Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα ιδιαίτερο «βιβλίο» κρύβεται στα μάρμαρα του Παρθενώνα, στους στύλους του ναού του Ολυμπίου Διός, σε κίονες του Θησείου και της στοάς του Αδριανού αλλά και σε παλαιές εκκλησίες.

Οι «σελίδες» του έχουν χαραχτεί, δίκην «γκράφιτι», στη διάρκεια πολλών αιώνων και αποτυπώνουν πολιτικά, εκκλησιαστικά, πολεμικά και κοινωνικά γεγονότα, φυσικά φαινόμενα και επιδημίες. Επίσης, αναφέρονται θάνατοι ευσεβών Χριστιανών, διάφορες παρακλήσεις προς τον Θεό και πληροφορίες για την οικοδόμηση ή την επισκευή κάποιου οικοδομήματος, συνήθως ναού.

«Ο πρώτος χαράξας επί αρχαίου κίονος ιστορικόν γεγονός», στην Ελλάδα, κατά τον Δημήτριο Καμπούρογλου («Ιστορία των Αθηναίων», τ. Α΄), «ήτο ο πρώτος ακαλαίσθητος Ελλην, αλλά συγχρόνως και ο πρώτος ευεργέτης της Ιστορίας».

Οπως σημειώνει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ζησίου (1848 ή 1849 – 1928), ο πρώτος συστηματικός μελετητής αυτού του «Λίθινου Χρονικού» των Αθηνών, τα περισσότερα χαράγματα έχουν γίνει με πολύ μικρά γράμματα «διά της αιχμής εγχειριδίου επιπολαίως». Βρίσκονται, δε, συνήθως στην κύρια είσοδο και στις πλάγιες πόρτες των ναών, όπως μπορεί κανείς να παρατηρήσει στη δυτική πλευρά του Θησείου και του Παρθενώνα.

Σπανίως, δε, βρίσκονται στον νάρθηκα (πρόναος) και σπανιότατα στον οπισθόδρομο (σ.σ. οπίσθιος χώρος του ναού με είσοδο από το εξωτερικό του οικοδομήματος. Αλλοτε ο οπισθόδρομος ήταν πλήρως απομονωμένος από τον κυρίως ναό, ενίοτε όμως επικοινωνούσε μαζί του μέσω πόρτας).

Στον Παρθενώνα και στα Προπύλαια της Ακρόπολης βρίσκονται τα πιο παλιά «κείμενα» του Λίθινου Χρονικού.

Ο ακαδημαϊκός αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος, που έκανε το 1944 στην Ακαδημία Αθηνών την πρώτη ανακοίνωση για τα χαράγματα των μνημείων του ιερού βράχου, είχε επισημάνει 235 χαράγματα σε κίονες του Παρθενώνα, από τα οποία τα 60 είχαν χρονολογηθεί και κάλυπταν περίοδο δέκα αιώνων (6ος- 15ος αιώνας).

Πρόκειται για επικλήσεις «προς θείαν βοήθειαν», αναγραφές θανάτων και απλές αναγραφές ονομάτων, φράσεις από εκκλησιαστικά κείμενα και συμβολικές παραστάσεις.

Οι εγγραφές σταματάνε με την κατάληψη της Αθήνας από τους Τούρκους και αρχίζουν να εμφανίζονται ξανά μετά το 1827.

Αυτό είναι αναμενόμενο διότι μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους (1458) στην Ακρόπολη, στο Κάστρο, όπως το έλεγαν, εγκαταστάθηκε η τουρκική στρατιωτική διοίκηση. Οταν μάλιστα ο Παρθενώνας, που αρχικά ο Μωάμεθ ο Κατακτητής είχε επιτρέψει να λειτουργεί ως εκκλησία, μετατράπηκε σε τζαμί, οι Αθηναίοι δεν είχαν κανένα λόγο να πηγαίνουν εκεί. Αλλωστε, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί, ακόμα και εάν κάποιος κατάφερνε, με κάποια άδεια, να μπει στην Ακρόπολη ήταν πολύ αμφίβολο εάν θα έβγαινε ζωντανός από εκεί…

Ετσι, οι σκλαβωμένοι Αθηναίοι, που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να έχουν γραπτά από φόβο μήπως πέσουν στα χέρια των κατακτητών, άρχισαν να χαράσσουν πάνω στα αρχαία ερείπια γεγονότα που θεωρούσαν σημαντικά.

Αυτό το Λίθινο Χρονικό, ειδικά για την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Αθήνα (1458- 1687), κατά την οποία τα γραπτά ντοκουμέντα είναι λίγα και αβέβαια, αποτελεί μια σημαντική πηγή γνώσης γεγονότων αλλά και διασταύρωσης στοιχείων από άλλες πηγές (σ.σ. η δεύτερη περίοδος αφορά το διάστημα μετά την ολιγόμηνη κατάληψη της πόλης από τον Μοροζίνη μέχρι την απελευθέρωση από τους Τούρκους).

