Στον πυρήνα του ο «Σκοτεινός καθρέφτης» είναι ένα βιβλίο για την εξουσία. Οι πληροφορίες είναι το οξυγόνο του ελέγχου. Η μυστικότητα και η παρακολούθηση, στην αλληλοσύνδεσή τους, καθορίζουν τις ροές των πληροφοριών. Το «ποιος γνωρίζει τι;» είναι ένα καλό ισοδύναμο του «ποιος κυβερνά ποιον;» Εχουν οι πολίτες τα μέσα να διασφαλίζουν τη λογοδοσία της κυβέρνησής τους; Είναι ελεύθεροι να αποφεύγουν τα ανεπιθύμητα βλέμματα;
Ξέρω ότι εξαιτίας του Σνόουντεν ο κόσμος άλλαξε σημαντικά» μου είπε ο πρώην διευθυντής του FBI, Τζέιμς Μπ. Κόμεϊ (James B. Comey), στη διάρκεια μιας μακράς και γόνιμης συνομιλίας μας για τις διαρροές. «Και μπορώ πιο εύκολα να μετρήσω τα οφέλη απ’ ό,τι το κόστος, όμως ελπίζω να μην ενθουσιαστούμε με τα οφέλη και να παραβλέψουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το κόστος»
Το 2013 ο Μπάρτον Γκέλμαν (Βραβείο Πούλιτζερ 2002, 2008 και 2014) ήταν ένας από τους τρεις δημοσιογράφους στους οποίους ο Εντουαρντ Σνόουντεν παραχώρησε ένα τεράστιο αρχείο με άκρως επίμαχα και απόρρητα έγγραφα τα οποία αποκάλυπταν ότι, μέσω της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (NSA), η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε ανεμπόδιστη πρόσβαση στις επικοινωνίες των πολιτών. Με αφορμή εκείνο το υλικό, και χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ το ρεπορτάζ, άρχισε να εισχωρεί όλο και περισσότερο στη σκιώδη λειτουργία του αμερικανικού κράτους των μαζικών παρακολουθήσεων.

Στα αποτελέσματα αυτής της έρευνας βασίζεται ο «Σκοτεινός καθρέφτης», ένα λαμπρό δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, ένα γνήσιο κατασκοπευτικό θρίλερ βγαλμένο από τη σύγχρονη ζωή, γεμάτο γρίφους, διλήμματα και συγκλονιστικά γεγονότα που συντελούνται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, το οποίο αποκαθιστά με διεισδυτικό τρόπο την ιστορική αλήθεια.
Από το βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Μαριάννας Τζιαντζή, η «Εφ.Συν.» δημοσιεύει εκτεταμένα αποσπάσματα από τον πρόλογο.
… Ο «Σκοτεινός καθρέφτης» δεν είναι ένα βιβλίο για τον Σνόουντεν, ή δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια περιήγηση στο κράτος των παρακολουθήσεων που αναδύθηκε μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όταν η αμερικανική κυβέρνηση κατέληξε να πιστεύει ότι δεν μπορούσε να κατασκοπεύει τους εχθρούς της χωρίς ταυτόχρονα να στρέφει το βλέμμα της και στους Αμερικανούς. Οι νέες μέθοδοι ηλεκτρονικής παρακολούθησης, που έχουν εισβάλει στο κοινό ψηφιακό έδαφος το οποίο όλοι χρησιμοποιούμε, μας κατατάσσουν όλους στον χώρο των ενδεχόμενων απειλών. Από αυτόν τον τρόπο σκέψης προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται στους πολίτες να γνωρίζουν τι πράττει η κυβέρνηση εν ονόματί τους. Η επιτήρηση και η μυστικότητα αναπτύχθηκαν μαζί, η μια πλάι στην άλλη.
Καθώς οι υπηρεσίες πληροφοριών απαλλάχτηκαν από τους παλιούς περιορισμούς, έλαβαν θέση πίσω από ημιπερατούς καθρέφτες. Από τη δική τους πλευρά το γυαλί ήταν διάφανο. Μας έβλεπαν ολοκάθαρα. Από τη δική μας πλευρά, με το αδιαφανές γυαλί, εκείνοι που μας παρακολουθούσαν ήταν αόρατοι. Ο τίτλος «Σκοτεινός καθρέφτης» παραπέμπει σε αυτό το σχήμα, που βρίσκει την υλική έκφρασή του στην Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (National Security Agency, NSA) στο Φορτ Τζορτζ Τζ. Μιντ στο Μέριλαντ. Ανακλαστικά πάνελ από σκούρο μπλε γυαλί σχηματίζουν ένα ηλεκτρομαγνητικό κλουβί που περιβάλλει το ενδεκαώροφο κτίριο όπου εδρεύει το αρχηγείο της Υπηρεσίας, φυλάσσοντας στο εσωτερικό του τα μυστικά εκείνων που μας παρακολουθούν.
