ουκρανία και ήρθαν στη Βραζιλία λόγω των πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων κατά τη διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου.
Οπως αναφέρει στο βιβλίο η Λισπέκτορ: «Σαν τη Νορντεστίνα υπάρχουν χιλιάδες κοπέλες σκορπισμένες σε τρώγλες, νοικιάζοντας ένα κρεβάτι σε κοινή κάμαρη, να εργάζονται πίσω από θυρίδες μέχρι εξόντωσης. Ούτε καν τους περνάει από τον νου πόσο εύκολα μπορούν να αντικατασταθούν και πως είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν δεν έχει και μεγάλη διαφορά».
Η ίδια, ως μικρή Κλαρίσε (πρώην Χάγια στα εβραϊκά, ελληνικά «ζωντανή»), έζησε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας στην πόλη Μασεϊό. Ωστόσο ξέφυγε από αυτές, όταν η οικογένειά της μετακόμισε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, καταφέρνοντας να μορφωθεί –περίπτωση από τις σπάνιες εξαιρέσεις– και να διαπρέψει ως δημοσιογράφος και συγγραφέας. Ακόμα, να παντρευτεί διπλωμάτη (τον οποίο αργότερα χώρισε, μην αντέχοντας τις κοσμικότητες του επαγγέλματός του) και να αποκτήσει δύο γιούς. Τελικά επέλεξε τη μοναχική ζωή, αρθρογραφώντας και συγγράφοντας αδιάκοπα…
Ζούμε σε μια εποχή που τα δυτικά πρότυπα επιβάλλουν για το γυναικείο φύλο να είναι η «wonder woman» (σχετικό κόμικς): το σούπερ θηλυκό, η σούπερ μαμά, η τέλεια επαγγελματίας και ιδανική σύζυγος, ανεξαρτήτως κοινωνικής καταγωγής. Ετσι, το άσημο κι απόκληρο κορίτσι, άχαρο και ασθενικό λόγω της φτώχειας, του οποίου τον τύπο δανείστηκε η συγγραφέας, όταν συνάντησε στον δρόμο ένα παρόμοιο κορίτσι «με την αίσθηση του χαμού» στο βλέμμα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα προτάγματα και τις φιλοδοξίες των μοντέρνων γυναικών.
Ωστόσο δεν είναι έξω από τη μεταμοντέρνα μας εποχή ως κοινωνικό φαινόμενο… «Η ώρα του αστεριού», επίσης, μου επιφύλασσε ένα διπλό σοκ: αφ’ ενός της κάπως «ανοίκειας» μοντερνιστικής γραφής στην πεζογραφία, αφ’ ετέρου των νατουραλιστικών λεπτομερειών στο περιεχόμενο, από μια ακραία, μίζερη ζωή –μέσα στην πείνα– και το τέλος της. Δεν της έλειπε, όμως, ούτε το τριαντάφυλλο ούτε ενίοτε ο κινηματογράφος και η θέληση για ζωή και έρωτα…
Οσο για τη μοντερνιστική γραφή, πρόκειται για ιδιότυπο μυθιστόρημα, όπου το προβάδισμα έχουν ο εσωτερικός μονόλογος και η συνειδησιακή ροή (τύπου Βιρτζίνιας Γουλφ) αφηγητή – εδώ ενός άντρα που αποτελεί το «προσωπείο» της Κλαρίσε, ως συνειδητή επιλογή της, γιατί ως άντρας θα είναι περισσότερο ανελέητη απέναντι στο κορίτσι-θύμα, προκειμένου να περιγράψει τη σκληρή ζωή του και να μην καταντήσει –από οίκτο– η ιστορία μελό. Από σεβασμό προς την ηρωίδα, της οποίας κιόλας η ζωή έχει κάποια αυτονομία από τον –μη παντογνώστη– αφηγητή…
Στην αίσθηση του ανοίκειου της γραφής της συνέβαλαν ακόμη η παράξενη σύνταξη, ο ελλειμματικός, κοφτός λόγος, κάποιες επαναλήψεις, χαρακτηριστικά ενός ύφους εξωτικού και μυστηριώδους, της λεγόμενης «ξενότητας» στη γραφή της. Τέλος, υπήρχε ένας μακροσκελής αυτοαναφορικός σχολιασμός για τη διαδικασία της γραφής, μια ενδιαφέρουσα, ωστόσο, «μετασυγγραφή», στα όρια του στοχαστικού δοκιμίου. Να προσθέσουμε στα υπέρ της έκδοσης τη μετάφραση του Μ. Χατζηπροκοπίου: απλή και ευρηματική, αναδεικνύει το κείμενο, χωρίς να «εξαφανίζει» την ιδιοτυπία της «ξενότητάς» του.
Σε συνάφεια με το βιογραφικό της –όχι εύκολα– μπορούμε να δούμε ακόμη τη νεαρή –ταλαιπωρημένη- Νορντεστίνα σαν μάσκα για την ίδια τη συγγραφέα, στο μακρινό παρελθόν της, που την έχει σημαδέψει, αλλά και στο οδυνηρό παρόν της, με τις βαθιές πληγές στο σώμα της από τραγικά ατυχήματα που συνέβησαν σε αυτή την ομορφογυναίκα και με την ασθένεια να υποβόσκει…
Η εξέλιξη της ιστορίας της Νορντεστίνας περιλαμβάνει μια γλυκόπικρη υπόμνηση του θανάτου που αφορά τόσο την ίδια τη συγγραφέα όσο και κάθε ανθρώπινο ον, ακόμα και λογοτεχνικό… Μόνο που στην περίπτωση της Μακαμπέα, μέχρι το τέλος της αφήγησης υπάρχει η προσδοκία ότι κάτι θα γίνει και θα σωθεί ή έστω θα «λάμψει» το σβησμένο της αστέρι, όπως της υποσχέθηκε η πόρνη-έμπορος ελπίδων (αν και δεν το είχε ανάγκη η κοπέλα, της ήταν αρκετό να ζει). Το τέλος έρχεται είτε σαν γροθιά στο στομάχι είτε –από μια άλλη οπτική– σαν λύτρωση…
Προσωπικά, θέλω να επισημάνω ακόμη ότι οι καλλιτεχνικοί πειραματισμοί της συγγραφέως, ευτυχώς, δεν καταλήγουν σ’ έναν δυσνόητο λόγο. Αντιθέτως, γίνεται κατανοητή, με υποδόριο –κάπως μαύρο– χιούμορ και ξεκάθαρους χαρακτήρες στο έργο. Πιστεύω ότι η άσημη Νορντεστίνα χαράσσεται στο μυαλό ακόμη και αυτών που δεν τους συγκίνησε, γιατί τελικά όλες οι ζωές «μετράνε»…
Σε αυτό το επίτευγμα συμβάλλει και η απλότητα στον λόγο και στην απόδοση του χαρακτήρα, όπως ταιριάζει σε μια «γυμνή» ύπαρξη. Οπως λέει και ο δικός μας μοντερνιστής ποιητής Γ. Σεφέρης: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί / ετούτη η χάρη./ Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που / σιγά σιγά βουλιάζει […]/ κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή/ μας αύριο κάνει πανιά».