Για παράδειγμα, στο «Χρονικόν» των Αθηνών του ιστορικού Σπυρίδωνος Λάμπρου (1851- 1919), το οποίο γράφτηκε το 1877 και βασίζεται σε χειρόγραφα περιηγητών, κυρίως του Αγγλου Wheler, διαβάζουμε ότι από το 1480 έως το 1554 ενέσκηψαν στην Αθήνα επτά θανατικά (λοιμοί).

Για τον τελευταίο και μεγαλύτερο διαβάζουμε ότι μεταδόθηκε από κάποιον ονόματι Καρυδιά, που έφτασε στις 12 Δεκεμβρίου 1854 από την Κωνσταντινούπολη. Διήρκεσε τρία χρόνια και εξαιτίας του πέθαναν 10.000 πολίτες του Αθηνών, Ελληνες και Τούρκοι.

Ο Λάμπρου σε υποσημείωσή του χαρακτήρισε υπερβολικό τον αριθμό, αναφέροντας ότι το πιθανότερο είναι να γράφτηκε εκ παραδρομής ο αριθμός 10.000 αντί για 1.000.

Ομως, το Λίθινο Χρονικό ήρθε να διαψεύσει αυτές τις επιφυλάξεις, καθώς στον δωδέκατο στύλο της νότιας πλευράς του Θησείου μνημονεύεται ο εν λόγω λοιμός με χρονολογία 1555 και την αναφορά ότι απ’ αυτόν «απέθανον χιλιάδες λαού και Καστριώται», δηλαδή Τούρκοι που κατοικούσαν στην Ακρόπολη, όπως εξηγεί ο καθηγητής Ζησίου, που ανακάλυψε και διάβασε τη χάραξη, που έχει ως εξής: «1555 Εγινε το κακό θανατικο είς την Αθίνα και απέθανον χιλιαδες λα(ος) και (Κα)στριωται».

Ο Κωνσταντίνος Ζησίου σε δημοσιεύσεις του στο «Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος» (1883) αναφέρεται και σε άλλες χαράξεις, που εντόπισε.

Από άλλο στύλο, στο Θησείο, μαθαίνουμε ότι το 1591 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά στην πόλη («1591 Εγίνη το Γιακίνι (η πυρκαγιά) στην Αθήνα») ενώ στον ενδέκατο στύλο της νοτίου πλευράς αναφέρεται ότι «1770 χαλάσανε αρναουτάδες του Πιρί και ηρίθανε οι Πιριώτες εις την Αθήνα».

Το Πυρί ήταν προάστιο της Θήβας (τώρα πλέον είναι συνοικία της πόλης) και η καταστροφή του από τον τούρκικο στρατό, που ανάγκασε τους κατοίκους να καταφύγουν στην Αθήνα, δεν αναφέρεται σε άλλη πηγή.

Αλλες πηγές του Λίθινου Χρονικού

Πολλές ενδιαφέρουσες εγχάρακτες μαρτυρίες υπάρχουν ακόμα στη στοά του Αδριανού, στην «Ομορφη Εκκλησιά», στην τοποθεσία που σήμερα λέμε Γαλάτσι και τότε λεγόταν Γαλάκι και σε διάφορες εκκλησίες.

Οπως εντόπισε ο Κ. Ζησίου, παρότι η χρονολόγηση με βάση τη γέννηση του Χριστού ξεκινάει από το 1600 (μέχρι τότε η χρονολόγηση γινόταν από κτήσεως κόσμου) εντούτοις υπάρχουν και προγενέστερες επιγραφές, που αναφέρονται σε χρονολογίες, με βάση τη γέννηση του Χριστού γραμμένες μάλιστα με αραβικούς αριθμούς.

Η παλαιότερη, που εντόπισε ήταν στον τρίτο στύλο της βόρειας πλευράς του Θησείου, στην οποία αναφέρεται «Κύριε Βοήθει Ιωακείμ 1491 Ιουνίου 1», ενώ και σε αέτωμα της Μονής του Αγίου Ιωάννη στον Καρέα αναφέρεται ως έτος ιδρύσεώς της το 1575.

Αξιοσημείωτες είναι και οι εγχάρακτες αναφορές σε ιδρύσεις εκκλησιών από μεγάλες αθηναϊκές οικογένειες.

Για παράδειγμα, στο πρώτο προς νότιο στύλο στη στοά του Ανδριανού αναφέρεται η ίδρυση ναού των Ταξιαρχών, που δεν διασώζεται, από τον Μιχαήλ Χαλκοκονδύλη, γόνο μιας από τις μεγάλες οικογένειες των Αθηνών.