Ο Σνόουντεν μας πρόσφερε τα μέσα για να τους παρακολουθήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας. Mε μια θεαματική υπέρβαση, εξέθεσε τον μηχανισμό ενός παγκόσμιου επιτηρητή Λεβιάθαν. Χάρη στον Σνόουντεν μπορούμε να καταγράψουμε τις απαρχές «της χρυσής εποχής των SIGINT» (Signal Intelligence, υπηρεσίες σημάτων), όπως η NSA περιέγραψε εκείνα τα χρόνια στα στρατηγικής σημασίας έγγραφά της. Εκτεταμένες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων είχαν μεταφερθεί στο ψηφιακό πεδίο. Η ΝSA δημιούργησε την υποδομή για τη μαζική συλλογή πληροφοριών, χωρίς διακρίσεις, μέσα από τις κεντρικές αρτηρίες των παγκόσμιων επικοινωνιακών δικτύων. Είναι υπερβολικά απλό να περιγράψουμε τι έκανε η NSA στον τομέα της μαζικής παρακολούθησης, μια έννοια την οποία αναπτύσσω με περίσκεψη σε αυτό το βιβλίο, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Υπηρεσία άρχισε να πιάνει στα δίχτυα της εκατοντάδες εκατομμύρια άσχετους πολίτες. Ο παραδοσιακός διαχωρισμός ανάμεσα στην κατασκοπεία στο εσωτερικό της χώρας και στην κατασκοπεία στο εξωτερικό, ένας θεμέλιος λίθος του αμερικανικού νόμου περί προστασίας της προσωπικής ζωής, άρχισε να διαβρώνεται. Ακόμα και ύστερα από χρόνια θυελλώδους δημόσιου διαλόγου, που πυροδοτήθηκε από τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, ο νόμος και η κοινωνία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχουν ουσιαστικά προσαρμοστεί σε ό,τι εκείνος έφερε στο φως.
Εδώ υπεισέρχεται και μια άλλη αφήγηση, πιο προσωπική, την οποία δεν περίμενα να καταγράψω. Είναι η ιστορία της δικής μου διαδρομής, καθώς ήμουν ένας από τους τρεις δημοσιογράφους που βρέθηκαν στο σημείο παραλαβής της πιο επιδραστικής διαρροής δημόσιων εγγράφων στην ιστορία των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Κόντρα σε όλες τις κλίσεις μου και την εκπαίδευσή μου ως αφηγητή των ιστοριών άλλων ανθρώπων, κατέληξα να πιστεύω ότι έπρεπε να απαντήσω σε ερωτήματα τα οποία επί χρόνια παρέκαμπτα.
Γιατί με διάλεξε ο Σνόουντεν; Τι με έκανε να σκεφτώ ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ; Πώς επικοινωνούσαμε κάτω από τη μύτη των υπηρεσιών αντικατασκοπείας των ΗΠΑ; Πού συναντηθήκαμε στη Μόσχα; Γιατί το όνομά μου εμφανίστηκε σε ένα αρχείο της NSA πριν από τη διαρροή του Σνόουντεν; Προσπάθησε η κυβέρνηση να εμποδίσει το δημοσιογραφικό μου έργο; Πώς έκρινα ποια μυστικά να δημοσιεύσω και ποια να κρατήσω κρυφά; Ποιος στο καλό με διόρισε αρμόδιο να αποφασίσω;
Κανείς άλλος συνάδελφός μου δεν είχε ποτέ στην κατοχή του δεκάδες χιλιάδες σύγχρονα και χαρακτηρισμένα ως απόρρητα έγγραφα. Μπροστά σε μια τέτοια χιονοστιβάδα, ο δημοσιογράφος δεν διαθέτει ένα εγχειρίδιο με οδηγίες χρήσης. Κάποιες ξένες μυστικές υπηρεσίες επιχείρησαν να χακάρουν τους λογαριασμούς και τις συσκευές μου. Οπως έμαθα, ο διευθυντής της NSA ζητούσε να κατασχεθούν με αστυνομική έφοδο οι σημειώσεις και τα αρχεία μου. Πίστευα ότι κάποια από τα έγγραφα του Σνόουντεν δεν έπρεπε ποτέ να δουν το φως της δημοσιότητας. Αλλα περιείχαν στοιχεία που δεν ήξερα πώς να τα ερευνήσω χωρίς να θέσω σε κίνδυνο τις πηγές μου. Και επιπλέον, όταν ο Σνόουντεν εμφανίστηκε στα εισερχόμενα του υπολογιστή μου, δεν είχα δημοσιογραφική στέγη. Είχα παραιτηθεί από τη Washington Post προ τριετίας. Προτού διαπραγματευτώ την προσωρινή επάνοδό μου στην εφημερίδα, έπρεπε μόνος μου να πάρω αποφάσεις υψηλού κινδύνου. Αυτοσχεδίασα. Εκανα λάθη, και κάποια από αυτά νιώθω αμηχανία να τα περιγράψω. Ελπίζω πως ό,τι προκύπτει εδώ είναι μια ειλικρινής απεικόνιση της ερευνητικής δημοσιογραφίας πίσω από το προσκήνιο…
… Κάποιοι από τους πιο σφοδρούς επικριτές του Σνόουντεν, έστω και λίγοι, είναι πρόθυμοι να δεχτούν ότι ο ουσιαστικός διάλογος δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς αυτόν. «Ξέρω ότι εξαιτίας του Σνόουντεν ο κόσμος άλλαξε σημαντικά» μου είπε ο πρώην διευθυντής του FBI, Τζέιμς Μπ. Κόμεϊ (James B. Comey), στη διάρκεια μιας μακράς και γόνιμης συνομιλίας μας για τις διαρροές. «Και μπορώ πιο εύκολα να μετρήσω τα οφέλη απ’ ό,τι το κόστος, όμως ελπίζω να μην ενθουσιαστούμε με τα οφέλη και να παραβλέψουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το κόστος».
Στις σελίδες που ακολουθούν συναντάμε ιστορίες για τις οποίες δεν θα μιλούσε ο Σνόουντεν ή που δεν τις έχει αφηγηθεί ως τώρα, ούτε καν στην αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε το 2019, καθώς και πολλές ιστορίες που δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν. Αντλησα υλικό από εκατοντάδες ώρες συζητήσεων με τον Σνόουντεν και ακόμα περισσότερες εκατοντάδες με σχεδιαστές και διαχειριστές συστημάτων, πελάτες, επαναστάτες και διαφωνούντες εντός του μηχανισμού των παρακολουθήσεων. Επίσης περιλαμβάνονται κάποιες νέες αποκαλύψεις από το απόρρητο αρχείο, από ανεξάρτητη έρευνα και παλιότερες δημοσιογραφικές σημειώσεις μου που αναδρομικά αποκαλύπτουν ένα νέο νόημα.
Στον πυρήνα του ο «Σκοτεινός καθρέφτης» είναι ένα βιβλίο για την εξουσία. Οι πληροφορίες είναι το οξυγόνο του ελέγχου. Η μυστικότητα και η παρακολούθηση, στην αλληλοσύνδεσή τους, καθορίζουν τις ροές των πληροφοριών. Το «ποιος γνωρίζει τι;» είναι ένα καλό ισοδύναμο του «ποιος κυβερνά ποιον;» Εχουν οι πολίτες τα μέσα να διασφαλίζουν τη λογοδοσία της κυβέρνησής τους; Είναι ελεύθεροι να αποφεύγουν τα ανεπιθύμητα βλέμματα; Μπορεί ο καθένας σήμερα να χαράξει μια κόκκινη γραμμή που να λέει «αυτό δεν σε αφορά» και να είναι σίγουρος ότι αυτή θα παραμείνει σεβαστή;
Υπάρχει μια προδρομική ιστορία για αυτό το βιβλίο, προτού δηλαδή συμβούν όλα αυτά με τον Σνόουντεν. Το 2011 συμμετείχα σε ένα πάνελ στη Σίλικον Βάλεϊ μαζί με τον Ερικ Σμιτ (Eric Schmidt), τον διευθύνοντα σύμβουλο της Google, o οποίος με ρώτησε: «Θα ’θελες να είσαι σε θέση να πεις στο Android κινητό σου “Πού είναι τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου;”». Οχι βέβαια, του είπα. Ισως να βρίσκομαι σε ένα καζίνο. Ισως ο μπάρμαν να πήρε τα κλειδιά μου κι εγώ να κοιμάμαι ανέμελος σε ένα δωμάτιο σε έναν από τους πάνω ορόφους, δεν έχει σημασία σε ποιον. Ευχαρίστως το κινητό μου να καταγράφει τη ζωή μου, αλλά δεν θέλω εσύ να ξέρεις. Ο Σμιτ παρατήρησε ότι η προσωπική μου ζωή προφανώς ήταν πιο ενδιαφέρουσα από τη δική του –πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω– και ότι οι χρήστες του Android χαίρονται όταν το κινητό τους τους δίνει πληροφορίες πριν καν τις ζητήσουν. Συμφώνησα ότι η τεχνολογία είναι υπέροχη. Είναι σαν να έχω τον Αλφρεντ, τον υπηρέτη και έμπιστο του Μπάτμαν, στο τσεπάκι μου, με τη διαφορά ότι ο Αλφρεντ δεν δουλεύει για μένα. Με ακολουθεί, κρατά σημειώσεις και σου τις στέλνει. Ρώτησα αν ο Σμιτ προβλέπει ένα μέλλον κατά το οποίο θα πλήρωνα τοις μετρητοίς την Google για τις υπηρεσίες της αντί να δέχομαι να με κατασκοπεύει. Εκείνος αμφισβήτησε τη χρήση του ρήματος «κατασκοπεύω» αλλά απάντησε με ειλικρίνεια. Αυτό δεν είναι το επιχειρησιακό μας μοντέλο, είπε. Μέχρι τον Σνόουντεν δεν ήταν (πάνω κάτω) το μοντέλο κανενός.