Από πολλά στοιχεία φαίνεται ότι και σε άλλες πλούσιες οικογένειες της πόλης ανήκαν άλλοι ναοί, όπως ο Ασώματος του Χειλά, η Παναγία του Αγγέλου, πιθανώς της οικογένειας Βενιζέλου, ο Αγιος Γεώργιος του Καρύκη, που έχει μείνει γνωστός ως Καρύτσης, η Παναγία η Δουβέργαινα, η Παναγία του Σαΐτα κ.ά.

Να σημειωθεί ότι οι πλούσιες οικογένειες μπορούσαν να βάζουν στις επιτύμβιες πλάκες τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου.

Μια σειρά από τέτοιες πληροφορίες υπάρχουν στο Λίθινο Χρονικό, που μπορεί να μη δίδουν μια ολοκληρωμένη συνέχεια της Ιστορίας για να μπορέσουμε να σχηματίσουμε μια συγκεκριμένη εντύπωση, ωστόσο παραμένουν πολύτιμος μάρτυρας της γενικής κατάστασης που επικρατούσε στη σκλαβωμένη πόλη εκείνη την εποχή.

Φθορές στα χαράγματα

Οι φθορές που υπέστησαν οι εγχάρακτες αυτές μαρτυρίες είναι πολλαπλές. Εκτός από τη φυσική ή τυχαία φθορά, κάποιο διάστημα από μια λανθασμένη οδηγία των αρχαιολόγων προς τους φύλακες είναι πιθανό να προκλήθηκαν φθορές στα χαράγματα του Παρθενώνα.

Αυτό καταγγέλθηκε, με έμφαση, από τον Δημήτριο Καμπούρογλου, με άρθρο του στη «Νέα Εφημερίδα» (φ. 311 της 12.10.1882).

Ο Καμπούρογλου στο άρθρο του με τίτλο «ανεξήγητα αρχαιολογικά μέτρα» που υπογράφει με τα αρχικά του, αφού επισημαίνει ότι «εις πολλά αρχαία μνημεία υπάρχουσιν εγκεχαραγμέναι πλείσται όσαι χριστιανικαί επιγραφαί», από τις οποίες μόνο ένα μικρό μέρος είχε μελετηθεί, καταγγέλλει πως δόθηκε εντολή στους φύλακες «να εξαλείψωσιν πάσαν επιγραφήν μεταγενεστέραν αδιακρίτως», αλλά γι’ αυτούς είναι δύσκολο να διακρίνουν ποιες πρέπει να παραμείνουν και ποιες όχι.

Την επομένη κιόλας απάντησε, μέσω της ίδιας εφημερίδας, η Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων ότι οι φύλακες διατάχθηκαν όχι να καταστρέφουν τις αρχαίες επιγραφές επί των κιόνων και αλλού, αλλά να προσέχουν και να εμποδίζουν όσους προσπαθούσαν τότε να γράψουν σε κίονες (όπως κάνουν και σήμερα διάφοροι απερίσκεπτοι, που γράφουν σε αρχαίους κίονες το όνομά τους ή άλλα προσωπικά τους) και να σβήσουν όσα είχαν γράψει.

«Δεν εξαλείφθηκε όμως ουδέποτε μεσαιωνική ή χριστιανική επιγραφή ουδεμία», διαβεβαίωναν οι αρχαιολόγοι.

Εύλογα ο Δ. Καμπούρογλου αντέτεινε ότι σβήνοντας τα σύγχρονα χαράγματα οι φύλακες δεν είχαν τη γνώση για να διακρίνουν και να προστατέψουν τα παλαιά.

Από αυτή την αντιπαράθεση προκύπτει ότι από τότε αναγνωριζόταν η σημασία των χαραγμάτων ανεξάρτητα, εάν -όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Δ. Καμπούρογλου- από τη σπουδή των αρχαιολόγων να προστατέψουν τα μνημεία από τις σύγχρονες φθορές να προκλήθηκαν φθορές στα παλαιά χαράγματα.


– Δ. Γρ. Καμπούρογλου, «Ιστορία των Αθηναίων». Εκ του τυπογραφείου Αλεξ. Παπαγεωργίου (1889).

– Κων. Ζησίου, «Χαράγματα επιγραφικά των αρχαίων μνημείων και χριστιανικών ναών της Αττικής αναφερόμενα εις τον μεσαίωνα και τους νεώτερους χρόνους», Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, Εκ του τυπογραφείου αδελφών Περρή (1883)

– Α. Κ. Ορλάνδος με τη συνεργασία Λ. Βρανούση «Τα χαράγματα του Παρθενώνος, ήτοι επιγραφαί χαραχθείσαι επί των κιόνων του Παρθενώνος κατά τους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους», Ακαδημία Αθηνών (1973).

– Ν. Τσιφόρος, «Η Ιστορία της Αθήνας», Αθήνα (1979)