Για αρκετό καιρό πριν βρεθώ στο ίδιο πάνελ με τον Σμιτ, ανησυχούσα για τo ψηφιακό μου αποτύπωμα. Τα περισσότερα από όσα θέλω να γνωρίζω στη δουλειά μου είναι κατά κάποιον τρόπο μυστικά. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η αμερικανική κυβέρνηση κατέβαλε ακόμα πιο σκληρή προσπάθεια για να παρεμποδίζει, να ανακαλύπτει και να τιμωρεί τις εμπιστευτικές δημοσιογραφικές πηγές μου.
Για την αυτοάμυνά μου, βάλθηκα να μάθω τις τεχνικές και τις μεθόδους της ηλεκτρονικής ασφάλειας. Εξοικειώθηκα με την κρυπτογράφηση και τους ανώνυμους πληρεξουσίους. Αγόραζα με μετρητά αδήλωτα κινητά τηλέφωνα με προπληρωμένη πίστωση σαν να ήμουν έμπορος ναρκωτικών και ύστερα κατάλαβα ότι έπρεπε να κλείνω το προσωπικό μου κινητό ώστε το αδήλωτο κινητό να μη συντονίζεται με αυτό κατά τις διαδρομές μου στην πόλη. Αραγε θα με φανέρωνε το βίντεο με τη χρονική ένδειξη από την κάμερα παρακολούθησης του καταστήματος από όπου έκανα την αγορά μου; Ισως, αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να το δει. Αρκούσε η αλλαγή της κάρτας SIM ή θα μπορούσε κάποιος να με εντοπίσει από τον εντοπιστή της ίδιας της τηλεφωνικής συσκευής; Και ναι και όχι. Διαρκώς κατρακυλούσα όλο και πιο βαθιά στην τρύπα του κουνελιού φτάνοντας στα όρια του παραλόγου. Ενας δημοσιογράφος δεν μπορεί λογικά να ελπίζει ότι θα ξεφύγει από την απόχη.
Και εκεί που είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι προς τι τόσος κόπος, εμφανίστηκε κάποιος που αυτοσυστήθηκε ως Verax. Χρησιμοποιώντας μια έξυπνη μέθοδο την οποία δεν είχα ξαναδεί, μου έστειλε ένα κλειδί κρυπτογράφησης, ένα σήμα αναγνώρισης και μια μέθοδο επαλήθευσης και των δύο. Θύμιζε εκείνες τις διαφημίσεις στα παλιά περιοδικά κόμικ: «Αν Μπ να ΔΒ Αυτ το Μνμ…» (αν μπορείς να διαβάσεις αυτό το μήνυμα). Χαρούμενος, ακόμα και δικαιωμένος, διαπίστωσα ότι μπορούσα. «Εκτιμώ την έγνοια σου για λειτουργική ασφάλεια, ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον» έγραψε ο Verax στο επόμενο μήνυμά του. «Πολλοί δημοσιογράφοι παραμένουν εξαιρετικά αδύναμοι σε αυτόν τον τομέα, και έτσι τα ενδιαφέροντα και οι προθέσεις τους είναι ανοιχτό βιβλίο για τους εξελιγμένους αντιπάλους τους. […] Μαθαίνω ότι ήδη είσαι αρκετά επιδέξιος ως προς αυτό».
Στην πραγματικότητα, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Απλώς ήξερα τα βασικά. Ο Verax μου έμαθε κάποια λεπτά σημεία και έτσι αρχίσαμε να συζητάμε.
